Περίεργος καιρός. Λίγο πριν φτάσω στο σπίτι άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. Αρκεί μια ομπρέλα; Ή καλύτερα να με χτυπήσει η βροχή; Αρκεί ο συμβιβασμός στην αστική στεγνότητα; Ή να προτιμήσω την αγριότητα μιας υγρής ειλικρίνειας;
Μπήκα σπίτι. Άφησα την ομπρέλα να στεγνώσει και κινήθηκα προς την κουζίνα. Κουραστική η μέρα, κουραστικοί οι άνθρωποί της, βροχερό το μοτίβο. Ηγεμονεύει είναι η αλήθεια αυτή η μουντή αποδοχή μιας μουντής κατάστασης. Βρήκα το θείο μου με τον πατέρα μου και τον αδερφό μου να συζητούν. Χαρούμενος που μας επισκέφθηκε ο θείος έσπευσα να τον χαιρετήσω. "Τι γίνεσαι;" τον ρώτησα. "Από σήμερα ο θείος είναι ένας ακόμη άνεργος, με απολύσανε" μου απάντησε. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η τελευταία φράση τα τελευταία χρόνια αποκτά τη συχνότητα της βροχής το μήνα Γενάρη. Μόνο που ο Γενάρης πέρασε, αλλά η βροχή είναι ακόμη εδώ. Μας περιέγραψε τι έγινε. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως σήμερα μια διαφωνία με το αφεντικό αρκεί για να σε ονομάσουν ανεπαρκή, τεμπέλη, μη αποδοτικό, αργόσχολο, ανυπάκουο, πλεονάζοντα, ακατάλληλο κλπ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο θείος τελείως αυθαίρετα κρίθηκε ότι επέδειξε "αντιεπαγγελματική συμπεριφορά". Οι εργοδότες άλλωστε είναι μορφωμένοι άνθρωποι. Έχουν την ικανότητα να ντύσουν μια απόλυση με πληθώρα χαρακτηρισμών και αιτιολογήσεων. Έτσι λοιπόν μέσα σε μια μέρα, σε μια ώρα ή και σε ένα λεπτό ανάλογα με το κέφι του αφεντικού γίνεσαι δέκτης της ακόλουθης φράσης "δυστυχώς δεν μπορεί να συνεχιστεί η συνεργασία μας".
Ίσως ο συγγενικός δεσμός, ίσως η εκτίμηση μου προς τους εργαζόμενους, ίσως η προσωπική ανασφάλεια για το εργασιακό μέλλον με έκανε να σιχαθώ γι άλλη μια φορά την υποκρισία μιας κοινωνίας που κάθε μέρα δείχνει όλο και πιο σάπια. Την υποκρισία των τόμων του εργατικού δικαίου που μας δίνουν στη σχολή, την ώρα που μια αρνητική εισήγηση του προϊσταμένου, είναι υπεραρκετή για να χάσει ένας άνθρωπος τη δουλειά του. Την υποκρισία της γραβάτας, του χαρτοφύλακα και του κρεμασμένου πτυχίου στο τοίχο. Την υποκρισία των γλείφτηδων και των ρουφιάνων που πατούν στην ανθρωποφαγία για να ανελιχθούν. Την υποκρισία μιας μπάσταρδης αντικειμενικότητας που δικαιολογεί τον εργασιακό κανιβαλισμό για να εξάρει την ελευθερία της αγοράς.
Η αλήθεια είναι πως σήμερα ξαναγνώρισα το θείο μου. Στο μυαλό μου πάντα τον είχα σαν τον αλέγκρο τύπο που μας χάριζε απίστευτο γέλιο τα καλοκαίρια στις παραλίες, που μας πήγαινε για μπάλα με τα ξαδέρφια μου όταν ήμασταν πιτσιρίκια, που κάναμε πεζοπορίες στο βουνό και που συζητούσαμε για ώρες τα βράδια στην αυλίτσα του μικρού σπιτιού μας στη χώρα της Κέας πίνοντας κρασί. Όσο και να προσπάθησε αυτό το γαμημένο το σύστημα να μου αποδομήσει αυτή την εικόνα του δεν τα κατάφερε. Δεν είδα το θείο μου υποταγμένο, ούτε νικημένο. Τον είδα αποφασισμένο. Αποφασισμένο να υπερασπιστεί το δίκιο του και την εντιμότητά του κόντρα στον προϊστάμενο ακόμη κι αν το τίμημα είναι η απόλυση. Όμως πραγματικά, τι είναι πιο σημαντικό; Μια δουλειά χωρίς αξιοπρέπεια, ή μια απόλυση για την υπεράσπιση της αξιοπρέπειας; Οι καιροί είναι δύσκολοι και πολλοί αναγκάζονται να υπομένουν το πρώτο. Δεν μπορώ να μη θαυμάσω όμως όσους προχωρούν στο δεύτερο. Όσους είναι απηυδισμένοι από τα τσαλιμάκια των αφεντικών και τα φτύνουν στη μούρη τους.
Έτσι για την ιστορία. Ο θείος μου ήταν για πολλά χρόνια εργαζόμενος στον τομέα της ψυχικής υγείας. Όσες φορές τον είχα επισκεφθεί στο χώρο εργασίας του, οι ένοικοι του ψυχιατρικού κέντρου τον αντιμετώπιζαν με πολλή αγάπη καθώς ήταν ένας άνθρωπος που δινόταν ολοκληρωτικά σε αυτούς. Ίσως γιατί καταλάβαινε ότι κάθε πρωί δε χτύπαγε απλώς κάρτα αλλά επιτελούσε λειτούργημα. Ίσως γιατί λογάριαζε τα χαρούμενα βλέμματα των ψυχικά διαταραγμένων ανθρώπων, περισσότερο από τα λίγα φράγκα που έπαιρνε.
Ο καιρός είναι περίεργος όντως. Όμως η ιστορία του θείου μου με οδήγησε σε κάποια συμπεράσματα.
Όταν βρέχει δε χρειάζεσαι ομπρέλα. Γίνε λούτσα και ξεφτίλισε εσύ το μπουρίνι. Ή ακόμα καλύτερα φτάσε εσύ μέχρι τον ουρανό για να κλωτσήσεις τη μαυρίλα της βροχής. Τότε ίσως το φως να αποκτήσει μια άλλη αξία.
Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016
Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016
Ρήξη ή πλήξη
Υπάρχει μια σειρά συντρόφων/ισσών που η ενσυναίσθηση της true επαναστατικότητάς τους έχει περάσει σε άλλο επίπεδο. Στο σημείο του να την αναδεικνύουν σε κάθε στιγμή μέσα από έναν κόκκινο σνομπισμό που αναζητά απελπισμένα κομμουνιστόσημα και επιβεβαιώσεις από την τάδε φράση του Λένιν, στην τάδε σελίδα, του τάδε βιβλίου, της τάδε έκδοσης. Η μηχανιστική μεταφορά αναλύσεων του τότε στο τώρα,εξυπηρετεί το τσιτάτο αλλά όχι το στόχο. Μετατρέπει το μαρξισμό από εργαλείο σε δόγμα και τη σκέψη από διαλεκτικό πεδίο συγκρούσεων σε μια κενή γραμμή από τα πάνω. Κάπως έτσι, πολλοί σαν κι αυτούς αρνούνταν να αναμειχθούν στο Δεκέμβρη του 2008, στις πλατείες του 2011 και στις αντιφασιστικές διαδηλώσεις. Κάπως έτσι κάθε κίνηση των μαζών που πηγάζει από την υλική της ανεπάρκεια ή από την ιδεολογική της καταπίεση, χαρακτηρίζεται έργο προβοκατόρων, οπορτουνιστών, ψεκασμένων κλπ.
Εγώ δε θα διαφωνήσω ότι η ιδεολογική ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης, έχει αποπροσανατολίσει τον κόσμο από το τι φταίει για την ξεφτίλα που ζούμε. Όμως ο κόσμος βγαίνει στο δρόμο. Άρα ο κόσμος βλέπει την ξεφτίλα. Άρα ο κόσμος πιστεύει ότι κάτι φταίει για αυτή την ξεφτίλα. Άρα ο ρόλος του πολιτικού υποκειμένου είναι να μετουσιώσει την παρατήρηση της εκάστοτε ξεφτίλας, σε πρόθεση ανατροπής της. Στις γενικές απεργίες του 2011, μπορούσες να δεις από απογοητευμένους πασόκους που φώναζαν "ο Αντρέας είπε βυθίσατε το ΧΟΡΑ κι ο Γιώργος εμπερδεύτηκε και βούλιαξε τη χώρα", μέχρι τζιβάτους να κάνουν μπάφους σε μια αμεσοδημοκρατική έκσταση. Δεν είπε κανείς ότι οι δύο τυχαίες αυτές κατηγορίες ανθρώπων παλεύουν για το ίδιο πράγμα ή πολύ περισσότερο για κάτι συγκεκριμένο. Όμως βγήκαν στο δρόμο. Όποιος κάνει ότι δεν το βλέπει μπορεί να κυκλοφορεί με έναν καθρέφτη προκειμένου να βλέπει τον κόσμο όπως του αρέσει. Σαν τον εαυτό του δηλαδή. Το ζήτημα για την αριστερά δεν είναι να αντικειμενοποιήσει τον κόσμο, προσπαθώντας να τον κάνει να ανταποκριθεί στις κομμουνισταράδικες απαιτήσεις της, αλλά να τον βοηθήσει να νιώσει μαχητικό υποκείμενο με δικαιώματα και διεκδικήσεις. Και αυτή η συνειδητοποίηση γίνεται μέσα από την ταξική πάλη. Μέσα από το αίσθημα του ανήκειν σε μια τάξη που την εκμεταλλεύονται όχι γιατί κάποιοι γεννήθηκαν κακοί και διεφθαρμένοι ενώ κάποιοι άλλοι καλοί και τίμιοι αλλά επειδή ζούμε σε ένα σύστημα που βασίζεται σε υλικά συμφέροντα, και που μπορεί να επιστρατεύσει από μνημόνια μέχρι όπλα, προκειμένου να τσακίσει τις όποιες επικίνδυνες διεκδικήσεις.
Αν η αριστερά δεν εμπλακεί σε αυτή τη μάχη, αλλά ψάχνει πορτρέτα και τόμους να σφινώσει τον εαυτό της, τότε ο Τσίπρας θα συνεχίσει ανενόχλητος να ταυτίζει τον εαυτό του με τον Αλιέντε προκειμένου να παραλληλίσει τα σύγχρονα κινήματα με την απεργία των αφεντικών στη Χιλή του '72 και διάφοροι παρατρεχάμενοι θα συνεχίσουν να επικαλούνται τους αγώνες του ΕΑΜ, της αντιχουντικής δράσης και της μεταπολίτευσης προκειμένου να διορίσουν ακόμη και τη γάτα τους. Και τότε μια φορά και έναν καιρό υπήρχε μια αριστερά.
Μόνο που ο Αλιέντε παρά τις αυταπάτες και τα λάθη του τουλάχιστον πέθανε με το όπλο στο χέρι πολεμώντας τους φασίστες. Μόνο που οι αντάρτες έγιναν ένα με το χώμα διακδικώντας μια άλλη κοινωνία. Μόνο που όσοι φυλακίστηκαν στα κελιά του ΕΑΤ-ΕΣΑ βλέπουν ακόμη εφιάλτες. Μόνο που οι αγωνιστές της μεταπολίτευσης δεν είναι οι πασόκοι βουλευτές του '90 αλλά οι 60αρηδες που θα κρατάνε στην απεργία αύριο τα πανό.
Μόνο που όσο και να το θέλουν, η αριστερά της ρήξης υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει. Όχι για να κάνει περατζάδες αλλά για να τους θάψει.
Εγώ δε θα διαφωνήσω ότι η ιδεολογική ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης, έχει αποπροσανατολίσει τον κόσμο από το τι φταίει για την ξεφτίλα που ζούμε. Όμως ο κόσμος βγαίνει στο δρόμο. Άρα ο κόσμος βλέπει την ξεφτίλα. Άρα ο κόσμος πιστεύει ότι κάτι φταίει για αυτή την ξεφτίλα. Άρα ο ρόλος του πολιτικού υποκειμένου είναι να μετουσιώσει την παρατήρηση της εκάστοτε ξεφτίλας, σε πρόθεση ανατροπής της. Στις γενικές απεργίες του 2011, μπορούσες να δεις από απογοητευμένους πασόκους που φώναζαν "ο Αντρέας είπε βυθίσατε το ΧΟΡΑ κι ο Γιώργος εμπερδεύτηκε και βούλιαξε τη χώρα", μέχρι τζιβάτους να κάνουν μπάφους σε μια αμεσοδημοκρατική έκσταση. Δεν είπε κανείς ότι οι δύο τυχαίες αυτές κατηγορίες ανθρώπων παλεύουν για το ίδιο πράγμα ή πολύ περισσότερο για κάτι συγκεκριμένο. Όμως βγήκαν στο δρόμο. Όποιος κάνει ότι δεν το βλέπει μπορεί να κυκλοφορεί με έναν καθρέφτη προκειμένου να βλέπει τον κόσμο όπως του αρέσει. Σαν τον εαυτό του δηλαδή. Το ζήτημα για την αριστερά δεν είναι να αντικειμενοποιήσει τον κόσμο, προσπαθώντας να τον κάνει να ανταποκριθεί στις κομμουνισταράδικες απαιτήσεις της, αλλά να τον βοηθήσει να νιώσει μαχητικό υποκείμενο με δικαιώματα και διεκδικήσεις. Και αυτή η συνειδητοποίηση γίνεται μέσα από την ταξική πάλη. Μέσα από το αίσθημα του ανήκειν σε μια τάξη που την εκμεταλλεύονται όχι γιατί κάποιοι γεννήθηκαν κακοί και διεφθαρμένοι ενώ κάποιοι άλλοι καλοί και τίμιοι αλλά επειδή ζούμε σε ένα σύστημα που βασίζεται σε υλικά συμφέροντα, και που μπορεί να επιστρατεύσει από μνημόνια μέχρι όπλα, προκειμένου να τσακίσει τις όποιες επικίνδυνες διεκδικήσεις.
Αν η αριστερά δεν εμπλακεί σε αυτή τη μάχη, αλλά ψάχνει πορτρέτα και τόμους να σφινώσει τον εαυτό της, τότε ο Τσίπρας θα συνεχίσει ανενόχλητος να ταυτίζει τον εαυτό του με τον Αλιέντε προκειμένου να παραλληλίσει τα σύγχρονα κινήματα με την απεργία των αφεντικών στη Χιλή του '72 και διάφοροι παρατρεχάμενοι θα συνεχίσουν να επικαλούνται τους αγώνες του ΕΑΜ, της αντιχουντικής δράσης και της μεταπολίτευσης προκειμένου να διορίσουν ακόμη και τη γάτα τους. Και τότε μια φορά και έναν καιρό υπήρχε μια αριστερά.
Μόνο που ο Αλιέντε παρά τις αυταπάτες και τα λάθη του τουλάχιστον πέθανε με το όπλο στο χέρι πολεμώντας τους φασίστες. Μόνο που οι αντάρτες έγιναν ένα με το χώμα διακδικώντας μια άλλη κοινωνία. Μόνο που όσοι φυλακίστηκαν στα κελιά του ΕΑΤ-ΕΣΑ βλέπουν ακόμη εφιάλτες. Μόνο που οι αγωνιστές της μεταπολίτευσης δεν είναι οι πασόκοι βουλευτές του '90 αλλά οι 60αρηδες που θα κρατάνε στην απεργία αύριο τα πανό.
Μόνο που όσο και να το θέλουν, η αριστερά της ρήξης υπήρξε, υπάρχει και θα υπάρχει. Όχι για να κάνει περατζάδες αλλά για να τους θάψει.
Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016
Ακορντεόν για την "ελίτ"
Κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά της αστικής κοινωνίας είναι ο καθωσπρεπισμός, ο ατομισμός και ο ανταγωνισμός. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να κοιτάζουν την πάρτη τους τσακίζοντας οτιδήποτε και οποιονδήποτε τους χαλάει την ευγένεια μιας προκατασκευσμένης μακρινής ζωής. Κάπως έτσι κάποιοι που νομίζουν ότι άγγιξαν το στόχο της ανέλιξης αρέσκονται στο να συστήνονται με βάση την επαγγελματική τους ιδιότητα (γιατρός, δικηγόρος, αρχιτέκτονας), χρησιμοποιώντας την ως διαπιστευτήριο εξυπνάδας, οικονομικής ευρωστίας και προσωπικού στυλ ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ματαιόδοξους, αναλώσιμους και άγουστους. Είναι αυτοί που σε αρκετές περιπτώσεις δηλώνουν πρώην αριστεροί και νυν σοβαροί. Αυτοί που νευριάζουν αν δεν πλήρωσε ένας μετανάστης εισιτήριο στο τρένο και αυτοί που τους αρέσει να κουνάνε δάχτυλο. Είναι αυτοί που πρόκοψαν στη ζωή τους. Αυτοί που δε δημιούργησαν ποτέ πρόβλημα.
Κάθε Κυριακή πρωί, περνάει στη γειτονιά ένας ακορντεονίστας από τη Βουλγαρία παίζοντας είτε σοβιετικά κομμάτια, είτε το "άστα τα μαλλάκια σου". Είναι χαμογελαστός και χαιρετάει τους περαστικούς. Τα ρούχα του προδίδουν άνθρωπο που με βάση τα κυρίαρχα πρότυπα δεν μπορεί να συστηθεί με βάση την ιδιότητά του. Από το δημοτικό ακόμη θυμάμαι συμμαθητές να αντιμετωπίζουν το ακορντεόν σαν το όργανο των τυφλών, σαν το όργανο της επαιτείας. Μάλλον θα είχαν γονείς "προκομμένους" και "πετυχημένους", ή γονείς που ήθελαν να γίνουν "προκομμένοι" και "πετυχημένοι", ή γονείς που νόμιζαν πως ήταν "προκομμένοι" και "πετυχημένοι". Στον καπιταλισμό άλλωστε η προκοπή συνδέεται με την ταξική ανέλιξη και η επιτυχία με το κέρδος. Τι αξία έχει για όλους αυτούς ένας άνθρωπος που εργάζεται παίζοντας μουσική; Μάλλον καμία. Γιατί χώρος εργασίας του είναι ο δρόμος, στολή εργασίας του τα τριτοφορεμένα ρούχα του και αφεντικό του η πείνα του. Κάπως έτσι, λοιπόν, ένα σωρό μικροαστοί τον κοιτούν καχύποπτα, κλείνουν τα παράθυρα για να μην τον ακούν και εγκλωβίζονται στην ευκολία μιας φαντασιακής ανωτερότητας.
Πιστεύω πως μία από τις επιδιώξεις του κόσμου του κινήματος, πρέπει να είναι ακριβώς η αντιστροφή αυτής της κουτοπόνηρης βλαχοδημαρχίας. Αριστερά δεν είναι αυτή που θίγεται ή λυπάται στη θέαση των ταξικών αντιθέσεων συντηρώντας ελιτίστικες συμπεριφορές και γελοίο σνομπισμό, αλλά αυτή που προσπαθεί να τις ανατρέψει.
Αν δεν το κάνει, ή δεν είναι αριστερά ή δεν υπάρχουνε φτωχοί.
Κάθε Κυριακή πρωί, περνάει στη γειτονιά ένας ακορντεονίστας από τη Βουλγαρία παίζοντας είτε σοβιετικά κομμάτια, είτε το "άστα τα μαλλάκια σου". Είναι χαμογελαστός και χαιρετάει τους περαστικούς. Τα ρούχα του προδίδουν άνθρωπο που με βάση τα κυρίαρχα πρότυπα δεν μπορεί να συστηθεί με βάση την ιδιότητά του. Από το δημοτικό ακόμη θυμάμαι συμμαθητές να αντιμετωπίζουν το ακορντεόν σαν το όργανο των τυφλών, σαν το όργανο της επαιτείας. Μάλλον θα είχαν γονείς "προκομμένους" και "πετυχημένους", ή γονείς που ήθελαν να γίνουν "προκομμένοι" και "πετυχημένοι", ή γονείς που νόμιζαν πως ήταν "προκομμένοι" και "πετυχημένοι". Στον καπιταλισμό άλλωστε η προκοπή συνδέεται με την ταξική ανέλιξη και η επιτυχία με το κέρδος. Τι αξία έχει για όλους αυτούς ένας άνθρωπος που εργάζεται παίζοντας μουσική; Μάλλον καμία. Γιατί χώρος εργασίας του είναι ο δρόμος, στολή εργασίας του τα τριτοφορεμένα ρούχα του και αφεντικό του η πείνα του. Κάπως έτσι, λοιπόν, ένα σωρό μικροαστοί τον κοιτούν καχύποπτα, κλείνουν τα παράθυρα για να μην τον ακούν και εγκλωβίζονται στην ευκολία μιας φαντασιακής ανωτερότητας.
Πιστεύω πως μία από τις επιδιώξεις του κόσμου του κινήματος, πρέπει να είναι ακριβώς η αντιστροφή αυτής της κουτοπόνηρης βλαχοδημαρχίας. Αριστερά δεν είναι αυτή που θίγεται ή λυπάται στη θέαση των ταξικών αντιθέσεων συντηρώντας ελιτίστικες συμπεριφορές και γελοίο σνομπισμό, αλλά αυτή που προσπαθεί να τις ανατρέψει.
Αν δεν το κάνει, ή δεν είναι αριστερά ή δεν υπάρχουνε φτωχοί.
Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015
Ποιος Δεκέμβρης
Περίεργος μήνας ο Δεκέμβρης. Διχασμένος και αμφίσημος. Γιορτινός και ιστορικός. Άσπρος και μαύρος. Επαναφέρει επίμονα τη διαπίστωση ότι ζούμε σε ένα κόσμο που έφτιαξαν άλλοι για εμάς, χωρίς να μας απαντάει πώς θα το αλλάξουμε αυτό. Χαρίζει απλώς τις μέρες του στα χέρια μας να πειραματιστούμε και να τεστάρουμε τις διαθέσεις μας. Κάπως έτσι η συλλογική πάλη παίζει μπουνιές με την ατομική διευκόλυνση, η αλληλεγγύη κοπανιέται με τη φιλανθρωπία και η εξέγερση χτυπιέται με την κανονικότητα. Από το 1944 μέχρι το 2008 και από το 2008 έως σήμερα δύο κόσμοι στριμώχνονται σε τριανταμία ημέρες. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε να είμαστε γιορτινό αντικείμενο του Δεκέμβρη, ή αν θέλουμε ο Δεκέμβρης να είναι εξεγερσιακό αντικείμενο δικό μας. Είναι μια περίεργη σχέση υποταγής και διεκδίκησης του ρόλου του υποκειμένου σε μια συγκεκριμένη ετήσια χωροχρονική κατάσταση με αντιπάλους το Δεκέμβρη των επιχειρήσεων με το Δεκέμβρη των εξεγέρσεων. Το κέρδος των αφεντικών με το κέρδος των υποταγμένων.
Δεν ξέρω αν ο Δεκέμβρης νοηματοδοτείται από τη γέννηση του Χριστού ή από το θάνατο του Αλέξη. Ξέρω όμως ότι το ενδιάμεσο διάστημα ανάμεσα σε μια γέννηση και ένα θάνατο λέγεται ζωή. Και η ζωή αποκτά νόημα όταν παλεύεις, όχι όταν προσμένεις.
Η ζωή αποκτά νόημα όταν ο Δεκέμβρης μας δε χωράει στο Δεκέμβρη τους.
Δεν ξέρω αν ο Δεκέμβρης νοηματοδοτείται από τη γέννηση του Χριστού ή από το θάνατο του Αλέξη. Ξέρω όμως ότι το ενδιάμεσο διάστημα ανάμεσα σε μια γέννηση και ένα θάνατο λέγεται ζωή. Και η ζωή αποκτά νόημα όταν παλεύεις, όχι όταν προσμένεις.
Η ζωή αποκτά νόημα όταν ο Δεκέμβρης μας δε χωράει στο Δεκέμβρη τους.
Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015
Και γυρίζει και μυρίζει
Μάλλον είναι αλήθεια. Επιστρέφουμε στην ίσια άσπρη γραμμή στο άσπρο φόντο. Στο τίποτα δηλαδή. Η εποχή της ουδετερότητας, των ίσων αποστάσεων και της απολιτίκ θολοκουλτούρας ξαναζωντανεύει μέσα από τη σύγχυση και την κατάθλιψη της οργανωμένης οργής. Γεύματα λαοπλάνων με αστούς, μεγαλοπρεπείς υποδοχές αποικιοκρατών ηγετών και χρυσά ράσα σε ακριβά γραφεία, συνθέτουν μια μπαγιάτικη εικόνα που μυρίζει παρελθόν.
Όμως το παρελθόν δε μυρίζει το ίδιο. Το άλλοτε, το παλιό, το παρελθοντικό, δεν είναι κάτι ενιαίο. Υπάρχει το παρελθόν που βρωμάει ακριβά αρώματα, αρωματικά χώρων πολυτελείας, χαρτίλα lifestyleίστικου περιοδικού, βενζίνη ακριβού αυτοκινήτου και χλώριο πισίνας. Υπάρχει και το παρελθόν που μυρίζει ιδρώτα, φωτιά και γαρύφαλλο.
Τώρα τελευταία εμφανίστηκαν κάποια τυπάκια που προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν υφίσταται πλέον διάκριση στη μυρωδιά του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Ότι έτσι μυρίζει και σ'όποιον αρέσει. Ότι ο καθένας είναι υποχρεωμένος να αποδεχτεί αγόγγυστα τη μυρωδιά που του πασάρουν. Ότι ο βόθρος και η σοκολάτα μυρίζουν το ίδιο γιατί έχουν το ίδιο χρώμα. Ότι πατρίδα σημαίνει ταξική συναίνεση.
Πολύ ωραία λογική. Αλλά άοσμη. Απευθύνεται σε ρομπότ με την ιδιότητα του δούλου. Όχι σε ζωντανούς οργανισμούς. Οι άνθρωποι έχουν αισθήσεις. Μυρίζουν, ακούν και βλέπουν. Κάνουν όμως και κάτι πιο επικίνδυνο. Ακριβώς επειδή αισθάνονται, έχουν τη δυνατότητα και ονειρεύονται. Όσο και να προσπαθεί το σαλονάκι της "ευωδίας" να μας πείσει πως η οσμή του ονείρου είναι μια παραίσθηση, τόσο η βρώμα της επανάστασης θα φυτρώνει στην ακριβή αυλή του.
Στις τελευταίες φοιτητικές εκλογές, με πλησίασε ένας από αυτούς τους άχρωμους, άοσμους και άγευστους, να μου δώσει ένα τρικάκι της "Ανεξάρτητης Φοιτητικής Κίνησης". Ένας από αυτούς τους ξεφτίλες που έχουν πάρει εργολαβία το βούλωμα των ρουθουνιών. "Μη μου δώσεις, είμαι εξαρτημένος" του απάντησα. Εξαρτημένος από την ανάγκη να μυρίζω τη δουλοπρέπεια και να οσμίζομαι τη εξέγερση.
Όμως το παρελθόν δε μυρίζει το ίδιο. Το άλλοτε, το παλιό, το παρελθοντικό, δεν είναι κάτι ενιαίο. Υπάρχει το παρελθόν που βρωμάει ακριβά αρώματα, αρωματικά χώρων πολυτελείας, χαρτίλα lifestyleίστικου περιοδικού, βενζίνη ακριβού αυτοκινήτου και χλώριο πισίνας. Υπάρχει και το παρελθόν που μυρίζει ιδρώτα, φωτιά και γαρύφαλλο.
Τώρα τελευταία εμφανίστηκαν κάποια τυπάκια που προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν υφίσταται πλέον διάκριση στη μυρωδιά του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Ότι έτσι μυρίζει και σ'όποιον αρέσει. Ότι ο καθένας είναι υποχρεωμένος να αποδεχτεί αγόγγυστα τη μυρωδιά που του πασάρουν. Ότι ο βόθρος και η σοκολάτα μυρίζουν το ίδιο γιατί έχουν το ίδιο χρώμα. Ότι πατρίδα σημαίνει ταξική συναίνεση.
Πολύ ωραία λογική. Αλλά άοσμη. Απευθύνεται σε ρομπότ με την ιδιότητα του δούλου. Όχι σε ζωντανούς οργανισμούς. Οι άνθρωποι έχουν αισθήσεις. Μυρίζουν, ακούν και βλέπουν. Κάνουν όμως και κάτι πιο επικίνδυνο. Ακριβώς επειδή αισθάνονται, έχουν τη δυνατότητα και ονειρεύονται. Όσο και να προσπαθεί το σαλονάκι της "ευωδίας" να μας πείσει πως η οσμή του ονείρου είναι μια παραίσθηση, τόσο η βρώμα της επανάστασης θα φυτρώνει στην ακριβή αυλή του.
Στις τελευταίες φοιτητικές εκλογές, με πλησίασε ένας από αυτούς τους άχρωμους, άοσμους και άγευστους, να μου δώσει ένα τρικάκι της "Ανεξάρτητης Φοιτητικής Κίνησης". Ένας από αυτούς τους ξεφτίλες που έχουν πάρει εργολαβία το βούλωμα των ρουθουνιών. "Μη μου δώσεις, είμαι εξαρτημένος" του απάντησα. Εξαρτημένος από την ανάγκη να μυρίζω τη δουλοπρέπεια και να οσμίζομαι τη εξέγερση.
Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015
Το σκάκι
Το βαριέται το σκάκι. Την έβαζε ο θείος της να παίζουνε όταν ήτανε μικρή. Και την άφηνε να νικάει πάντα. Κάπως έτσι συνήθισε στις νίκες αλλά δεν τις αγάπησε κιόλας. Προτιμούσε να φάει μια γνήσια ήττα. Αυτό ήταν το κίνητρο που την οδήγησε να χώνεται σε διάφορα πράγματα και να δοκιμάζει τον εαυτό της. Από το να βρίζει ένα μπάτσο, μέχρι να φτύνει ένα σεξιστή. Άλλοτε έβγαινε νικήτρια, άλλοτε έχανε. Πάντως είτε με μπινελίκι είτε με φτύσιμο έδινε το λούμπεν αγώνα της. Αλλά ήταν αγώνας. Όχι χάρισμα.
Είχε την αξία του τελικά το σκάκι με το θείο της παρά το προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Η ψεύτικη νίκη την έκανε να λατρέψει την ήττα. Έμαθε από νωρίς να σκοτώνει βασιλιάδες και να αντιλαμβάνεται ότι ο βασιλιάς είτε είναι ο άσπρος είτε είναι ο μαύρος, πρέπει στο τέλος να πεθάνει. Κάπως έτσι μίσησε τους βολεμένους, τους ευκολάκηδες και τους ξερόλες. Αγάπησε τον πειραματισμό, την πιθανότητα της αποτυχίας και τον κίνδυνο του σφάλματος. Κάπως έτσι μπλέχτηκε και με την αριστερά. Κατέβηκε σε πορείες, μπήκε σε καταλήψεις, μίλησε σε συνελεύσεις, φώναξε σε απεργίες. Συγκεκριμενοποίησε το βασιλιά και τους κολαούζους του και χαιρόταν που ήταν πιόνι για τα πιόνια και όχι πιόνι για το βασιλιά.
Σήμερα γέρασε και είναι απογοητευμένη. Όσο εκείνη μεγάλωνε τόσο η αριστερά μίκραινε. Όχι ποσοτικά αλλά ποιοτικά. Βλέπει "συντρόφους" να οπαδοποιούν την πολιτική και να ορίζουν τα πάντα με έναν άκρατο μανιχαϊσμό που καθορίζει το καλό και το κακό ανάλογα με το που γέρνει το κομματικό συμφέρον. Κομματικό μέλος υπήρξε και ήταν βέβαιη για την ουσία της οργανωμένης πάλης. Κομματοφρουρός ποτέ. Είχε πάντα αυτό το αντιβασιλικό σύνδρομο ανεξάρτητα από το αν ο βασιλιάς εξουσίαζε με θράσος ή με ευγένεια. Αυτό το σύνδρομο που ανάλογα με το πώς θα το χειριστείς μπορεί να σε οδηγήσει από την παγκόσμια επανάσταση μέχρι το τοπικό περιθώριο. Όμως είναι σύνδρομο ατόφιο και μεροληπτικό από τη σκοπιά του απλού στρατιώτη που δίνει τη μάχη για τη ζωή του.
Τώρα τελευταία κάποιοι στρατιώτες δε πίστεψαν στη δύναμή τους. Έψαξαν για πύργους, αλογάκια, αξιωματικούς και βασιλικά ζεύγη για να τους κάνουν να ζήσουν ανθρώπινα. Άλλοι συνειδητά, άλλοι απελπισμένα και άλλοι από άγνοια. Πάντως σίγουρα όλοι αργά ή γρήγορα κατέληξαν ή θα καταλήξουν υπηρέτες του στέμματος.
Δεν αντέχει ούτε να τους βλέπει.
Σκέφτηκε απλώς να τους μπινελικώσει ή να τους φτύσει.
Δε θα το κάνει όμως.
Είναι πια αριστερή.
Και ξέρει πώς να τους τσακίσει αλλιώς...
Είχε την αξία του τελικά το σκάκι με το θείο της παρά το προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Η ψεύτικη νίκη την έκανε να λατρέψει την ήττα. Έμαθε από νωρίς να σκοτώνει βασιλιάδες και να αντιλαμβάνεται ότι ο βασιλιάς είτε είναι ο άσπρος είτε είναι ο μαύρος, πρέπει στο τέλος να πεθάνει. Κάπως έτσι μίσησε τους βολεμένους, τους ευκολάκηδες και τους ξερόλες. Αγάπησε τον πειραματισμό, την πιθανότητα της αποτυχίας και τον κίνδυνο του σφάλματος. Κάπως έτσι μπλέχτηκε και με την αριστερά. Κατέβηκε σε πορείες, μπήκε σε καταλήψεις, μίλησε σε συνελεύσεις, φώναξε σε απεργίες. Συγκεκριμενοποίησε το βασιλιά και τους κολαούζους του και χαιρόταν που ήταν πιόνι για τα πιόνια και όχι πιόνι για το βασιλιά.
Σήμερα γέρασε και είναι απογοητευμένη. Όσο εκείνη μεγάλωνε τόσο η αριστερά μίκραινε. Όχι ποσοτικά αλλά ποιοτικά. Βλέπει "συντρόφους" να οπαδοποιούν την πολιτική και να ορίζουν τα πάντα με έναν άκρατο μανιχαϊσμό που καθορίζει το καλό και το κακό ανάλογα με το που γέρνει το κομματικό συμφέρον. Κομματικό μέλος υπήρξε και ήταν βέβαιη για την ουσία της οργανωμένης πάλης. Κομματοφρουρός ποτέ. Είχε πάντα αυτό το αντιβασιλικό σύνδρομο ανεξάρτητα από το αν ο βασιλιάς εξουσίαζε με θράσος ή με ευγένεια. Αυτό το σύνδρομο που ανάλογα με το πώς θα το χειριστείς μπορεί να σε οδηγήσει από την παγκόσμια επανάσταση μέχρι το τοπικό περιθώριο. Όμως είναι σύνδρομο ατόφιο και μεροληπτικό από τη σκοπιά του απλού στρατιώτη που δίνει τη μάχη για τη ζωή του.
Τώρα τελευταία κάποιοι στρατιώτες δε πίστεψαν στη δύναμή τους. Έψαξαν για πύργους, αλογάκια, αξιωματικούς και βασιλικά ζεύγη για να τους κάνουν να ζήσουν ανθρώπινα. Άλλοι συνειδητά, άλλοι απελπισμένα και άλλοι από άγνοια. Πάντως σίγουρα όλοι αργά ή γρήγορα κατέληξαν ή θα καταλήξουν υπηρέτες του στέμματος.
Δεν αντέχει ούτε να τους βλέπει.
Σκέφτηκε απλώς να τους μπινελικώσει ή να τους φτύσει.
Δε θα το κάνει όμως.
Είναι πια αριστερή.
Και ξέρει πώς να τους τσακίσει αλλιώς...
Τετάρτη 8 Ιουλίου 2015
Άνθρωποι και ανθρωπάκια
Δεν είμαστε όλοι στο ίδιο καζάνι. Κάποιοι όντως βράζουμε στο ζουμί μας. Κάποιοι άλλοι κρατούν με χαρά την κουτάλα του Μάγειρα. Δυστυχώς, σε περιόδους κρίσης του καπιταλισμού εκτός από τις δύο αντιπαρατιθέμενες τάξεις, συγκρούεται και ο άνθρωπος με το ανθρωπάκι. Τη λέξη «ανθρωπάκι» χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν οι πάσης φύσεως ισχυροί προκειμένου να αποδώσουν μια υποτιμημένη ιδιότητα στους «άτυχους». Σε αυτούς που δε γεννήθηκαν δηλαδή σε οικογένεια με βίλλα, δεκάδες ακίνητα, αμάξια και άπειρα φράγκα. Επειδή όμως, οι καιροί αλλάζουν και το χρήμα παραφούσκωσε τις τσέπες κάποιων πλούσιων πατριωτών, το «ανθρωπάκι» πείνασε, αναρωτήθηκε και αγρίεψε. Με λίγα λόγια έπαψε να ζει για να υπηρετεί το αφεντικό του και αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Κατέβηκε στο δρόμο, απήργησε, άλλαξε κόμμα, ύψωσε τη γροθιά του. Είναι η περίφημη φάση που η τάξη των συγκεκριμένων ανθρωπακίων παύει να είναι τάξη για τα κέρδη του εργοδότη, και συγκροτείται σε τάξη για τον εαυτό της. Σε αυτή την ιδιαίτερα όμορφη φάση κοινωνικής χειραφέτησης και ταξικής αντεπίθεσης, νομίζω πως το υποκοριστικό «-άκι», παύει να υπάρχει γιατί δεν έχει λόγο ύπαρξης. Γιατί οι εργαζόμενοι και όλη η κοινωνία των φτωχών σκίζει τις επιταγές με τα υπέρογκα ποσά των από πάνω που αναλογούν σε εκατομμύρια –άκια. Γιατί το ανθρωπάκι, γίνεται άνθρωπος που παλεύει για τις ανάγκες τις δικές του και των γύρω του. Γιατί η συλλογικότητα νικάει την ατομικότητα, και η αξιοπρέπεια τη γεμάτη τσέπη. Δυστυχώς, σε αυτό το σταυροδρόμι, οι ενδιάμεσοι καλούνται να επιλέξουν αν θα στρίψουν αριστερά ή δεξιά. Αυτοί που χρόνια έβραζαν στο καζάνι αλλά σε χαμηλή φωτιά χωρίς να νιώθουν το τσουρούφλισμα, πρέπει να αποφασίσουν τώρα που δυνάμωσε η φωτιά, αν θα επιλέξουν τη σαδομαζοχιστική οδό της φιλήσυχης και συνετής αυτοκτονίας τους, ή αν θα βγουν απ’ το καζάνι για να πνίξουν το μάγειρα. Αν θα συνεχίσουν να είναι φτηνά ανθρωπάκια, ή αν θα γίνουν άνθρωποι για την τάξη τους. Ο καθένας, λοιπόν, αναμετράται με το μπόι του. Αν η μονάδα μέτρησης είναι το χρήμα και η ευκολία τότε το μεγάλο ΝΑΙ στο μάγειρα είναι δεδομένο. Αν είναι η ανάγκη, το πάθος και η συνείδηση τότε το ΟΧΙ από μια απλή αλλά αμφίσημη λέξη, συγκεκριμενοποιείται και αρχίζει να χαλάει τη συνταγή τους. Το ΟΧΙ στο δυνάμωμα της φωτιάς, γίνεται όχι στη φωτιά, στο μάγειρα και στο μαγαζί του. Η προηγούμενη βδομάδα είχε τέτοια χαρακτηριστικά. Όποιος κάνει ότι δεν το βλέπει και το αγνοεί συνειδητά είναι ανθρωπάκι. Εν μέσω καθημερινής 24ωρης τρομοκρατίας από τα ΜΜΕ, απειλών των αφεντικών για μη πληρωμές, νεκρανάστασης ξοφλημένων αστών πολιτικών και τοποθετήσεων σύσσωμου του lifestyleισμού υπέρ του ΝΑΙ, ο κόσμος της εργασίας και η νεολαία, τους έριξαν μια γενναία κλωτσιά στο στομάχι. Σε αυτούς και στην πανάθλια χύτρα τους. Ακτιβισμοί, πορείες, συγκεντρώσεις, αφισοκολλήσεις, συνελεύσεις, παρεμβάσεις σε εργατικούς χώρους, δομές αλληλεγγύης και πολιτιστικά δρώμενα συναποτέλεσαν το μόνο όπλο που έχουν οι από κάτω, τη συλλογική οργάνωση και αντεπίθεσή τους. Αυτή τη δύναμη είναι πολύ μικροί για να την ανατρέψουν μια δράκα αστείων ευρωπαίων τεχνοκρατών, κάποιοι ξένοι και έλληνες κεφαλαιοκράτες, κάποιοι διαφημισμένοι σαν το Ρουβά και τον Αρναούτογλου, κάτι φιλόσοφοι του κώλου σαν το Ράμφο και κάτι καραγκιόζηδες σαν τον Ψαριανό, τον Τατσόπουλο και τη Σώτη Τριανταφύλλου. Αυτή τη δύναμη την ξέρουν από παλιά και τη φοβούνται. Μόνο που τα ζάναξ, τα ταβόρ και τα λεξοτανίλ τους, δε φτάνουν για να μας μαστουρώσουν. Όσο κι αν τα ανθρωπάκια τους συνεχίζουν να τα πασάρουν δωρεάν. Άλλωστε όπως έλεγε και η Κ.Γώγου «Όποιος δεν έχει τίποτα μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα. Καμιά κουβέντα από κανέναν άλλο.».
Ήρθε η ώρα ο καθένας να διαλέξει, αν θα είναι με το Πέραμα, το Κερατσίνι, το Λαύριο, το Περιστέρι, το Μαδούρο, τον Μπαντιού, τον Τσόμσκι, τον Κάστρο, το ρεμπέτικο, το σωματείο, το πανό, την αλληλεγγύη και τις υψωμένες γροθιές, ή αν θα είναι απλώς ανθρωπάκι.
Δυστυχώς, όποιος επιλέγει το δεύτερο, είναι πολύ λίγος, μικρός και χέστης.
Ήρθε η ώρα ο καθένας να διαλέξει, αν θα είναι με το Πέραμα, το Κερατσίνι, το Λαύριο, το Περιστέρι, το Μαδούρο, τον Μπαντιού, τον Τσόμσκι, τον Κάστρο, το ρεμπέτικο, το σωματείο, το πανό, την αλληλεγγύη και τις υψωμένες γροθιές, ή αν θα είναι απλώς ανθρωπάκι.
Δυστυχώς, όποιος επιλέγει το δεύτερο, είναι πολύ λίγος, μικρός και χέστης.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)