Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Η ανουσιότητα της ομπρέλας

Περίεργος καιρός. Λίγο πριν φτάσω στο σπίτι άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. Αρκεί μια ομπρέλα; Ή καλύτερα να με χτυπήσει η βροχή; Αρκεί ο συμβιβασμός στην αστική στεγνότητα; Ή να προτιμήσω την αγριότητα μιας υγρής ειλικρίνειας;

Μπήκα σπίτι. Άφησα την ομπρέλα να στεγνώσει και κινήθηκα προς την κουζίνα. Κουραστική η μέρα, κουραστικοί οι άνθρωποί της, βροχερό το μοτίβο. Ηγεμονεύει είναι η αλήθεια αυτή η μουντή αποδοχή μιας μουντής κατάστασης. Βρήκα το θείο μου με τον πατέρα μου και τον αδερφό μου να συζητούν. Χαρούμενος που μας επισκέφθηκε ο θείος έσπευσα να τον χαιρετήσω. "Τι γίνεσαι;" τον ρώτησα. "Από σήμερα ο θείος είναι ένας ακόμη άνεργος, με απολύσανε" μου απάντησε. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η τελευταία φράση τα τελευταία χρόνια αποκτά τη συχνότητα της βροχής το μήνα Γενάρη. Μόνο που ο Γενάρης πέρασε, αλλά η βροχή είναι ακόμη εδώ. Μας περιέγραψε τι έγινε. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως σήμερα μια διαφωνία με το αφεντικό αρκεί για να σε ονομάσουν ανεπαρκή, τεμπέλη, μη αποδοτικό, αργόσχολο, ανυπάκουο, πλεονάζοντα, ακατάλληλο κλπ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο θείος τελείως αυθαίρετα κρίθηκε ότι επέδειξε "αντιεπαγγελματική συμπεριφορά". Οι εργοδότες άλλωστε είναι μορφωμένοι άνθρωποι. Έχουν την ικανότητα να ντύσουν μια απόλυση με πληθώρα χαρακτηρισμών και αιτιολογήσεων. Έτσι λοιπόν μέσα σε μια μέρα, σε μια ώρα ή και σε ένα λεπτό ανάλογα με το κέφι του αφεντικού γίνεσαι δέκτης της ακόλουθης φράσης "δυστυχώς δεν μπορεί να συνεχιστεί η συνεργασία μας".

Ίσως ο συγγενικός δεσμός, ίσως η εκτίμηση μου προς τους εργαζόμενους, ίσως η προσωπική ανασφάλεια για το εργασιακό μέλλον με έκανε να σιχαθώ γι άλλη μια φορά την υποκρισία μιας κοινωνίας που κάθε μέρα δείχνει όλο και πιο σάπια. Την υποκρισία των τόμων του εργατικού δικαίου που μας δίνουν στη σχολή, την ώρα που μια αρνητική εισήγηση του προϊσταμένου, είναι υπεραρκετή για να χάσει ένας άνθρωπος τη δουλειά του. Την υποκρισία της γραβάτας, του χαρτοφύλακα και του κρεμασμένου πτυχίου στο τοίχο. Την υποκρισία των γλείφτηδων και των ρουφιάνων που πατούν στην ανθρωποφαγία για να ανελιχθούν. Την υποκρισία μιας μπάσταρδης αντικειμενικότητας που δικαιολογεί τον εργασιακό κανιβαλισμό για να εξάρει την ελευθερία της αγοράς.

Η αλήθεια είναι πως σήμερα ξαναγνώρισα το θείο μου. Στο μυαλό μου πάντα τον είχα σαν τον αλέγκρο τύπο που μας χάριζε απίστευτο γέλιο τα καλοκαίρια στις παραλίες, που μας πήγαινε για μπάλα με τα ξαδέρφια μου όταν ήμασταν πιτσιρίκια, που κάναμε πεζοπορίες στο βουνό και που συζητούσαμε για ώρες τα βράδια στην αυλίτσα του μικρού σπιτιού μας στη χώρα της Κέας πίνοντας κρασί. Όσο και να προσπάθησε αυτό το γαμημένο το σύστημα να μου αποδομήσει αυτή την εικόνα του δεν τα κατάφερε. Δεν είδα το θείο μου υποταγμένο, ούτε νικημένο. Τον είδα αποφασισμένο. Αποφασισμένο να υπερασπιστεί το δίκιο του και την εντιμότητά του κόντρα στον προϊστάμενο ακόμη κι αν το τίμημα είναι η απόλυση. Όμως πραγματικά, τι είναι πιο σημαντικό; Μια δουλειά χωρίς αξιοπρέπεια, ή μια απόλυση για την υπεράσπιση της αξιοπρέπειας; Οι καιροί είναι δύσκολοι και πολλοί αναγκάζονται να υπομένουν το πρώτο. Δεν μπορώ να μη θαυμάσω όμως όσους προχωρούν στο δεύτερο. Όσους είναι απηυδισμένοι από τα τσαλιμάκια των αφεντικών και τα φτύνουν στη μούρη τους.

Έτσι για την ιστορία. Ο θείος μου ήταν για πολλά χρόνια εργαζόμενος στον τομέα της ψυχικής υγείας. Όσες φορές τον είχα επισκεφθεί στο χώρο εργασίας του, οι ένοικοι του ψυχιατρικού κέντρου τον αντιμετώπιζαν με πολλή αγάπη καθώς ήταν ένας άνθρωπος που δινόταν ολοκληρωτικά σε αυτούς. Ίσως γιατί καταλάβαινε ότι κάθε πρωί δε χτύπαγε απλώς κάρτα αλλά επιτελούσε λειτούργημα. Ίσως γιατί λογάριαζε τα χαρούμενα βλέμματα των ψυχικά διαταραγμένων ανθρώπων, περισσότερο από τα λίγα φράγκα που έπαιρνε.

Ο καιρός είναι περίεργος όντως. Όμως η ιστορία του θείου μου με οδήγησε σε κάποια συμπεράσματα.

Όταν βρέχει δε χρειάζεσαι ομπρέλα. Γίνε λούτσα και ξεφτίλισε εσύ το μπουρίνι. Ή ακόμα καλύτερα φτάσε εσύ μέχρι τον ουρανό για να κλωτσήσεις τη μαυρίλα της βροχής. Τότε ίσως το φως να αποκτήσει μια άλλη αξία.