Ζεις
Στην παράνομη σαρκική επαφή
Στο άθρησκο άγγιγμα του ομόφυλου βλέμματος
Ανθίζεις
Φοβάσαι
Το φοβικό κρεσέντο του αυτάρεσκου μουστακιού
Τα χαμόγελα της πρωτόγονης σεξουαλικής περηφάνιας
Ανέχεσαι
Κρύβεσαι
Σε πληρωμένα στερεότυπα ή σε ξεπουλημένα κορμιά
Στα συκοφαντημένα κελιά της προσδιοριζόμενης ανωμαλίας
Κλειδώνεσαι
Πληγώνεσαι
Από την ορθότητα της κανονικότητας
Από τον πρότερο καθορισμό του ηθικά σωστού
Στιγματίζεσαι
Ακούς
Την τριβή χαρτονομισμάτων στις τσέπες διάσημων ομοίων σου
Τη διαπόμπευση μιας πραγματικότητας όμοιας με τη δική σου
Αισθάνεσαι
Θυμώνεις
Ο ερωτισμός σου πουλιέται στις αγορές του κανιβαλισμού, σαν κλισέ φιγούρα, σαν αστείο
Όμοιος σου είναι αυτός που λατρεύει την αγάπη ανεξαρτήτως προσδιορισμού, όχι άλλος
Συμπεραίνεις
Σκέφτεσαι
Τα μάτια κοιτούν με τον ίδιο τρόπο το φως και το σκοτάδι
Όχι όμως τον έρωτα
Καταλήγεις.
Σάββατο 22 Μαρτίου 2014
Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014
Η θεωρία του σοσιαλφασισμού, η απομόνωση και η ήττα
Μία από τις μελανότερες σελίδες στην ιστορία του εργατικού κινήματος και της εργατικής τάξης γενικότερα, γράφτηκε στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Η νίκη της πιο αντιδραστικής και βάρβαρης μορφής του φασισμού στη Γερμανία, όπως εκφραζόταν από τους ναζί, και μάλιστα χωρίς κάποια ουσιαστική αντίδραση από την εργατική τάξη, σίγουρα δημιουργεί προβληματισμούς σχετικά με το πως έγινε δυνατή μια τέτοια καταστροφή και τι συμπεράσματα μπορούμε να εξάγουμε για το σήμερα.
Αξίζει σε πρώτο στάδιο να εξετάσουμε το κοινωνικό πλαίσιο της Γερμανίας στις αρχές της δεκαετίας του ’30 και το τι πολιτικές επιλογές υπήρχαν για την εργατική τάξη. Η Γερμανία ήταν μια ανεπτυγμένη χώρα και πιθανώς περιελάμβανε τον πιο ανεπτυγμένο βιομηχανικό καπιταλισμό των ημερών της. Οι βιομηχανικοί εργάτες αποτελούσαν το 30% του πληθυσμού ενώ μαζί με τους εργάτες γης έφταναν το μισό πληθυσμό της Γερμανίας. Ένα άλλο 20% αποτελούσε τη νέα μεσαία τάξη και το εναπομείναν 30% συγκροτούνταν από τις παλιές τάξεις. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό πως η εργατική τάξη στη Γερμανία είχε τις δυνατότητες να τσακίσει τόσο το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα εκμετάλλευσης, όσο και τους φασίστες.
Το μεγαλύτερο κομμάτι της υποστήριζε το ρεφορμιστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD και οργανωνόταν στο προσκείμενο σε αυτό συνδικάτο ADGB. Παρότι το SPD είχε μια τεράστια εργατική βάση, στην πραγματικότητα δεν είχε κάποιο αντικαπιταλιστικό πρόταγμα και ήταν στρατευμένο στη διατήρηση της αστικής δημοκρατίας. Με το ξέσπασμα της κρίσης στα τέλη της δεκαετίας του ’20, το SPD, παρά τις βαθιές ρίζες του στα συνδικάτα, δε δίστασε να στραφεί ενάντια στους ίδιους τους υποστηρικτές του συμφωνώντας σε μια σειρά καταστροφικά μέτρα για τους εργαζόμενους. Το δημιούργημά του, η δημοκρατία της Βαϊμάρης, αποτέλεσε ένα από τα τελειότερα παραδείγματα ταξικής συνεργασίας που έχουν υπάρξει. Παρ’όλα αυτά, η θέση του SPD θα γινόταν ακόμη πιο δυσμενής μεταξύ του 1929-1932, όταν η κρίση οδήγησε στην πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 42% και στην εμφάνιση έξι εκατομμυρίων ανέργων σε έναν εργατικό πληθυσμό είκοσι εκατομμυρίων.
Στο έδαφος αυτής της κατάστασης αναπτύχθηκε ταχύτατα ο ναζισμός με μια έκρηξη των ποσοστών του από 2,6% το 1928 σε 37,4% το 1932. Το ναζιστικό κόμμα πάτησε στην αγανάκτηση των μεσαίων στρωμάτων και των εργατών. Τα τάγματα εφόδου από μια απομονωμένη χούφτα τραμπούκων έφτασε να απαρτίζεται από 400.000 ένστολους φονιάδες, ενώ σχεδόν το σύνολο της μεσαίας τάξης εγκατέλειψε τα παραδοσιακά αντιδραστικά κόμματα και εντάχθηκε στο ναζιστικό κόμμα, το οποίο αποτελούσε μια σταθερή απειλή για το εργατικό κίνημα. Σε αυτές τις συνθήκες είναι προφανές ότι η εργατική τάξη θα έπρεπε να προτάξει ένα σχέδιο επιθετικής ενότητας ενάντια στους ναζιστές με πρωτοβουλία του πιο επαναστατικού κομματιού της, του KPD (ΚΚΓ). Το KPD, όμως, δεν προχώρησε ποτέ σε μια τέτοια κίνηση. Ήταν μέλος της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) και από το 1923 και έπειτα, υπαγόταν όλο και περισσότερο στον άμεσο έλεγχο της και στις πολιτικές που προωθούσε ο Στάλιν και οι υποστηρικτές του. Η γραμμή της Κομιντέρν εκείνη την περίοδο ανέπτυσσε τη θεωρία του «σοσιαλφασισμού», σύμφωνα με την οποία, δεν υπήρχαν περιθώρια συνεργασίας με την εργατική βάση της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στο φασισμό καθώς προβαλλόταν το επιχείρημα ότι το SPD και το ναζιστικό κόμμα εξυπηρετούσαν το ίδιο σύστημα. Έτσι, λοιπόν, το KPD, υιοθετώντας την ίδια ρητορική απέναντι σε όλους τους πολιτικούς χώρους, βρέθηκε απομονωμένο και μικρό για να αντιμετωπίσει τόσο το καπιταλιστικό σύστημα όσο και τους φασίστες.
Ο λόγος που το KPD υιοθέτησε αυτή την αριστερίστικη και αυτοκτονική πολιτική για το ίδιο και την τάξη που εκπροσωπούσε, βρισκόταν στην περίφημη θεωρία του «σοσιαλφασισμού» που προωθούσε εκείνη την εποχή η Κομιντέρν υπό τις εντολές του Στάλιν. Η θεωρία αυτή υποστήριζε ότι σε περίοδο κρίσης, το αστικό κράτος μετατρέπεται σε όργανο φασιστικής κυριαρχίας και κατ’ αυτόν τον τρόπο σε χώρες με ισχυρές σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις, η φασιστική δικτατορία είναι οργανωμένη μέσα από τα ίδια τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αυτή η μορφή φασισμού είναι πολύ πιο επικίνδυνη από το χιτλερικό είδος, έλεγε η Κομιντέρν, επειδή το πλεονέκτημα που έχουν οι «σοσιαλφασίστες» στις μάζες, τους επιτρέπει να σταματούν την αντεπίθεση των μαζών στη φασιστική δικτατορία που ήδη υπάρχει. Η αστεία (εξετάζοντας τα μελλοντικά γεγονότα) αυτή θεωρία ουσιαστικά ταύτιζε το φασισμό με την αστική δημοκρατία και ο ενιαιομετωπικός αγώνας ενάντια και στους δύο, θα μπορούσε να προχωρήσει μόνο με βάση αυτή την παραδοχή. Οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες, δηλαδή, έπρεπε να παραδεχτούν ότι οι ηγέτες τους ήταν το ίδιο με τους ναζί, προκειμένου να πολεμήσουν τους φασίστες μαζί με το KPD. Πρόκειται για μια σκέτη παράνοια που με βεβαιότητα θα οδηγούσε στην ήττα της εργατικής τάξης όπως και έγινε.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που αναδεικνύουν την ανεδαφικότητα της θεωρίας του σοσιαλφασισμού και της στρέβλωσης της ενιαιομετωπικής λογικής που ακολούθησε το KPD. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αξίζει να τονισθεί ότι η σοσιαλδημοκρατία της δεκαετίας του ’30, δεν είχε καμία σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, ή έστω πριν κάποια χρόνια (πχ ΠΑΣΟΚ). Η σοσιαλδημοκρατία της περιόδου εκείνης ήταν πολύ πιο ριζοσπαστική απ’ότι σήμερα, με δυναμική παρουσία στα συνδικάτα και ισχυρούς δεσμούς με την εργατική τάξη ως τέτοια. Παρά τις προδοσίες και τα πισωγυρίσματα του, οι εργάτες που ανήκαν στο SPD έδιναν μεγάλους εργατικούς αγώνες και με την κατάλληλη επαφή και ζύμωση με τους κομμουνιστές θα μπορούσαν να είχαν τσακίσει τη ναζιστική απειλή πριν προλάβει το φίδι να βγει από το αυγό του. Δυστυχώς, όμως, η γραμμή της Κομιντέρν οδήγησε την εργατική τάξη της Γερμανίας στη διάσπαση, στην αδράνεια και στην ήττα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η αντίφαση της θεωρίας του σοσιαλφασισμού αναδεικνύεται από το ότι, παρά το γεγονός ότι οι ρεφορμιστικές πολιτικές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων άνοιξαν το δρόμο για το φασισμό, οι ίδιες οι σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις επρόκειτο να διαλυθούν από την άνοδο του φασισμού στην εξουσία. Αυτό αναδεικνύει τη δυνατότητα αλλά και τη σημασία που θα είχε ο εξαναγκασμός της ηγεσίας της σοσιαλδημοκρατίας για ενιαίο μέτωπο κόντρα στους φασίστες υπό την πίεση της επαναστατικής πρωτοπορίας του KPD. Τέλος, σε τρίτο επίπεδο, οι επαναστάτες αντιλαμβάνονται το ενιαίο μέτωπο ως μια μέθοδο κινητοποίησης των εργατών «από τα κάτω». Κανένας αληθινός κομμουνιστής δεν ενδιαφέρεται για τον ηθικό ή πολιτικό «προσηλυτισμό» των λίγων σοσιαλδημοκρατών ηγετών. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η κίνηση των μαζών σε επαναστατική κατεύθυνση και αυτό επιτυγχάνεται μέσα από το ενιαίο μέτωπο, που θα βασίζεται στην πραγματική πολιτική ζύμωση με τη βάση της σοσιαλδημοκρατίας αντιμετωπίζοντάς την ως τμήμα της εργατικής τάξης και όχι ταυτίζοντάς τη με τον φασισμό. Γιατί τότε ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης αντιδραστικά θα γυρίσει την πλάτη στην επαναστατική προοπτική. Ο Τρότσκι πολύ πετυχημένα τόνιζε ότι «όποιο κόμμα αντιπαραθέτει μηχανιστικά τον εαυτό του, στην ανάγκη της εργατικής τάξης για ενότητα στη δράση, θα κερδίσει δίχως άλλο την περιφρόνηση των εργατών» και είχε απολύτως δίκιο. Τα μετέπειτα γεγονότα με μια τραγική ειρωνεία τον δικαίωσαν.
Το αποτέλεσμα της πολιτικής του KPD υπό την καθοδήγηση της Κομιντέρν και του Στάλιν ήταν οδυνηρά και καταστροφικά για το προλεταριάτο. Ο Χίτλερ μετά τη νίκη του διέλυσε πρώτα το KPD, έπειτα την ADGB και τέλος το SPD. Πρόκειται για ένα ολοκληρωτικό τσάκισμα της εργατικής τάξης και κάθε δυνατότητάς της στη διεκδίκηση. Αμέσως μετά την ήττα στη Γερμανία η Κομιντέρν δήλωνε : «Η ηρεμία που διαδέχθηκε το θρίαμβο του φασισμού είναι μόνο ένα μεταβατικό φαινόμενο .... η εγκαθίδρυση της ανοιχτά φασιστικής δικτατορίας.... αυξάνει τους ρυθμούς προέλασης προς την προλεταριακή επανάσταση». Είναι ιδιαίτερα αστείο το γεγονός ότι η σταλινική Κομιντέρν θεωρούσε πως η καταστροφή των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των πολιτικών κομμάτων και των τεράστιων κατακτήσεων των εργαζομένων μετά από εκατοντάδες χρόνια εργατικών αγώνων, ήταν μια «απελευθέρωση» που θα άνοιγε το δρόμο για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Δυστυχώς πλέον ήταν πολύ αργά. Η εργατική τάξη είχε τη δυνατότητα να αντεπιτεθεί ως ενιαίο σύνολο απέναντι στο φασισμό και δεν το έκανε. Τραγική συνέπεια ήταν η συντριβή της και η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία.
Αξίζει σε πρώτο στάδιο να εξετάσουμε το κοινωνικό πλαίσιο της Γερμανίας στις αρχές της δεκαετίας του ’30 και το τι πολιτικές επιλογές υπήρχαν για την εργατική τάξη. Η Γερμανία ήταν μια ανεπτυγμένη χώρα και πιθανώς περιελάμβανε τον πιο ανεπτυγμένο βιομηχανικό καπιταλισμό των ημερών της. Οι βιομηχανικοί εργάτες αποτελούσαν το 30% του πληθυσμού ενώ μαζί με τους εργάτες γης έφταναν το μισό πληθυσμό της Γερμανίας. Ένα άλλο 20% αποτελούσε τη νέα μεσαία τάξη και το εναπομείναν 30% συγκροτούνταν από τις παλιές τάξεις. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό πως η εργατική τάξη στη Γερμανία είχε τις δυνατότητες να τσακίσει τόσο το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα εκμετάλλευσης, όσο και τους φασίστες.
Το μεγαλύτερο κομμάτι της υποστήριζε το ρεφορμιστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD και οργανωνόταν στο προσκείμενο σε αυτό συνδικάτο ADGB. Παρότι το SPD είχε μια τεράστια εργατική βάση, στην πραγματικότητα δεν είχε κάποιο αντικαπιταλιστικό πρόταγμα και ήταν στρατευμένο στη διατήρηση της αστικής δημοκρατίας. Με το ξέσπασμα της κρίσης στα τέλη της δεκαετίας του ’20, το SPD, παρά τις βαθιές ρίζες του στα συνδικάτα, δε δίστασε να στραφεί ενάντια στους ίδιους τους υποστηρικτές του συμφωνώντας σε μια σειρά καταστροφικά μέτρα για τους εργαζόμενους. Το δημιούργημά του, η δημοκρατία της Βαϊμάρης, αποτέλεσε ένα από τα τελειότερα παραδείγματα ταξικής συνεργασίας που έχουν υπάρξει. Παρ’όλα αυτά, η θέση του SPD θα γινόταν ακόμη πιο δυσμενής μεταξύ του 1929-1932, όταν η κρίση οδήγησε στην πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 42% και στην εμφάνιση έξι εκατομμυρίων ανέργων σε έναν εργατικό πληθυσμό είκοσι εκατομμυρίων.
Στο έδαφος αυτής της κατάστασης αναπτύχθηκε ταχύτατα ο ναζισμός με μια έκρηξη των ποσοστών του από 2,6% το 1928 σε 37,4% το 1932. Το ναζιστικό κόμμα πάτησε στην αγανάκτηση των μεσαίων στρωμάτων και των εργατών. Τα τάγματα εφόδου από μια απομονωμένη χούφτα τραμπούκων έφτασε να απαρτίζεται από 400.000 ένστολους φονιάδες, ενώ σχεδόν το σύνολο της μεσαίας τάξης εγκατέλειψε τα παραδοσιακά αντιδραστικά κόμματα και εντάχθηκε στο ναζιστικό κόμμα, το οποίο αποτελούσε μια σταθερή απειλή για το εργατικό κίνημα. Σε αυτές τις συνθήκες είναι προφανές ότι η εργατική τάξη θα έπρεπε να προτάξει ένα σχέδιο επιθετικής ενότητας ενάντια στους ναζιστές με πρωτοβουλία του πιο επαναστατικού κομματιού της, του KPD (ΚΚΓ). Το KPD, όμως, δεν προχώρησε ποτέ σε μια τέτοια κίνηση. Ήταν μέλος της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) και από το 1923 και έπειτα, υπαγόταν όλο και περισσότερο στον άμεσο έλεγχο της και στις πολιτικές που προωθούσε ο Στάλιν και οι υποστηρικτές του. Η γραμμή της Κομιντέρν εκείνη την περίοδο ανέπτυσσε τη θεωρία του «σοσιαλφασισμού», σύμφωνα με την οποία, δεν υπήρχαν περιθώρια συνεργασίας με την εργατική βάση της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στο φασισμό καθώς προβαλλόταν το επιχείρημα ότι το SPD και το ναζιστικό κόμμα εξυπηρετούσαν το ίδιο σύστημα. Έτσι, λοιπόν, το KPD, υιοθετώντας την ίδια ρητορική απέναντι σε όλους τους πολιτικούς χώρους, βρέθηκε απομονωμένο και μικρό για να αντιμετωπίσει τόσο το καπιταλιστικό σύστημα όσο και τους φασίστες.
Ο λόγος που το KPD υιοθέτησε αυτή την αριστερίστικη και αυτοκτονική πολιτική για το ίδιο και την τάξη που εκπροσωπούσε, βρισκόταν στην περίφημη θεωρία του «σοσιαλφασισμού» που προωθούσε εκείνη την εποχή η Κομιντέρν υπό τις εντολές του Στάλιν. Η θεωρία αυτή υποστήριζε ότι σε περίοδο κρίσης, το αστικό κράτος μετατρέπεται σε όργανο φασιστικής κυριαρχίας και κατ’ αυτόν τον τρόπο σε χώρες με ισχυρές σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις, η φασιστική δικτατορία είναι οργανωμένη μέσα από τα ίδια τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αυτή η μορφή φασισμού είναι πολύ πιο επικίνδυνη από το χιτλερικό είδος, έλεγε η Κομιντέρν, επειδή το πλεονέκτημα που έχουν οι «σοσιαλφασίστες» στις μάζες, τους επιτρέπει να σταματούν την αντεπίθεση των μαζών στη φασιστική δικτατορία που ήδη υπάρχει. Η αστεία (εξετάζοντας τα μελλοντικά γεγονότα) αυτή θεωρία ουσιαστικά ταύτιζε το φασισμό με την αστική δημοκρατία και ο ενιαιομετωπικός αγώνας ενάντια και στους δύο, θα μπορούσε να προχωρήσει μόνο με βάση αυτή την παραδοχή. Οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες, δηλαδή, έπρεπε να παραδεχτούν ότι οι ηγέτες τους ήταν το ίδιο με τους ναζί, προκειμένου να πολεμήσουν τους φασίστες μαζί με το KPD. Πρόκειται για μια σκέτη παράνοια που με βεβαιότητα θα οδηγούσε στην ήττα της εργατικής τάξης όπως και έγινε.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που αναδεικνύουν την ανεδαφικότητα της θεωρίας του σοσιαλφασισμού και της στρέβλωσης της ενιαιομετωπικής λογικής που ακολούθησε το KPD. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αξίζει να τονισθεί ότι η σοσιαλδημοκρατία της δεκαετίας του ’30, δεν είχε καμία σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, ή έστω πριν κάποια χρόνια (πχ ΠΑΣΟΚ). Η σοσιαλδημοκρατία της περιόδου εκείνης ήταν πολύ πιο ριζοσπαστική απ’ότι σήμερα, με δυναμική παρουσία στα συνδικάτα και ισχυρούς δεσμούς με την εργατική τάξη ως τέτοια. Παρά τις προδοσίες και τα πισωγυρίσματα του, οι εργάτες που ανήκαν στο SPD έδιναν μεγάλους εργατικούς αγώνες και με την κατάλληλη επαφή και ζύμωση με τους κομμουνιστές θα μπορούσαν να είχαν τσακίσει τη ναζιστική απειλή πριν προλάβει το φίδι να βγει από το αυγό του. Δυστυχώς, όμως, η γραμμή της Κομιντέρν οδήγησε την εργατική τάξη της Γερμανίας στη διάσπαση, στην αδράνεια και στην ήττα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η αντίφαση της θεωρίας του σοσιαλφασισμού αναδεικνύεται από το ότι, παρά το γεγονός ότι οι ρεφορμιστικές πολιτικές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων άνοιξαν το δρόμο για το φασισμό, οι ίδιες οι σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις επρόκειτο να διαλυθούν από την άνοδο του φασισμού στην εξουσία. Αυτό αναδεικνύει τη δυνατότητα αλλά και τη σημασία που θα είχε ο εξαναγκασμός της ηγεσίας της σοσιαλδημοκρατίας για ενιαίο μέτωπο κόντρα στους φασίστες υπό την πίεση της επαναστατικής πρωτοπορίας του KPD. Τέλος, σε τρίτο επίπεδο, οι επαναστάτες αντιλαμβάνονται το ενιαίο μέτωπο ως μια μέθοδο κινητοποίησης των εργατών «από τα κάτω». Κανένας αληθινός κομμουνιστής δεν ενδιαφέρεται για τον ηθικό ή πολιτικό «προσηλυτισμό» των λίγων σοσιαλδημοκρατών ηγετών. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η κίνηση των μαζών σε επαναστατική κατεύθυνση και αυτό επιτυγχάνεται μέσα από το ενιαίο μέτωπο, που θα βασίζεται στην πραγματική πολιτική ζύμωση με τη βάση της σοσιαλδημοκρατίας αντιμετωπίζοντάς την ως τμήμα της εργατικής τάξης και όχι ταυτίζοντάς τη με τον φασισμό. Γιατί τότε ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης αντιδραστικά θα γυρίσει την πλάτη στην επαναστατική προοπτική. Ο Τρότσκι πολύ πετυχημένα τόνιζε ότι «όποιο κόμμα αντιπαραθέτει μηχανιστικά τον εαυτό του, στην ανάγκη της εργατικής τάξης για ενότητα στη δράση, θα κερδίσει δίχως άλλο την περιφρόνηση των εργατών» και είχε απολύτως δίκιο. Τα μετέπειτα γεγονότα με μια τραγική ειρωνεία τον δικαίωσαν.
Το αποτέλεσμα της πολιτικής του KPD υπό την καθοδήγηση της Κομιντέρν και του Στάλιν ήταν οδυνηρά και καταστροφικά για το προλεταριάτο. Ο Χίτλερ μετά τη νίκη του διέλυσε πρώτα το KPD, έπειτα την ADGB και τέλος το SPD. Πρόκειται για ένα ολοκληρωτικό τσάκισμα της εργατικής τάξης και κάθε δυνατότητάς της στη διεκδίκηση. Αμέσως μετά την ήττα στη Γερμανία η Κομιντέρν δήλωνε : «Η ηρεμία που διαδέχθηκε το θρίαμβο του φασισμού είναι μόνο ένα μεταβατικό φαινόμενο .... η εγκαθίδρυση της ανοιχτά φασιστικής δικτατορίας.... αυξάνει τους ρυθμούς προέλασης προς την προλεταριακή επανάσταση». Είναι ιδιαίτερα αστείο το γεγονός ότι η σταλινική Κομιντέρν θεωρούσε πως η καταστροφή των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των πολιτικών κομμάτων και των τεράστιων κατακτήσεων των εργαζομένων μετά από εκατοντάδες χρόνια εργατικών αγώνων, ήταν μια «απελευθέρωση» που θα άνοιγε το δρόμο για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Δυστυχώς πλέον ήταν πολύ αργά. Η εργατική τάξη είχε τη δυνατότητα να αντεπιτεθεί ως ενιαίο σύνολο απέναντι στο φασισμό και δεν το έκανε. Τραγική συνέπεια ήταν η συντριβή της και η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία.
Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014
παράξενη μέρα
ανακύκλωση διαλόγων καθημερινότητας
απειλεί το εξεγερσιακό σκουπίδι
η επαναστατημένη άνοιξη
σκλαβώνεται στην υποχρέωση
και η κατσαρόλα σιγοβράζει
και η τηλεόραση παίζει το ίδιο κανάλι
αυτό που δείχνει σκοτωμούς κάπου μακριά
και τους δικαιολογεί
μάλλον η δύναμη της αυταπάτης
περιορίζεται στο ακίνητο, το στατικό
κάποιος έγδαρε το χέρι του
για να δει αν βγάζει ακόμη αίμα
στην άκρη του πεζοδρομίου
στέκουν μπάτσοι και πρεζέμποροι με τον ίδιο σκοπό
νόμιμο και παράνομο χαστούκι
στο αριστερό μάγουλο
η φυλλάδα στο περίπτερο δίνει δώρο cd
και κουπόνια για το σούπερ μάρκετ.
ξέχασε να φορτίσει και το κινητό
και θα τον ψάχνουν οι ενοχές του
μπήκε στο σύστημα για να το γκρεμίσει από μέσα
και τελικά προτίμησε το ρετιρέ του
και ας έβριζε τους μπουρζουάδες
και τα βρώμικα φράγκα
κάποιοι καθάρισαν για πάντα
ρουφώντας τη βρώμα του χαρτονομίσματος με μανία
μόνο που μετά την εισπνοή ακολουθεί η εκπνοή
και η βρωμιά σκορπίζεται
στα κτίρια, στο ύφος των γραφειοκρατών
και στις βιβλιοθήκες των μικροαστών.
σάπια πόλη, σάπιες ιδέες
κι όμως ακόμη μερικοί μιλούν για επανάσταση
η ταμπέλα έγραφε "στοπ"
κάποιος, λένε, το παραβίασε και δε σκοτώθηκε
απειλεί το εξεγερσιακό σκουπίδι
η επαναστατημένη άνοιξη
σκλαβώνεται στην υποχρέωση
και η κατσαρόλα σιγοβράζει
και η τηλεόραση παίζει το ίδιο κανάλι
αυτό που δείχνει σκοτωμούς κάπου μακριά
και τους δικαιολογεί
μάλλον η δύναμη της αυταπάτης
περιορίζεται στο ακίνητο, το στατικό
κάποιος έγδαρε το χέρι του
για να δει αν βγάζει ακόμη αίμα
στην άκρη του πεζοδρομίου
στέκουν μπάτσοι και πρεζέμποροι με τον ίδιο σκοπό
νόμιμο και παράνομο χαστούκι
στο αριστερό μάγουλο
η φυλλάδα στο περίπτερο δίνει δώρο cd
και κουπόνια για το σούπερ μάρκετ.
ξέχασε να φορτίσει και το κινητό
και θα τον ψάχνουν οι ενοχές του
μπήκε στο σύστημα για να το γκρεμίσει από μέσα
και τελικά προτίμησε το ρετιρέ του
και ας έβριζε τους μπουρζουάδες
και τα βρώμικα φράγκα
κάποιοι καθάρισαν για πάντα
ρουφώντας τη βρώμα του χαρτονομίσματος με μανία
μόνο που μετά την εισπνοή ακολουθεί η εκπνοή
και η βρωμιά σκορπίζεται
στα κτίρια, στο ύφος των γραφειοκρατών
και στις βιβλιοθήκες των μικροαστών.
σάπια πόλη, σάπιες ιδέες
κι όμως ακόμη μερικοί μιλούν για επανάσταση
η ταμπέλα έγραφε "στοπ"
κάποιος, λένε, το παραβίασε και δε σκοτώθηκε
Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014
Σοκολατάκι με λικέρ
Πριν από μερικές μέρες έφαγα ένα σοκολατάκι με λικέρ και τη θυμήθηκα. Τη βλέπαμε περίπου δύο με τρεις φορές το χρόνο όταν μας καλούσε στο σπίτι της πίσω από την πλατεία Αμερικής σε διάφορες γιορτές. Κυρίως του αγίου Ιωάννου στη γιορτή του άντρα της. Ο λόγος για τη θεία μου την Αντριάννα, κατα κόσμον "Ντάνα" που πέθανε πριν από λίγους μήνες.
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που τους γνωρίζεις στην παιδική και εφηβική σου ηλικία και παρότι δεν έχεις τίποτα κοινό με αυτούς, σου αφήνουν κάτι γλυκό να θυμάσαι. Η θεία μου, αδερφή της γιαγιάς μου, σίγουρα ήταν μία από αυτούς. Είχε τον τύπο της κλασικής αστής. Μεγάλωσε στην Πάτρα και αργότερα ήρθε στην Αθήνα. Δούλευε στη νομαρχία, ήταν ανεξάρτητη και παντρεύτηκε σχετικά μεγάλη το θείο μου, που αφού τελείωσε η ζωή του στα πλοία, έγινε λογοτέχνης. Δεν έκανε παιδιά και πάντα φρόντιζε τον εαυτό της. Όταν πηγαίναμε σπίτι της οικογενειακώς στη γιορτή του θείου μου, πάντοτε έβαζε τα καλά της ρούχα, φόραγε οπωσδήποτε κραγιόν, έβαφε τα νύχια της και φόραγε τα αγαπημένα της κοσμήματα. Μικρός τη θεωρούσα κάπως περίεργη, γιατί πάντοτε θα σχολίαζε κάποια καινοτομία της εμφάνισής μου. Κυρίως δεν της άρεσαν τα "καρφάκια" που έκανα τα μαλλιά μου στο δημοτικό. Πάντοτε όμως είτε θετικά είτε αρνητικά θα σχολίαζε το ντύσιμο ή την κόμμωση εμένα και του αδερφού μου από τη ματιά μιας καθως πρέπει μεγάλης ηλικιακά κυρίας. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν και το αγαπημένο μου. Μάλλον τη θεωρούσα κάπως συντηρητική, δίχως να αντιλαμβάνομαι πλήρως τότε την έννοια του όρου.
Στις 7 Γενάρη κάθε χρόνο άνοιγε το σπίτι της και από τις οκτώ ως τις εννιά το βράδυ εκείνης της μέρας, εγώ και ο αδερφός μου για μία ώρα μπαίναμε σε έναν τελείως άλλο κόσμο. Κάπως ξένο για την ηλικία μας και διαφορετικό. Κυρίες και κύριοι άνω των εβδομήντα, καλοντυμένοι, άλλοι σοβαροί και άλλοι πιο οικείοι κάθονταν στο σαλονάκι της, έπιναν κάποιο λικέρ και συζητούσαν. Η παρουσία μας στο σπίτι ήταν χαρακτηριστική. Οι γονείς μου μιλούσαν με άλλους παρευρισκόμενους, ενώ εγώ με τον αδερφό μου καθόμασταν στο μεγάλο καναπέ όπου μας περιεργάζονταν οι υπόλοιποι, καθ'ότι η ηλικιακή διαφορά μαζί τους ήταν γύρω στα εξήντα χρόνια. Μας ρωτούσαν τι τάξη πηγαίναμε, αν πήραμε καλούς βαθμούς και ποιο είναι το αγαπημένο μας μάθημα. Ήμασταν δυο μικροί που μας αντιμετώπιζαν σα μεγάλους. Παρόλα αυτά το λικέρ ήταν απαγορευμένο για τους δύο νεαρούς και αντ'αυτού η θεία μου μας σέρβιρε δύο ποτήρια πορτοκαλάδα. Στη συνέχεια καθόταν δίπλα μας και παρά το γεγονός ότι είχαμε κυρίως τυπικές σχέσεις, το ένιωθα πως χαιρόταν που ήμασταν εκεί. Μετά από λίγη ώρα έβγαινε το γλυκό. Δυστυχώς πάντοτε είχε κάτι περίεργο για τα γούστα μου. Είτε το πορτοκάλι, είτε τα κεράσια που περιείχε με απομάκρυναν από αυτή την επιλογή. Έτσι κάθε χρόνο την ώρα του γλυκού φλέρταρα με τα σοκολατάκια που βρίσκονταν στο τραπεζάκι μπροστά μου. Έπαιρνα, λοιπόν, ένα να δοκιμάσω καθώς η σοκολάτα με δελέαζε, όμως πάντα έπεφτα στην παγίδα. Το σοκολατάκι είχε λικέρ.
Τα τελευταία χρόνια λόγω του φόρτου εργασίας εξαιτίας των πανελληνίων αλλά και για διάφορες άλλες αιτίες είχαν αραιώσει οι επαφές με τη θεία μου. Μιλούσαμε κάπου κάπου τηλεφωνικώς ή μάθαινα τα νέα της από τους δικούς μου. Μια μέρα ο πατέρας μου με ενημέρωσε ότι έπεσε και χτύπησε και ότι το μυαλό της δεν είναι τόσο διαυγές όσο πριν. Καταλάβαινε τα πάντα αλλά μερικές φορές ξεχνούσε ή το μυαλό της κόλλαγε. Στεναχωρήθηκα και ανησύχησα. Το σχετικά μεγάλο διάστημα που είχα να τη δω μου δημιουργούσε μια αλλόκοτη ασφάλεια καθώς η εμφάνισή μου είχε γίνει πολύ πιο ακραία για τα γούστα της και δεν ήξερα πώς θα με σχολίαζε. Άφησα μακριά μαλλία, έκανα τζίβα και σκουλαρίκι. Παρ'όλα αυτά μετά το δεύτερο πέσιμό της, ο ενδόμυχος φόβος μου για τη συνάντηση δύο ανθρώπων τελείως διαφορετικής ηλικίας, γούστου και αμφίεσης νικήθηκε από τη θέλησή μου να τη δω.
Ένα μεσημέρι πήγαμε με τον πατέρα μου να την επισκεφθούμε. Μπαίνοντας φίλησε και χαιρέτησε τον πατέρα μου ενώ εμένα δε με αναγνώρισε. "Το παιδί ποιο είναι;" ρώτησε, "ο Νικόλας ρε θεία!" αποκρίθηκε ο πατέρας μου. Εγώ την πλησίασα, τη χαιρέτησα και ένιωσα μια περίεργη και ακατανόητη ενοχή για τη συνειδητή επιλογή της εμφάνισής μου. Κάτσαμε στον καναπέ. Η συζήτηση ήταν η ίδια μόνο που είχε αλλάξει η βαθμίδα της εκπαίδευσης. Με ρώτησε σε ποια σχολή είμαι, τι βαθμούς πήρα και ποιο ήταν το αγαπημένο μου μάθημα. Αντιλαμβανόμουν ότι με επεξεργαζόταν και περίμενα με μια αναπάντεχη χαρά να σχολιάσει κάτι πάνω μου. Άλλωστε αυτό θα έδειχνε και τη ζωντάνια της παρά τα προβλήματα υγείας που είχε. Ακολούθησε μια παύση. Καταλάβαινα ότι η κριτική της για τις "στυλιστικές" μου επιλογές πλησίαζε. Ήταν όντως μία αμήχανη στιγμή για μένα αφού πριν ακόμη φτάσουμε στο σπίτι της σκεφτόμουν πώς να αντιδράσω. Μάλιστα είχα πιάσει τα μαλλιά μου κότσο ώστε να μην την τρομάξω. Με κοίταξε και μου έκανε νόημα να μου πει κάτι στο αυτί. Πλησίασα γνωρίζοντας το πιθανό επικριτικό περιεχόμενο του επικείμενου λόγου της και νιώθωντας κάπως άβολα. "Έχεις ένα ή δύο κοτσιδάκια;" με ρώτησε αναφερόμενη στη τζίβα μου. "Ένα έχω θεία" της απάντησα, "δε σ'αρέσει, να το κόψω;". Εκείνη τότε μου αποκρίθηκε "εσύ παιδί μου ό,τι θέλεις κάνε, να ξέρεις ότι εγώ σε αγαπάω...".
Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.
Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που τους γνωρίζεις στην παιδική και εφηβική σου ηλικία και παρότι δεν έχεις τίποτα κοινό με αυτούς, σου αφήνουν κάτι γλυκό να θυμάσαι. Η θεία μου, αδερφή της γιαγιάς μου, σίγουρα ήταν μία από αυτούς. Είχε τον τύπο της κλασικής αστής. Μεγάλωσε στην Πάτρα και αργότερα ήρθε στην Αθήνα. Δούλευε στη νομαρχία, ήταν ανεξάρτητη και παντρεύτηκε σχετικά μεγάλη το θείο μου, που αφού τελείωσε η ζωή του στα πλοία, έγινε λογοτέχνης. Δεν έκανε παιδιά και πάντα φρόντιζε τον εαυτό της. Όταν πηγαίναμε σπίτι της οικογενειακώς στη γιορτή του θείου μου, πάντοτε έβαζε τα καλά της ρούχα, φόραγε οπωσδήποτε κραγιόν, έβαφε τα νύχια της και φόραγε τα αγαπημένα της κοσμήματα. Μικρός τη θεωρούσα κάπως περίεργη, γιατί πάντοτε θα σχολίαζε κάποια καινοτομία της εμφάνισής μου. Κυρίως δεν της άρεσαν τα "καρφάκια" που έκανα τα μαλλιά μου στο δημοτικό. Πάντοτε όμως είτε θετικά είτε αρνητικά θα σχολίαζε το ντύσιμο ή την κόμμωση εμένα και του αδερφού μου από τη ματιά μιας καθως πρέπει μεγάλης ηλικιακά κυρίας. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν και το αγαπημένο μου. Μάλλον τη θεωρούσα κάπως συντηρητική, δίχως να αντιλαμβάνομαι πλήρως τότε την έννοια του όρου.
Στις 7 Γενάρη κάθε χρόνο άνοιγε το σπίτι της και από τις οκτώ ως τις εννιά το βράδυ εκείνης της μέρας, εγώ και ο αδερφός μου για μία ώρα μπαίναμε σε έναν τελείως άλλο κόσμο. Κάπως ξένο για την ηλικία μας και διαφορετικό. Κυρίες και κύριοι άνω των εβδομήντα, καλοντυμένοι, άλλοι σοβαροί και άλλοι πιο οικείοι κάθονταν στο σαλονάκι της, έπιναν κάποιο λικέρ και συζητούσαν. Η παρουσία μας στο σπίτι ήταν χαρακτηριστική. Οι γονείς μου μιλούσαν με άλλους παρευρισκόμενους, ενώ εγώ με τον αδερφό μου καθόμασταν στο μεγάλο καναπέ όπου μας περιεργάζονταν οι υπόλοιποι, καθ'ότι η ηλικιακή διαφορά μαζί τους ήταν γύρω στα εξήντα χρόνια. Μας ρωτούσαν τι τάξη πηγαίναμε, αν πήραμε καλούς βαθμούς και ποιο είναι το αγαπημένο μας μάθημα. Ήμασταν δυο μικροί που μας αντιμετώπιζαν σα μεγάλους. Παρόλα αυτά το λικέρ ήταν απαγορευμένο για τους δύο νεαρούς και αντ'αυτού η θεία μου μας σέρβιρε δύο ποτήρια πορτοκαλάδα. Στη συνέχεια καθόταν δίπλα μας και παρά το γεγονός ότι είχαμε κυρίως τυπικές σχέσεις, το ένιωθα πως χαιρόταν που ήμασταν εκεί. Μετά από λίγη ώρα έβγαινε το γλυκό. Δυστυχώς πάντοτε είχε κάτι περίεργο για τα γούστα μου. Είτε το πορτοκάλι, είτε τα κεράσια που περιείχε με απομάκρυναν από αυτή την επιλογή. Έτσι κάθε χρόνο την ώρα του γλυκού φλέρταρα με τα σοκολατάκια που βρίσκονταν στο τραπεζάκι μπροστά μου. Έπαιρνα, λοιπόν, ένα να δοκιμάσω καθώς η σοκολάτα με δελέαζε, όμως πάντα έπεφτα στην παγίδα. Το σοκολατάκι είχε λικέρ.
Τα τελευταία χρόνια λόγω του φόρτου εργασίας εξαιτίας των πανελληνίων αλλά και για διάφορες άλλες αιτίες είχαν αραιώσει οι επαφές με τη θεία μου. Μιλούσαμε κάπου κάπου τηλεφωνικώς ή μάθαινα τα νέα της από τους δικούς μου. Μια μέρα ο πατέρας μου με ενημέρωσε ότι έπεσε και χτύπησε και ότι το μυαλό της δεν είναι τόσο διαυγές όσο πριν. Καταλάβαινε τα πάντα αλλά μερικές φορές ξεχνούσε ή το μυαλό της κόλλαγε. Στεναχωρήθηκα και ανησύχησα. Το σχετικά μεγάλο διάστημα που είχα να τη δω μου δημιουργούσε μια αλλόκοτη ασφάλεια καθώς η εμφάνισή μου είχε γίνει πολύ πιο ακραία για τα γούστα της και δεν ήξερα πώς θα με σχολίαζε. Άφησα μακριά μαλλία, έκανα τζίβα και σκουλαρίκι. Παρ'όλα αυτά μετά το δεύτερο πέσιμό της, ο ενδόμυχος φόβος μου για τη συνάντηση δύο ανθρώπων τελείως διαφορετικής ηλικίας, γούστου και αμφίεσης νικήθηκε από τη θέλησή μου να τη δω.
Ένα μεσημέρι πήγαμε με τον πατέρα μου να την επισκεφθούμε. Μπαίνοντας φίλησε και χαιρέτησε τον πατέρα μου ενώ εμένα δε με αναγνώρισε. "Το παιδί ποιο είναι;" ρώτησε, "ο Νικόλας ρε θεία!" αποκρίθηκε ο πατέρας μου. Εγώ την πλησίασα, τη χαιρέτησα και ένιωσα μια περίεργη και ακατανόητη ενοχή για τη συνειδητή επιλογή της εμφάνισής μου. Κάτσαμε στον καναπέ. Η συζήτηση ήταν η ίδια μόνο που είχε αλλάξει η βαθμίδα της εκπαίδευσης. Με ρώτησε σε ποια σχολή είμαι, τι βαθμούς πήρα και ποιο ήταν το αγαπημένο μου μάθημα. Αντιλαμβανόμουν ότι με επεξεργαζόταν και περίμενα με μια αναπάντεχη χαρά να σχολιάσει κάτι πάνω μου. Άλλωστε αυτό θα έδειχνε και τη ζωντάνια της παρά τα προβλήματα υγείας που είχε. Ακολούθησε μια παύση. Καταλάβαινα ότι η κριτική της για τις "στυλιστικές" μου επιλογές πλησίαζε. Ήταν όντως μία αμήχανη στιγμή για μένα αφού πριν ακόμη φτάσουμε στο σπίτι της σκεφτόμουν πώς να αντιδράσω. Μάλιστα είχα πιάσει τα μαλλιά μου κότσο ώστε να μην την τρομάξω. Με κοίταξε και μου έκανε νόημα να μου πει κάτι στο αυτί. Πλησίασα γνωρίζοντας το πιθανό επικριτικό περιεχόμενο του επικείμενου λόγου της και νιώθωντας κάπως άβολα. "Έχεις ένα ή δύο κοτσιδάκια;" με ρώτησε αναφερόμενη στη τζίβα μου. "Ένα έχω θεία" της απάντησα, "δε σ'αρέσει, να το κόψω;". Εκείνη τότε μου αποκρίθηκε "εσύ παιδί μου ό,τι θέλεις κάνε, να ξέρεις ότι εγώ σε αγαπάω...".
Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.
Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014
Είσοδος-Έξοδος
Η πόρτα έκλεισε
Μια ενοχή και ένας δισταγμός απαγχονίζονται στο ατράβηχτο χερούλι
Ποιος έφυγε και ποιος ήρθε
Κανείς ποτέ δε θα μάθει
Οι άνθρωποι εμφανίζονται όταν πρέπει
Και χάνονται όταν ξεκινάει η μουσική
Η απώλεια είναι μουσική
Ακανόνιστη και αποκρουστική
Χρειάζεται ένα πρόσωπο
Να την κάνει μελωδία
Όμως αυτό λείπει
Ή ήρθε προχθές επειδη έβρεχε
Το πατάκι είναι ρουφιάνος
Ξέρει ποιες σόλες είναι καθαρές και ποιες βρώμικες
Μια ενοχή και ένας δισταγμός απαγχονίζονται στο ατράβηχτο χερούλι
Ποιος έφυγε και ποιος ήρθε
Κανείς ποτέ δε θα μάθει
Οι άνθρωποι εμφανίζονται όταν πρέπει
Και χάνονται όταν ξεκινάει η μουσική
Η απώλεια είναι μουσική
Ακανόνιστη και αποκρουστική
Χρειάζεται ένα πρόσωπο
Να την κάνει μελωδία
Όμως αυτό λείπει
Ή ήρθε προχθές επειδη έβρεχε
Το πατάκι είναι ρουφιάνος
Ξέρει ποιες σόλες είναι καθαρές και ποιες βρώμικες
Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014
Στο τηλέφωνο...
Το είδες; Άλλα δώδεκα πτώματα στο Φαρμακονήσι. Εννιά παιδιά και τρεις γυναίκες. Τουλάχιστον θα κοιμηθούμε ήσυχοι το βράδυ. Φαντάζεσαι να έρχονταν και αυτοί;
Ξέρω, τους χρειαζόσουν αυτούς τους πνιγμούς για να νιώσεις λίγη ασφάλεια μετά την απόδραση Ξηρού. Έγινε το χατήρι σου. Το είχε προαναγγείλει και ο πρωθυπουργός.
Λίγο αίμα στη θάλασσα δε βλάπτει. Έτσι; Αν είναι να σωθεί το γαλανόλευκο ελληνόπουλο από τους λαθροεισβολείς ας γίνουμε λίγο πιο σκληροί. Να δουν κι Ευρωπαίοι ότι αν θέλουμε τα καταφέρνουμε.
Αν κάτσεις και το σκεφτείς είναι θέμα χρώματος και σταυρού. Γιατί το γαλανόλευκο να γίνει μαύρο ή κίτρινο ή καφέ και ο σταυρός να χάσει την αξία του;
Γλίτωσες και από μπελάδες. Αυτοί οι ξένοι που ευτυχώς πέθαναν, θα ήταν στο ίδιο σχολείο, στο ίδιο νοσοκομείο και στην ίδια πλατεία με το παιδί σου. Άσε που μπορεί να ερωτεύονταν κιόλας και τότε τι;
Όχι όχι, καμια φορά χρειάζεται και λίγη σκληράδα έχεις δίκιο. Τους δεχόμαστε, τους βάζουμε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους φοβερίζουμε με τα καλά παλικάρια της χρυσής αυγής, τους βάζουμε να πλένουν πιάτα, να καθαρίζουν αυτοκίνητα, να χτίζουν, να δουλεύουν γενικώς τζάμπα, αλλά αυτοί τίποτα. Ακόμα εδώ.
Σε καταλαβαίνω μερικές φορές φοβάσαι τι θα γίνει με την πατρίδα. Που θα πάει αυτή η κατάσταση; Στο Σκάι λέει τρεις αλβανοί έκλεψαν μια γριούλα. Και στον αντ1 είπαν ότι δύο πακιστανοί σκότωσαν έναν έλληνα. Καλά στο μέγκα είπαν ότι οι δολοφόνοι ήταν πακιστανοί και αλβανοί ταυτόχρονα.
Έχεις δίκιο. Πρέπει να δείχνουμε ότι δε μασάμε για να μην παίρνουν θάρρος και οι Τούρκοι. Άσχετα που κάνουν καλές σειρές στην τηλεόραση. Ο γιος σου που υπηρέτησε;
Μωρέ ένας παπαδόπουλος μας χρειάζεται. Όλοι αυτοί οι βρωμιάρηδες δε θα ήταν εδώ αλλά θα έκαναν παρέα στους άλλους στον πάτο της θάλασσας. Έτσι είναι. Τι μαγείρεψες σήμερα;
Ο Θάνος μου τώρα τελευταία γυρνάει με αυτους τους χρυσαυγίτες. Στην αρχή ανησύχησα με τα μαύρα ρούχα και τις αρβύλες. Τελικά όμως χάρηκα. Βοηθάνε γριούλες στις δουλειές τους και δουλεύουν για το έθνος. Απ'το να έτρεχε στα γήπεδα ή να γινόταν κουκουλοφόρος καλύτερα.
Άργησε πάλι και η καθαρίστρια πέντε ολόκληρα λεπτά. Ναι πρόφανώς και θα της τα κόψω από το ημερομίσθιο. Δε φτάνει που της δίνουμε δουλειά στη χώρα μας αργεί κιόλας.
Πλησιάζει και η παρέλαση. Μου εξασφάλισε ο δήμαρχος ότι θα είμαι στην εξέδρα των επισήμων γιατί κατάφερα να πείσω τη δασκάλα να μη σηκώσει τη σημαία ο Αλί. Ξέρεις το πακιστανάκι.
Τις προάλλες άσε μπήκα στο τρένο. Δε φτάνει που όλοι αυτοί οι βρωμιάρηδες χρησιμοποιούν τα μέσα χωρίς εισιτήριο, τόλμησαν και να με ακουμπήσουν όταν στριμωχτήκαμε. Αηδία. Λες να κόλλησα τίποτα;
Εννοείται πως δε θα στείλω το Θάνο σε αυτό το φροντιστήριο. Αυτό είναι γεμάτο αλβανάκια. Θα τον στείλω στο καλό το ακριβό να μάθει σωστά γράμματα.
Φωνάζουν κάτι τελειωμένοι της αριστεράς για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικά μας τα δικαιώματα θα τα θυμηθεί κανείς; Ναι το απόγευμα θα πάω κομμωτήριο.
Μη μου το θυμίζεις. Μα να βάλουν το μαυράκι στο πρώτο το θρανίο και το Θάνο μου στο τρίτο; Μώρε θα τη ρίξω στο Μιχαλολιάκο την ψήφο.
Ναι το είδα άνοιξαν κάτι πακιστανοί ένα μίνι μάρκετ με πάμφθηνες τιμές. Είσαι καλά; Δεν πάω, στηρίζω την ελληνική αγορά και τα ελληνικά προϊόντα.
Προχθές έξω από την εκκλησία ήταν μια τσιγγάνα και ζητιάνευε με το μωρό την αγκαλιά. Δεν είχε καν την ευθιξία να καταλάβει ότι βρίσκεται σε ιερό χώρο η αστοιχείωτη.
Δεν ξέρω τώρα τελευταία φοβάμαι και να κυκλοφορήσω μετά τις εννιά. Ξέρεις οι αφρικανοί δεν καταλαβαίνουν. Σε σφάζουν με τη μία, είναι στη φύση τους.
Τίποτα η λύση είναι μία. Να φύγουν όλοι και όσοι έρχονται να τους σκοτώνουμε. Είναι σκληρό το ξέρω αλλά δεν πάει άλλο. Είμαι άνεργη δύο χρόνια, χρωστάω πενήντα χαράτσια και τρία νοίκια. Άντε να φύγουν οι βρωμιάρηδες μπας και δούμε καμια άσπρη μέρα.
Ω σε κλείνω σε κλείνω έχει τον Αντώνη μας στην τηλεόραση!
Ξέρω, τους χρειαζόσουν αυτούς τους πνιγμούς για να νιώσεις λίγη ασφάλεια μετά την απόδραση Ξηρού. Έγινε το χατήρι σου. Το είχε προαναγγείλει και ο πρωθυπουργός.
Λίγο αίμα στη θάλασσα δε βλάπτει. Έτσι; Αν είναι να σωθεί το γαλανόλευκο ελληνόπουλο από τους λαθροεισβολείς ας γίνουμε λίγο πιο σκληροί. Να δουν κι Ευρωπαίοι ότι αν θέλουμε τα καταφέρνουμε.
Αν κάτσεις και το σκεφτείς είναι θέμα χρώματος και σταυρού. Γιατί το γαλανόλευκο να γίνει μαύρο ή κίτρινο ή καφέ και ο σταυρός να χάσει την αξία του;
Γλίτωσες και από μπελάδες. Αυτοί οι ξένοι που ευτυχώς πέθαναν, θα ήταν στο ίδιο σχολείο, στο ίδιο νοσοκομείο και στην ίδια πλατεία με το παιδί σου. Άσε που μπορεί να ερωτεύονταν κιόλας και τότε τι;
Όχι όχι, καμια φορά χρειάζεται και λίγη σκληράδα έχεις δίκιο. Τους δεχόμαστε, τους βάζουμε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους φοβερίζουμε με τα καλά παλικάρια της χρυσής αυγής, τους βάζουμε να πλένουν πιάτα, να καθαρίζουν αυτοκίνητα, να χτίζουν, να δουλεύουν γενικώς τζάμπα, αλλά αυτοί τίποτα. Ακόμα εδώ.
Σε καταλαβαίνω μερικές φορές φοβάσαι τι θα γίνει με την πατρίδα. Που θα πάει αυτή η κατάσταση; Στο Σκάι λέει τρεις αλβανοί έκλεψαν μια γριούλα. Και στον αντ1 είπαν ότι δύο πακιστανοί σκότωσαν έναν έλληνα. Καλά στο μέγκα είπαν ότι οι δολοφόνοι ήταν πακιστανοί και αλβανοί ταυτόχρονα.
Έχεις δίκιο. Πρέπει να δείχνουμε ότι δε μασάμε για να μην παίρνουν θάρρος και οι Τούρκοι. Άσχετα που κάνουν καλές σειρές στην τηλεόραση. Ο γιος σου που υπηρέτησε;
Μωρέ ένας παπαδόπουλος μας χρειάζεται. Όλοι αυτοί οι βρωμιάρηδες δε θα ήταν εδώ αλλά θα έκαναν παρέα στους άλλους στον πάτο της θάλασσας. Έτσι είναι. Τι μαγείρεψες σήμερα;
Ο Θάνος μου τώρα τελευταία γυρνάει με αυτους τους χρυσαυγίτες. Στην αρχή ανησύχησα με τα μαύρα ρούχα και τις αρβύλες. Τελικά όμως χάρηκα. Βοηθάνε γριούλες στις δουλειές τους και δουλεύουν για το έθνος. Απ'το να έτρεχε στα γήπεδα ή να γινόταν κουκουλοφόρος καλύτερα.
Άργησε πάλι και η καθαρίστρια πέντε ολόκληρα λεπτά. Ναι πρόφανώς και θα της τα κόψω από το ημερομίσθιο. Δε φτάνει που της δίνουμε δουλειά στη χώρα μας αργεί κιόλας.
Πλησιάζει και η παρέλαση. Μου εξασφάλισε ο δήμαρχος ότι θα είμαι στην εξέδρα των επισήμων γιατί κατάφερα να πείσω τη δασκάλα να μη σηκώσει τη σημαία ο Αλί. Ξέρεις το πακιστανάκι.
Τις προάλλες άσε μπήκα στο τρένο. Δε φτάνει που όλοι αυτοί οι βρωμιάρηδες χρησιμοποιούν τα μέσα χωρίς εισιτήριο, τόλμησαν και να με ακουμπήσουν όταν στριμωχτήκαμε. Αηδία. Λες να κόλλησα τίποτα;
Εννοείται πως δε θα στείλω το Θάνο σε αυτό το φροντιστήριο. Αυτό είναι γεμάτο αλβανάκια. Θα τον στείλω στο καλό το ακριβό να μάθει σωστά γράμματα.
Φωνάζουν κάτι τελειωμένοι της αριστεράς για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικά μας τα δικαιώματα θα τα θυμηθεί κανείς; Ναι το απόγευμα θα πάω κομμωτήριο.
Μη μου το θυμίζεις. Μα να βάλουν το μαυράκι στο πρώτο το θρανίο και το Θάνο μου στο τρίτο; Μώρε θα τη ρίξω στο Μιχαλολιάκο την ψήφο.
Ναι το είδα άνοιξαν κάτι πακιστανοί ένα μίνι μάρκετ με πάμφθηνες τιμές. Είσαι καλά; Δεν πάω, στηρίζω την ελληνική αγορά και τα ελληνικά προϊόντα.
Προχθές έξω από την εκκλησία ήταν μια τσιγγάνα και ζητιάνευε με το μωρό την αγκαλιά. Δεν είχε καν την ευθιξία να καταλάβει ότι βρίσκεται σε ιερό χώρο η αστοιχείωτη.
Δεν ξέρω τώρα τελευταία φοβάμαι και να κυκλοφορήσω μετά τις εννιά. Ξέρεις οι αφρικανοί δεν καταλαβαίνουν. Σε σφάζουν με τη μία, είναι στη φύση τους.
Τίποτα η λύση είναι μία. Να φύγουν όλοι και όσοι έρχονται να τους σκοτώνουμε. Είναι σκληρό το ξέρω αλλά δεν πάει άλλο. Είμαι άνεργη δύο χρόνια, χρωστάω πενήντα χαράτσια και τρία νοίκια. Άντε να φύγουν οι βρωμιάρηδες μπας και δούμε καμια άσπρη μέρα.
Ω σε κλείνω σε κλείνω έχει τον Αντώνη μας στην τηλεόραση!
περίεργο χάσμα
Είναι φορές που κλαίει,
φωνάζει και ονειρεύεται
Ακουμπάει τα χέρια της στο τραπέζι
και περιμένει
Ένα μενταγιόν δένει στο λαιμό της
ίδιο χρώμα με το κόκκινο κρασί
Στον απέναντι τοίχο κρέμεται ένας καθρέφτης
πάνω απ'το παλιό έπιπλο
Νομίζει πως βλέπει τον εαυτό της
όμως ο εαυτός της την κοιτά μέσα από τη σκόνη του γυαλιού
Μα είναι όμορφη
και τα χείλη της ξεσμίγουν για να χαμογελάσει
Το δίπλα παράθυρο έχει σαπίσει και
η πόρτα τρίζει όταν περνά αέρας από τις χαραμάδες
Δεν την πειράζει
έχει συνηθίσει
Γύρω της έπιπλα καλυμμένα με σεντόνια
δηλώνουν την παρελθούσα ζωή
Αυτή που δεν έζησε
ζώντας τώρα μέσα στη σκόνη και τις αράχνες
Κι όμως το άρωμά της
δίνει χρώμα στο ασπρόμαυρο δωμάτιο
Μια γνήσια ομορφιά
σφηνωμένη σε ένα παλιό σκηνικό
Ένα παλιό σκηνικό
σφηνωμένο σε μια γνήσια ομορφιά
Όπως και να 'χει
οι απόψεις διίστανται
φωνάζει και ονειρεύεται
Ακουμπάει τα χέρια της στο τραπέζι
και περιμένει
Ένα μενταγιόν δένει στο λαιμό της
ίδιο χρώμα με το κόκκινο κρασί
Στον απέναντι τοίχο κρέμεται ένας καθρέφτης
πάνω απ'το παλιό έπιπλο
Νομίζει πως βλέπει τον εαυτό της
όμως ο εαυτός της την κοιτά μέσα από τη σκόνη του γυαλιού
Μα είναι όμορφη
και τα χείλη της ξεσμίγουν για να χαμογελάσει
Το δίπλα παράθυρο έχει σαπίσει και
η πόρτα τρίζει όταν περνά αέρας από τις χαραμάδες
Δεν την πειράζει
έχει συνηθίσει
Γύρω της έπιπλα καλυμμένα με σεντόνια
δηλώνουν την παρελθούσα ζωή
Αυτή που δεν έζησε
ζώντας τώρα μέσα στη σκόνη και τις αράχνες
Κι όμως το άρωμά της
δίνει χρώμα στο ασπρόμαυρο δωμάτιο
Μια γνήσια ομορφιά
σφηνωμένη σε ένα παλιό σκηνικό
Ένα παλιό σκηνικό
σφηνωμένο σε μια γνήσια ομορφιά
Όπως και να 'χει
οι απόψεις διίστανται
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)