Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Πρώτη μέρα στο σχολείο



"Πρώτη μέρα στο σχολείο σήμερα. Θέλω να είσαι σοβαρός και προσεκτικός. Η τρίτη δημοτικού είναι μια δύσκολη τάξη." του είπε ο πατέρας του πίνοντας το ζεστό καφέ του στο πρωινό τραπέζι και συνέχισε "είμαστε ήδη ένα χρόνο στο νησί, κάνε υπομονή και φέτος και σου υπόσχομαι ότι του χρόνου θα είμαστε στην Αθήνα". Η επιστροφή στην Αθήνα ήταν για εκείνον ένα όνειρο. Οι μεταθέσεις του πατέρα του τον έκαναν να έχει αλλάξει αρκετά σχολεία μέσα σε μόλις τρία χρόνια. Ήθελε ξανά το δωμάτιό του και τους φίλους του, που η αλήθεια είναι πως άρχιζε να τους ξεχνά. Στρατιωτικός όμως ήταν ο πατέρας του, δε γινόταν αλλιώς. "Κάτι τελευταίο Αντώνη" του είπε λίγο πριν τον αφήσει στην καγκελόπορτα του σχολείου, "Φέτος θα είναι στην τάξη σου κάτι προσφυγάκια. Είναι βρώμικα, φέρουν αρρώστιες και δεν πιστεύουν στο θεό, μείνε μακριά τους αν θες όντως του χρόνου τέτοια μέρα να είμαστε Αθήνα".

Κατέβηκε από το αμάξι, χαιρέτησε τον πατέρα του και κινήθηκε προς το προαύλιο του σχολείου. Η αλήθεια είναι πως δεν κατάλαβε τι σήμαινε η λέξη "προσφυγάκια" πάντως σίγουρα ήταν το πάτημά του για να γυρίσει σπίτι του. Αν έμενα μακριά τους θα ανταμοιβόταν με την επιστροφή του στην Αθήνα. Αν έμενε επίσης μακριά τους θα του έφευγε η ρετσινιά του καινούργιου στην τάξη αφού πλέον αυτή μεταφερόταν αλλού. Υπήρχαν νέοι καινούργιοι, "τα προσφυγάκια". Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ήταν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να καθιερωθεί και στην ομάδα των καλών στο γνωστό ματσάκι στην ώρα της γυμναστικής. Περίμενε αυτή τη στιγμή διακαώς. Το κουδούνι είχε ήδη χτυπήσει. Τα παιδιά στοιχήθηκαν σε γραμμές ανάλογα με την τάξη τους και όλα ήταν έτοιμα για την πρωινή προσευχή. Αμέσως παρατήρησε κάποια παιδάκια που έμοιαζαν κάπως με τις περιγραφές του πατέρα του αλλά όχι με απόλυτη ακρίβεια. Δεν ήταν ακριβώς βρώμικα αλλά ούτε και πεντακάθαρα. Είχαν γρατζουνιές στα πόδια και στα χέρια τους και οι μητέρες τους φορούσαν μαντίλες. Παρά τις αρρώστιες που έλεγε ο πατέρας του ότι έχουν φαίνονταν χαμογελαστά και πείραζαν το ένα το άλλο με μια απρόσμενη χαρά για πρώτη μέρα στο σχολείο. "Δι ευχών των αγίων πατέρων ημών" ακούστηκε από το μικρόφωνο και όλα τα παιδιά άρχισαν μηχανικά να κάνουν το σταυρό τους. "Τα προσφυγάκια μας κοίταξαν στο πρώτο σταύρωμα, προσπάθησαν να μας αντιγράψουν στο δεύτερο σταύρωμα και έκαναν το σταυρό τους στο τρίτο! Μα πώς γίνεται; Αφού είναι ξεκάθαρο πως δεν πιστεύουν στο θεό", σκέφτηκε. Θα διαπίστωνε, όμως, το τι είναι αυτά τα "προσφυγάκια" στην επόμενη δοκιμασία. "Έπαρση της σημαίας" ακούστηκε από το μικρόφωνο του διευθυντή. Όλα τα παιδιά στάθηκαν προσοχή και άρχισε να ακούγεται ο εθνικός ύμνος. Το βλέμμα του και πάλι έπεσε στα προσφυγάκια προκειμένου να διαπιστώσει αν ξέρουν και τον εθνικό ύμνο. Η αλήθεια είναι πως στέκονταν και αυτά προσοχή όμως ήταν ξεκάθαρο πως δεν ήξεραν τους στίχους παρά το ότι ανοιγόκλειναν το στόμα τους για να φαίνεται ότι τον ξέρουν και να ξεγελάσουν τη δασκάλα.

Μια τρικυμία επικρατούσε στο μυαλό του. Ποια ήταν αυτά τα προσφυγάκια και γιατί ήρθαν στο σχολείο του; Γιατί είναι πιο σκουρόχρωμα και γιατί δεν ξέρουν τον εθνικό ύμνο; Αν είναι άρρωστα γιατί τέτοια χαρά που ξεκινάει το σχολείο και οι διακοπές τελειώνουν; Ερωτήματα μυστηρίου, που όμως δεν είχε ιδιαίτερη καούρα να τα λύσει αφού θα ξέφευγε από το στόχο του. Την επιστροφή στην Αθήνα, δηλαδή, και την καθιέρωσή του στην ποδοσφαιρική ομάδα των "καλών". "Όλες οι τάξεις να ανέβουν στις αίθουσες εκτός από την τρίτη δημοτικού που πρώτη ώρα έχει γυμναστική" αναφώνησε ο διευθυντής από το μικρόφωνο. Η ώρα του είχε φτάσει νωρίτερα απ' ότι φανταζόταν. Το πρώτο ματς της χρονιάς χωρίς να είναι ο "καινούργιος" που θα κάθεται στον πάγκο ή ο "καινούργιος" που θα παίζει με τους λιγότερο καλούς ήταν ήδη γεγονός. Άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε τα καινούργια ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Του τα πήρε ο πατέρας του το καλοκαίρι και ανυπομονούσε να τα φορέσει. Αφού τελείωσε το ζέσταμα, ο γυμναστής τους έδωσε τη μπάλα. Όλα ήταν έτοιμα. Ο καλύτερος παίκτης της τάξης, ο Γιώργος, πήρε την μπάλα, τους φώναξε όλους γύρω του και τους είπε: "Παιδιά θα παίξουμε Έλληνες εναντίον ξένων". Η αλήθεια είναι πως στον Αντώνη έκανε εντύπωση που ο Γιώργος δε διάλεξε τους παίκτες της ομάδας του, αλλά αντίθετα χώρισε τις ομάδες με βάση το δίπολο έλληνες-ξένοι. Παρ' όλα αυτά του λύθηκε η απορία γιατί τα προσφυγάκια δεν ήξεραν τον εθνικό ύμνο. Δεν πολυασχολήθηκε περαιτέρω. Άλλωστε ο τρόπος με τον οποίο χωρίστηκαν οι ομάδες τον κατέτασσε αυτόματα στην ομάδα των καλών, στην ομάδα του Γιώργου, στην ομάδα των Ελλήνων.

Τα προσφυγάκια δεν κατάλαβαν ακριβώς τι εννοούσε ο Γιώργος. Όταν είδαν όμως τους ντόπιους μαθητές να πηγαίνουν προς τη μια μεριά του γηπέδου κατάλαβαν αμέσως το πως χωρίστηκαν οι ομάδες. "Εσύ θα παίξεις άμυνα γιατί και πάλι δεν ξέρεις μπάλα" είπε ο Γιώργος στον Αντώνη. "Κακή αρχή αλλά σίγουρα στην ομάδα των καλών" σκέφτηκε ο τελευταίος. Το παιχνίδι ξεκίνησε. Σέντρα, πάσα, κοντρόλ, πάσα, ξανά πάσα, ξαφνικό κλέψιμο από έναν Αϊχάν που περνάει έναν, ντριμπλάρει δύο παίχτες ταυτόχρονα, κάνει μια προσποίηση αφήνοντας όλη την ελληνική ομάδα πίσω του, και με ωραίο πλασέ στέλνει τη μπάλα στο τέρμα κάνοντας το 0-1 για τους ξένους. Η αλήθεια είναι ότι εντυπωσιάστηκαν όλοι από τον Αϊχάν. Απίστευτες ικανότητες. Όλοι σκέφτηκαν ότι βρέθηκε καλύτερος παίκτης από τον έως τότε ταλαντούχο στο άθλημα Γιώργο. Όλοι επίσης θαύμασαν τον Αϊχάν, εκτός από το Γιώργο που άρχισε να φωνάζει σε όλη την ομάδα να πάρει τα πόδια της και κυρίως να βρίζει τον Αντώνη που ήταν ο τελευταίος παίκτης. Το παιχνίδι ξαναξεκίνησε και δε φαινόταν τόσο εύκολο. "Πώς γίνεται αυτά τα παιδιά με τα σκισμένα παπούτσια, τις βρώμικες μπλούζες και τα γρατζουνισμένα πόδια να παίζουν τόσο καλά;" σκέφτηκε ο Αντώνης. "Ο Θεός είναι μαζί μας όμως, θα νικήσουμε", ξανασκέφτηκε. Το παιχνίδι ήταν δύσκολο. Ο Ομράν ο δεύτερος καλύτερος παίκτης των ξένων έβαλε ένα γκολ το οποίο ακυρώθηκε ως "οφσάιντ" από τους Έλληνες. Ο Αντώνης, ήξερε πως δεν ήταν οφσάιντ και πως το γκολ ήταν κανονικό. Προτίμησε να μη μιλήσει όμως. Έπαιζε στην ομάδα που ήθελε και αυτό του αρκούσε. "Δε γίνεται να χάσουμε από τους ξένους!" φώναξε ο Γιώργος, "Αφού το θέλουν έτσι θα παίξουμε σκληρά. Στην έδρα μας δε χάνουμε από αυτούς". Τάκλιν, σπρωξιές, κλωτσιές και σκληρά μαρκαρίσματα ώστε να κερδηθεί πάση θυσία το παιχνίδι από τους ξένους άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Κάπως έτσι και ενώ παίκτης των ξένων είχε τραυματιστεί, ο Γιώργος σούταρε και μείωσε σε 1-1. Πανηγυρισμοί και συσπείρωση στην ομάδα. Ο Αντώνης, όμως, δεν μπορούσε να καταλάβει. Ποιοι ήταν φέτος οι καλοί παίκτες και ποιοι οι κακοί; Είναι οι Έλληνες καλοί και οι ξένοι κακοί; Μα έβλεπε το αντίθετο.

Το παιχνίδι όδευε προς το τέλος του χωρίς να αλλάξει το σκορ. Ο Αϊχάν συνέχιζε να παίζει απίστευτη μπάλα και κατά τύχη δεν έβαλε παραπάνω γκολ. Ο Γιώργος πεισμωμένος, πήρε τη μπάλα και κάνοντας πως πέφτει στη μεγάλη περιοχή πήρε πέναλτι με ιδιαίτερες θεατρικές ικανότητες. Τα προσφυγάκια άρχισαν να φωνάζουν "no penalty", καθώς δεν έγινε κάτι αντικανονικό. Οι γηπεδούχοι όμως ήταν αυτοί που έβαζαν του κανόνες του παιχνιδιού όπως φάνηκε. Ο Γιώργος έστησε την μπάλα, σούταρε και σκόραρε πανηγυρίζοντας το 2-1 δίπλα στην ελληνική σημαία. "Δε θα γίνετε ποτέ σαν και μας!" φώναξε αγκαλιάζοντας τους συμπαίκτες του. Αυτή η φράση χτύπησε άσχημα στον Αντώνη. Την άκουγε άλλωστε και ο ίδιος μέχρι πριν τρεις μήνες. "Δε θα γίνεις ποτέ σαν και μας Αθηναίε!" του έλεγαν οι νησιώτες. Τώρα όμως που έγινε σαν και αυτούς κάτι τον ενοχλούσε. Κάτι δεν του άρεσε. Οι παλμοί του άρχισαν να ανεβαίνουν. "επιστροφή στην Αθήνα - επιστροφή στην Αθήνα - επιστροφή στην Αθήνα" έλεγε από μέσα του για να κρατήσει την ψυχραιμία του. Το παιχνίδι είχε λίγα λεπτά για να τελειώσει. Τελευταία ευκαιρία, ο Αϊχάν πλησιάζει προς το τέρμα για να ισοφαρίσει, ο Αντώνης είναι ο τελευταίος αμυντικός. Ο Αϊχάν πλησιάζει και πλησιάζει και πλησιάζει, πάει να κάνει μια προσποίηση, ο Αντώνης όμως τον κόβει τελείως αναπάντεχα σώζοντας την ομάδα του με μια κίνηση που ούτε και ο ίδιος κατάλαβε πώς την έκανε. Επευφημίες και πανηγυρισμοί από τους συμπαίκτες του, όμως εκείνου δεν του αρκεί το κατόρθωμά του, δεν τον ικανοποιεί. Έχει τη μπάλα ακόμη στα πόδια του. Το κουδούνι χτυπάει σε 10 δευτερόλεπτα. Οι συμπαίκτες του του ζητάνε μανιακά να τους δώσει την μπάλα για να βγουν στην αντεπίθεση. Αυτός όμως δεν αισθάνεται τίποτα. Δεν αισθάνεται Έλληνας, δεν αισθάνεται ξένος. Δεν αισθάνεται καλός παίκτης, δεν αισθάνεται κακός παίκτης. Δεν αισθάνεται αθηναίος, δεν αισθάνεται νησιώτης. Δεν αισθάνεται χριστιανός, δεν αισθάνεται μουσουλμάνος. Αισθάνεται μόνο μετανιωμένος. Τα δευτερόλεπτα κυλούν. Έξι-πέντε-τέσσερα-τρία. Έχοντας τη μπάλα στα πόδια, γυρίζει προς το τέρμα της ομάδας του και με τα καινούργια του παπούτσια σουτάρει στην αριστερή γωνία και βάζει αυτογκόλ. "Πάρτε το χαμπάρι" άρχισε να φωνάζει "σε αυτό το παιχνίδι δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι! Σε αυτό το παιχνίδι είμαστε όλοι ίσοι!".

Οι συμπαίκτες του τρελάθηκαν και άρχισαν να τον κυνηγούν και να τον γρονθοκοπούν με μανία. Τα αίματα από την ανοιγμένη μύτη του βρώμιζαν την καινούργια του μπλούζα, η αδικία της ομάδας του αρρώσταινε τα όνειρά του και το αυτογκόλ του κόντρα στο θέλημα του θεού τον έκανε να μην πιστεύει σε κανένα θεό.

Είχε γίνει και αυτός για λίγα λεπτά το "προσφυγάκι" που ο πατέρας του του έλεγε να μην κάνει παρέα.

Ήταν όμως περήφανος γι αυτό.