Σάββατο 23 Ιουλίου 2022

Στο Μάτι

Πάνε τέσσερα χρόνια. Πήρε κάτι αποζημιώσεις, κουτσόφτιαξε το σπίτι. Τον κήπο τον άφησε ξερό. Δε φύτεψε τίποτα. 

Στο λιμανάκι δεν έχει ξανακατέβει από τότε. Ανηφορίζει προς τα πάνω μόνο. Βγαίνει στη Μαραθώνος και τραβάει για αλλού αν θέλει να δει θάλασσα. 

Το μαύρο έγινε γκρι και το γκρι έγινε άσχημο μέσα στα χρόνια. Το μόνο που στέκει και το βλέπει από την αυλή του είναι αυτό το κωλοξενοδοχείο που σώθηκε. 

Το χώμα μυρίζει ακόμη στάχτη, ή τουλάχιστον έτσι νομίζει. Κάποιες φορές την άνοιξη μυρίζει λίγο γιασεμί, αλλά μάλλον είναι παραίσθηση. 

Πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού στέκουν δυο φωτογραφίες και στο κουδούνι τα ονόματα δεν κάηκαν. Αναγράφονται με καλλιγραφία ακόμη. 

Κάποια βράδια θυμάται. Κάποια άλλα αναρωτιέται. Κάποια θυμώνει. Κάποια λυπάται. Όμως ποτέ δεν έχει ύπνο βαθύ. 

Είναι οι κραυγές, το σύρσιμο της φωτιάς, η ασφυξία του καπνού, το αίσθημα πανικού που τον κυριεύει. Έχει γίνει κομμάτι του εαυτού του. Πληγή του. 

Του πρότειναν να μιλήσει σε ειδικούς, μα αρνήθηκε. Η ψυχή του πιστεύει πως δε θεραπεύεται. Ίσως κάνει λάθος, όμως τι νόημα έχει να νιώσει καλύτερα. 

Κάπου κάπου τον θυμούνται. Τον ρωτάνε αν είναι καλά. Του στέλνουν δυο κάμερες και ένα μικρόφωνο. Άλλες πάλι μια συστημένη ψήφο. Άλλες μια υπόσχεση. 

Βαρέθηκε. Κουράστηκε. Πόνεσε πολύ. Και το χειρότερο; 

Έμεινε πίσω μόνος.