Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Φυλακισμένη κραυγή

Φωνάζει.
Μέσα σε ψεύτικες γυάλες.
Είμαι ύποπτος. Είμαι ύποπτος. Είμαι ύποπτος.

Το λέει το κράτος.
Οι φυλλάδες στο περίπτερο.
Τα σκονισμένα βλέμματα πίσω απ'τα πατζούρια.

Τα χέρια του φέρουν σημάδια.
Είναι οι χειροπέδες που πιέζουνε το αίμα.
Είναι οι χειροπέδες που το κάνουν να εκρήγνυται.

Στα κεφάλια των αστών.
Στις σελίδες της ιστορίας.
Στα φωτογραφικά φίλμ.

Μυρίζει.
Τον ιδρώτα των προηγούμενων.
Τα σφινωμένα όνειρα στα τούβλα του κελιού.

Ριζώσανε.
Τα πάθη κ' οι αγωνίες.
Σε ένα ξέσπασμα, στην απουσία της τροφής.

Ποια τροφή;
Υπερτροφικές κραυγές περικυκλώνουν το μέσα, το έξω και το παρακεί.
Παχύσαρκες φιλοδοξίες παρκάρουν στο γκαράζ του γείτονα. Κι ας είναι καλός άνθρωπος.

Άκου, είπε.
Το φως δεν πέφτει στα κεφάλια των ανθρώπων και το σκοτάδι δε θρέφει την περίσκεψη.
Αρχή του τέλους ή λάθος της αρχής.

Θα δείξει.
Σπουδαγμένοι διοπτροφόροι τον κατηγόρησαν.
Κάθισαν στα έδρανα του θράσους και ζήτησαν λίγη δικαιοσύνη.

Τι ψέμα.
Δε θέλει δικαιοσύνη. Θέλει δίκαιους ανθρώπους.
Θέλει η σταγόνα να βρέχει το ίδιο όλα τα χείλη.

Μα ποιος τον ακούει.
Ποιος ακούει την κραυγή σε μια χώρα απονομιμοποιημένου ήχου;
Ίσως η καθαρίστρια του διπλανού κτιρίου ή ο επιστάτης.

Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Λεκτικός αυτοματισμός


Φως στο άδειο δωμάτιο. Φωνές παιδιών, ξεχασμένα γέλια από ένα πρόσφατο παρελθόν. Ρίγος από ένα άλλοτε άγγιγμα και μισογεμάτο ποτήρι κρασί στο ξύλινο τραπέζι. Κάπως έτσι η μοναχικότητα σφίγγει το χέρι της πραγματικότητας και παντρεύονται. Στο σήμερα, στο χθες και στο μεθαύριο. Στο αύριο δίνω πάντα μια ευκαιρία.
Κάποιοι παραείναι χαρούμενοι. Θα φταίει το γεμάτο ψυγείο ή το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ. Μπορεί όμως να ευθύνεται και ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο. Σίγουρα κάτι συμβαίνει αλλά δεν το εξηγεί κανένας. Οι επιστήμονες το βλέπουν μέσα από τα βιβλία, οι δημοσιογράφοι από τα γεγονότα, οι παπάδες από την αγία γραφή και οι φτωχοί από την πείνα τους. Κομμένα λουλούδια από ένα σαπισμένο κήπο πετάχτηκαν στο δρόμο και τα πατούν κάθε μέρα τα φορτηγάκια των κηπουρών. Εκεί ξανάρχεται η μοναχικότητα. Το ερωτηματικό που αιωρείται πάνω από κάθε κεφάλι ευθυγραμμίζεται και μια παύλα, ένα κενό, αναπαράγει την ατομική απελπισία. Το μισογεμάτο ποτήρι κρασί ξαναγεμίζει στο ξύλινο τραπέζι και μεγαλώνει το βάρος στο στήθος που αισθάνεται ο κάθε μοναχικός. Ανεκπλήρωτα συναισθήματα, απογοήτευση και αίσθηση προδοσίας ερωτοτροπούν προκλητικά ,μπροστά στα μάτια του απατηθέντος πλασάροντάς του για μια ακόμη φορά ψέμα. Μα και το ψέμα δίνει αξία στην αλήθεια, στην αλλαγή και στην ψυχοπάθεια. Αμφίσημος ο λόγος μα αυτόματος. Η δομή αρχίζει να παραλύει ακόμη και στη σειρά των λέξεων. Ιδρωμένα συνθήματα και κουρασμένες προσμονές συνθέτουν την καλοκαιρινή σιέστα. Κι όμως κάποιοι έχουν τη θρασύτατη αντοχή να χορεύουν ακόμη στις πίστες. Χιλιάδες τακούνια τρυπούν τα καλογυαλισμένα πατώματα όπως οι σφαίρες τα κρανία ανθρώπων στο "κάπου αλλού", στο "μακριά από μας". Χιλιάδες γαρύφαλλα το έσκασαν από τις φωτογραφίες του Μπελογιάννη και σκορπίστηκαν σε κέντρα "διασκέδασης". Χιλιάδες σκύλοι σκοτώνουν στο όνομα του Τσιτσάνη. Εικόνα "ευημερίας" και "πλουτισμού". Η ευτυχία μετριέται με αλκοτέστ κι η δυστυχία με κρυφούς αναστεναγμούς. Μα όλα αυτά δεν είναι παρά καθρέφτισμα μιας χρόνιας κοινωνικής μοναχικότητας που ψάχνει απεγνωσμένα φίλους, οι οποίοι λείπουν. Άλλος σε ένα δελτίο ειδήσεων, άλλος σε μια αγοραπωλησία και ένας τρίτος στη Μύκονο. Δεν υπάρχει κοινή αγωνία, κοινή κραυγή. Μάλλον την έβαλαν στο αθόρυβο οι τεχνοκράτες, οι διαμορφωτές υποχρεώσεων και καταστροφείς δικαιωμάτων. Κάποτε η άνοιξη άνθιζε σε ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα και μια κίνηση γυναικείου κορμιού. Σήμερα κρύβεται στην παρακμή, στη νοσταλγία της άλλοτε αθωότητας των ανθρώπων, των συνειδήσεων, των λύσεων στο πρόβλημα. Μοναχικότητα λοιπόν. Αυτή στραγγαλίζει την ορμή. Αυτή ευθύνεται για όλα.

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Κινηματικό οξυγόνο


Ήταν ένα αδιάφορο απόγευμα Τρίτης. Μόλις είχα δώσει το πρωί το πρώτο μάθημα του εαρινού εξαμήνου και δε σκεφτόμουν τίποτε άλλο από το να ξαπλώσω και να κοιμηθώ το υπόλοιπο της ημέρας. Γύρω στις 7:00 άρχισε να δονείται το κινητό και τα ερχόμενα μαντάτα από την άλλη πλευρά της γραμμής σε λίγο θα δονούσαν το μυαλό και το σώμα μου. Ένας φίλος με ενημέρωσε πως το ίδιο απόγευμα η κυβέρνηση έβαλε λουκέτο στην ΕΡΤ απολύοντας παράλληλα όλο το προσωπικό και οι εργαζόμενοι παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια τους καλούσαν τον κόσμο στο ραδιομέγαρο.
Είναι εκπληκτικό το να συνειδητοποιείς τη δύναμη του κινηματικού οργασμού. Αμέσως μετά το τηλεφώνημα σηκώθηκα, ντύθηκα, έπνιξα την προ ολίγου ραθυμία μου, πήρα μια τσάντα και βρέθηκα στην ΕΡΤ. Βρέθηκα ανάμεσα σε πλήθος κόσμου που εξωτερίκευσε αυθόρμητα και εκκωφαντικά μια ενδόμυχη και για ένα χρόνο ανέκφραστη αηδία για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η κοινωνία. Σημαίες, συνθήματα, τραγούδια, πανώ, συζητήσεις είχαν μετατρέψει το χώρο σε ένα κύτταρο αναγκαίας αντίστασης, αλληλεγγύης, ανατροπής και ταυτόχρονης αυθόρμητης πολιτιστικής παραγωγής. Γιατί οι συνειδήσεις των ανθρώπων είναι σαν τις πόρτες. Ανοίγουν όταν ξημερώνει, τρίζουν όταν φυσάει και κλειδώνουν με το μάυρο της νύχτας. Παρά το γεγονός ότι ώρα με την ώρα νύχτωνε στο προαύλιο της ΕΡΤ, όλοι οι παρόντες είχαν την εντύπωση πως ξημέρωνε. Ξημέρωνε η νύχτα της εξουσίας. Η ώρα που αυτή θα έπρεπε να κλειδωθεί στα ακριβά αστικά γραφεία της για να ακούσει το θόρυβο, τη φασαρία. Τη φασαρία όχι μόνο των απολυμένων της ΕΡΤ αλλά και των ανέργων, των επιταγμένων, των υπό καθεστώς ενδεχόμενης απόλυσης εργαζομένων, των φαληρισμένων αυτοαπασχολούμενων, των φοιτητών, των κυνηγημένων μεταναστών και δε συνεχίζω γιατί η λίστα δε σταματάει. Από τη στιγμή που η άναρθρη κραυγή αγανάκτισης μεταποιείται σε κλειστή σφιχτή γροθιά με συνειδητή κατεύθυνση, το εκάστοτε εξουσιάζον υποκείμενο πρέπει να αρχίσει να αναζητά γάζες, επιδέσμους και βελόνες για ράμματα στην καλύτερη περίπτωση, αν κατορθώσει να γλιτώσει το νεκροταφείο. Κάτι τέτοιο συνέβη και στην ΕΡΤ. Τα δάχτυλα που αποτέλεσαν τη γροθιά μπορεί να διέφεραν μεταξύ τους. Άλλο ήταν κομμουνιστικό, άλλο αριστερό, άλλο αναρχικό κλπ. αλλά όλα έσφιγγαν εκείνο το βράδυ τη συμπαγή γροθιά με το ίδιο απαράμιλλο πάθος, με την ίδια δύναμη και τις ίδιες αγωνίες. Αυτο που πραγματικά τρομάζει την αστική εξουσία που επιδίδεται διαρκώς σε κακότεχνους θεατρινισμούς αυταρχισμού προκειμένου να θεμελιώσει την άποψη πως δεν την κουνάει κανείς και τίποτα από το θρόνο της, είναι η οργάνωση, η πολιτικοποίηση και η μαχητικότητα των από κάτω. Ο όρος "διεκδίκηση" μπορεί να προσλάβει τεράστιες διαστάσεις αρκεί να υπάρχει η πολιτική βούληση και η συνειδητοποίηση της ιστορικότητας της στιγμής χωρίς υπεκφυγές και οπισθοχωρήσεις. Ηδονίζομαι πραγματικά να αντικρίζω φοβισμένα βλέμματα αστών πολιτικών. Η αντίθεση της συγκεκριμένης εικόνας με την άλλοτε αλλαζονική ματιά τους μου προξενεί μια αχαλίνωτη ευχαρίστηση. Και δεν έχω μέσα μου λαϊκίστικο μίσος όπως μπορεί να με κατηγορούσε ο Γρηγόρης Ψαριανός ή ο πολιτικά συγγενής του Μάκης Βορίδης, αλλά διαφορετική οπτική για τις δυνατότητες και τη χειραφέτηση της κοινωνίας.
Παρ'όλα αυτά δεν κρύβω πως εκείνες τις μέρες απογοητεύτηκα κιόλας. Μπορεί πλήθος κόσμου να χόρευε στους ρυθμούς του κινηματικού κρεσέντου, όμως υπήρχε και κόσμος που δεν ενδιαφέρθηκε καν να περάσει από την ΕΡΤ ακόμη και αν διαφωνούσε με ό,τι συνέβαινε εκεί. Υπήρχαν συνομήλικοι που δε θυσίασαν μια Σαββατιάτικη έξοδο για να δηλώσουν την αλληλεγγύη τους σε ένα πληττόμενο τμήμα της εργατικής τάξης, στο οποίο κάλλιστα θα μπορούσαν να ανήκουν οι γονείς τους. Υπήρχαν γνωστοί που παρά την κοινωνική αναζοπύρωση συνέχιζαν να ανεβάζουν στό facebook φωτογραφίες από clubs και μπουζούκια δείχνοντας να είναι ξεχασμένοι σε μια άλλη εποχή. Στην εποχή της πλαστής ευημερίας και της τυφλής υποταγής στα προβαλλόμενα πρότυπα διασκέδασης και κατ'επέκταση στο προωθούμενο πρότυπο ζωής που ενορχήστρωναν οι από πάνω και πλούτιζε τις τσέπες των αφεντικών. Υπάρχει ακόμη κόσμος, που ακόμη και υπό συνθήκες κατασπάραξης του διπλανού του, προτιμάει να ανέβει στα δωδεκάποντα τακούνια του ή να χωθεί στα ακριβά πουκάμισα που του έχουν ξεμείνει από το παρελθόν και να πάει να τα σπάσει σε κάθε σκυλοτράγουδο αντί να τα σπάσει με όρους κοινωνικής διεκδίκησης και να αναζητήσει ένα κοινωνικό αντιπρόταγμα που δε θα προβάλλει το χρήμα, τη ματαιοδοξία και το σεξισμό αλλά τη γέννηση ενός άλλου κόσμου. Δυστυχώς κάποιοι συνεχίζουν να ζουν στη γυάλα της κανονικότητας μη αντιλαμβανόμενοι πως το γυαλί που τους περιβάλλει έχει ραγίσει και το νερό με το οποίο τους πότιζαν οι ιδιοκτήτες τους αρχίζει να λιγοστεύει. Δεν πειράζει. Όσο θα λιγοστεύει το νερό της γυάλας, τόσο θα συνειδητοποιούν τη μαγεία του οξυγόνου...