Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Να μη σβήσει αυτό που σιγοκαίει



Μια χρονιά πέρασε και αν αναλογιστεί κανείς το πόσο άδεια και κατώτερη των περιστάσεων φάνηκε η αντικαπιταλιστική αριστερά στη χώρα μας, ίσως αρχίσει να σκέφτεται ότι όλα τελείωσαν. Κάπου εκεί φαντάζουν δελεαστικά τα τυράκια της ανασφάλιστης και φθηνής εργασίας, του αποστιγματισμού από τη συλλογική πάλη και της μετανάστευσης. Βέβαια υπάρχει και άλλη μία πρόταση η οποία έρχεται τελευταία και καταϊδρωμένη. Αυτή της συνέχισης του αγώνα για μια ζωή χωρίς φτώχεια, πολέμους και ρατσισμό.

Υιοθετώντας κανείς την τελευταία πρόταση και ανασύροντας όλα τα ψυχικά και σωματικά αποθέματα δύναμης που απαιτεί μια τέτοια επιλογή μέσα στο συνεχιζόμενο μνημονιακό φόντο, οι ιστορικές εμπειρίες αποτελούν την καλύτερη πυξίδα. Όχι για να κάνουμε μια μηχανιστική και αλλοπρόσαλλη μεταφορά πολιτικών συμπερασμάτων του τότε στο σήμερα αλλά για να δούμε αν τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες περιόδους ύφεσης του εργατικού κινήματος από την επαναστατική αριστερά, μπορούν να μας βοηθήσουν στη ζωή μας σήμερα. Μια ζωή που την έχουν φυλακίσει στον καπιταλισμό του σήμερα, με τις εμπειρίες του σήμερα και τα αδιέξοδα του σήμερα. Όχι σε ιδεατές πραγματικότητες που ανταποκρίνονται στα επαναστατικά θέλω μας και στην κομμουνιστική βιβλιογραφία χωρίς να απαντούν στις άμεσες ανάγκες. Άλλωστε η ουσία της θεωρίας είναι να διευκολύνει την πράξη. Όχι να την περιπλέκει εγκλωβίζοντάς την σε καθαρά καλούπια. Δεν ψάχνουμε για αγίους και θαύματα, ψάχνουμε για κομμουνιστές και μεταβάσεις.

Ο Λένιν με μόλις δέκα λέξεις είχε περιγράψει την κατάσταση που επικράτησε στη ρώσικη αριστερά μετά την ήττα του 1905: «Κατάπτωση, αποθάρρυνση, διασπάσεις, σκόρπισμα, αποστασία, πορνογραφία στη θέση της πολιτικής». Δε θα κάνουμε την παρακινδυνευμένη έως επικίνδυνη αναλογία και ταύτιση του 1905 με το ελληνικό 2015 όσο και αν μπαίνουμε στον πειρασμό καθώς η αριστερά στην Ελλάδα παρουσιάζει τα ίδια ακριβώς συμπτώματα. Μιλάμε για διαφορετικές καταστάσεις, διαφορετικά επίδικα και διαφορετικά καθήκοντα. Το ίδιο όμως και στις δύο περιπτώσεις παραμένει η ουσία της ταξικής πάλης και οι αντανακλάσεις της εκάστοτε έκβασής της στον παράγοντα που μπορεί να αλλάξει την ιστορία, δηλαδή την εργατική τάξη και τις πολιτικές εκπροσωπήσεις της. Μετά την επικράτηση του ΟΧΙ το καλοκαίρι του 2015 και τη μεταστροφή του σε ΝΑΙ από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που ανέλαβε το ρόλο του καλύτερου εγγυητή του συστήματος και της μη εκτράχυνσης της κατάστασης, η αριστερά που επέμεινε στο δρόμο της ρήξης, φάνηκε να μπαίνει στο λούκι που περιέγραφε ο Λένιν 100 χρόνια πριν. Μικροηγεμονισμοί, αναζητήσεις καθαρών χεριών, στοχοποιήσεις συντρόφων, επιστροφή στη θεωρητική γωνία, διαδικτυακές αλληλοκατηγορίες και παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που διαπέρασαν τους ανθρώπους της αριστεράς σε διαπροσωπικό επίπεδο μέσα σε όλο το 2016. Ένα μείγμα απογοήτευσης, αγανάκτησης και μίσους χωρίς κεντράρισμα και συνολικό ξεκαθάρισμα στο κεφάλι του/της καθενός/μιας.

Το ακόμη χειρότερο είναι η συλλογική αναπαράσταση αυτής της παθογενούς και αδιέξοδης λογικής σε επίπεδο πολιτικών οργανώσεων, συλλογικοτήτων και μετώπων. Εύκολες είσοδοι και έξοδοι από μετωπικά εγχειρήματα, περιορισμένες συζητήσεις βάσης και παραγωγής γραμμής σε υπό διαμόρφωση μέτωπα, έτοιμες τεχνοκρατικές λύσεις χωρίς πολιτικό περιεχόμενο και απροθυμία στη συγκέντρωση πολιτικής δύναμης είναι μερικά από τα συμπτώματα όχι των ανθρώπων, αλλά των οργανώσεών τους. Κάπως έτσι ξεπήδησαν τα πολύ εύκολα συμπεράσματα του τύπου «μα ο κόσμος δεν ξεσηκώνεται», τα οποία οδηγούν στον πολύ βολικό σχεδιασμό του αέναου απολογισμού της προηγούμενης περιόδου, της έναρξης μιας μακράς περιόδου ανασυνθέσεων και ανακατατάξεων στην αριστερά και της εκ νέου προσέγγισης της νέας περιόδου που ανοίγεται. Όλα αυτά την ώρα που το τρίτο μνημόνιο οργιάζει πάνω από τα κεφάλια μας εξαθλιώνοντας την κοινωνία και κλείνοντας το μάτι στο τέταρτο για να την αποτελειώσει. Όλα αυτά την ώρα που ιδιωτικοποιείται το σύμπαν, που οι τράπεζες κατάσχουν τα σπίτια των ανθρώπων, που η κοινωνική ασφάλιση καταρρέει και που ετοιμάζεται η πλήρης αποσάρθρωση των εργασιακών σχέσεων. Η αλήθεια είναι ότι η αριστερά νοσεί. Το ζήτημα είναι αν θες να χτυπήσεις τη νόσο και να βγεις στο δρόμο ή αν θες να την αντικαταστήσεις με άλλη νόσο και να μείνεις σπίτι σου διαβάζοντας παρ’ όλα αυτά μαρξισμό.

Αυτή τη στιγμή η ανάγκη δεν εστιάζει ούτε σε πεφωτισμένες ηγεσίες που είναι αποκομμένες από τις μάζες, ούτε στις μάζες που αδιαφορούν για τις ηγεσίες. Και οι δύο προσεγγίσεις μεμονωμένες οδηγούν σε ένα φαύλο κύκλο αδιεξόδων που αναζητούν λύσεις γύρω από το φάντασμά τους. Δεν υπάρχει κανείς που μπορεί να πείσει την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα ότι μπορεί να τους δώσει λύση επιμένοντας σε ένα τεχνοκρατικό πρόγραμμα μετάβασης σε άλλο νόμισμα χωρίς αυτό να είναι δεμένο με ένα συνολικό μεταβατικό πρόγραμμα ταξικής αντεπίθεσης. Δεν υπάρχει επίσης κανείς που να μπορεί να πείσει την κοινωνική πλειοψηφία ότι μπορεί να εμπλακεί σε μια χειραφετητική διαδικασία χωρίς να την επερωτά για το διακύβευμα της κεντρικής πολιτικής διεξόδου. Ο αόριστος κινηματισμός που αναλώνει δυνάμεις σε διάφορα μεμονωμένα εγχειρήματα που είναι μεν αξιόλογα αλλά με συγκεκριμένα όρια και δυνατότητες δεν απαντάει στη συγκεκριμένη επίθεση του συστήματος με τα αντίστοιχα αόριστα όρια και δυνατότητες.

Είναι μείζον το να αναπτυχθεί μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις οργανωμένες δυνάμεις της αριστεράς με τις καταπιεσμένες μάζες της κοινωνίας προκειμένου να διαμορφωθούν οι όροι της δικής μας αντεπίθεσης και όχι οι συνθήκες της δικής μας αλληλοεξόντωσης. Από τις ήττες πρέπει να βγάζουμε συμπεράσματα για το πώς θα νικήσουμε την επόμενη φορά και όχι γιατί ήμασταν καταδικασμένοι να χάσουμε την προηγούμενη. Ο Λένιν μετά το 1905 έγραφε ότι «η ήττα δίνει στα επαναστατικά κόμματα και στην επαναστατική τάξη ένα πραγματικό και ωφελιμότατο μάθημα, μάθημα ιστορικής διαλεκτικής, μάθημα κατανόησης, ικανότητας και τέχνης για τη διεξαγωγή του πολιτικού αγώνα» ενός αγώνα που την επόμενη φορά πρέπει να γίνει «πιο πλατιά, πιο σωστά και πιο δραστήρια». Η ταύτιση της μούρης μας με αυτή του Λένιν θα ήταν ανεδαφική και αστεία. Η αξιοποίηση όμως των συμπερασμάτων του Λένιν για το σύγχρονο προχώρημα των δικών μας αγώνων επιβάλλεται. Η ταξική ανάλυση, η συγκέντρωση πολιτικής δύναμης, η ενιαιομετωπική λογική, η μεταβατική αντίληψη και η οργανωτική ανασυγκρότηση γύρω από τα αιτήματα του κόσμου για ψωμί, γη και ειρήνη θα είναι για πάντα επίκαιρες.

Όταν δε θα υπάρχουν φθηνοί και φτωχοί εργάτες, απολυμένοι, καταπιεσμένοι, άστεγοι και άποροι άνθρωποι, εξαθλιωμένοι και κατατρεγμένοι πρόσφυγες, τότε σίγουρα θα ζούμε μια άλλη ζωή. Μέχρι να αγγίξουμε όμως αυτή τη ζωή πρέπει να παλέψουμε στην υπάρχουσα μαζί με όλους τους παραπάνω με γνώμονα τα συμφέροντά τους. Αν δεν το κάνουμε θα πρέπει να απολογηθούμε. Όχι για την κατάντια μας, αλλά για τη δειλία μας να την αποτρέψουμε. Και η αποτροπή της κατάντιας δεν είναι η ζωή. Είναι απλώς το πρώτο βήμα.

Ας το κάνουμε το 2017. Κλείνει ένας αιώνας από τη ρώσικη έφοδο στον ουρανό.

Κάτι θα μας έμεινε σε αυτά τα 100 χρόνια…