Μια παλιά φωτογραφία, μια παλιά κάρτα, μια παλιά υπόσχεση. Η ουσία της παλαιότητας έγκειται στην ανθεκτικότητά της. Αν δεν επιβίωνε θα ήταν νεκρή. Και αν ήταν νεκρή δε θα ήταν παλιά, θα ήταν ανύπαρκτη. Η ύπαρξη της παλαιότητας είναι ένα φάντασμα γερασμένο και μάταιο. Όμως υπαρκτό. Το παλιό δίνει αξία στο νέο διατηρώντας τη μοναδικότητά του. Η διαλεκτική μεταξύ παλαιού και νέου επιβεβαιώνει την ύπαρξη και των δυο. Η επικράτηση του ενός εξαρτάται από το υποκείμενο. Η διάδραση και των δυο εξαρτάται από το επικείμενο. Η διάλυση και των δυο εξαρτάται από το προκείμενο. Το παλαιό κρύβεται σε ένα γυμνό λαιμό, σε ένα στιγμιαίο φως πάνω στο δέρμα. Ακόμη κι αν το δέρμα γέρασε, ρυτίδιασε ή ζάρωσε. Το παλιό επιβιώνει σε ένα απρόσμενο εγκεφαλικό φλας. Σε ένα άρπισμα και σ' ένα ριτενούτο.
Σε μια λανθάνουσα νίκη επί του αλτσχάιμερ.
Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018
Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018
Η Σοφία
Η Σοφία. Η Σοφία είναι το ξωτικό του νησιού. Ανεβοκατεβαίνει τα σκαλιά της Χώρας σα ζαρκάδι. Οι υποψιασμένοι λένε ότι τα χει χάσει. Οι πονηροί τη βάζουν να τους κάνει τα θελήματα. Οι επισκέπτες την κοιτούν περίεργα. Η Σοφία έχει ένα μικρό σπιτάκι σκαρφαλωμένο στο βουνό. Λευκό όλο με μπλε παράθυρα. Μαζεύει εκεί μέσα τα παραπεταμένα αυτών που έχουν πολλά πεταμένα. Η Σοφία έρχεται καμια φορά στο σπίτι μας τα καλοκαίρια και μας φέρνει φρέσκα αυγά. Μας αγαπά, ίσως γιατί δεν είμαστε υποψιασμένοι, πονηροί ή επισκέπτες. Η Σοφία ζει με το όνειρο του γαμπρού από την Αθήνα που θα την βγάλει από τον κύκλο του νησιού. Δουλεύει σα καθαρίστρια στο ιατρικό κέντρο για λίγα λεφτά. Παραπονιέται αλλά δεν γκρινιάζει. Η Σοφία παρότι ντόπια διαφέρει. Όχι τόσο γιατί δεν κάνει δεύτερες σκέψεις, όσο γιατί δεν τη νοιάζουν τα κληρονομικά, τα κουτσομπολιά και τα ψεύτικα χαμόγελα. Η Σοφία μια μέρα ερωτεύτηκε τον θείο μου. Δεν είχε καμία τύχη η προσδοκία της αλλά δεν έπαυε να ελπίζει. Κάθε καλοκαίρι του έφερνε ένα δώρο από το μικρό μαγαζάκι στη Χώρα, που ήταν ο παράδεισός της. Αγόραζε συχνά πυκνά μικροπράγματα για τον εαυτό της από εκεί ελπίζοντας ότι αυτή θα είναι η προίκα της. Η Σοφία δεν καταλάβαινε τα υποτιμητικά βλέμματα των τρίτων όταν μας έβλεπε να της μιλάμε ισότιμα. Ίσως εκεί κρυβόταν η ευτυχία της. Μια καλοκαιρινή μέρα ο θείος μου ποτίζοντας τη βουκαμβίλια στην αυλή μας είπε στη Σοφία ότι τα φυτά αισθάνονται τη φροντίδα όπως οι άνθρωποι. Η Σοφία το κράτησε. Αρκετά αργότερα, μια χειμωνιάτικη Κυριακή μετά τη θεία λειτουργία άρχισε να φωνάζει μόνη της ότι τα φυτά αισθάνονται τη φροντίδα όπως οι άνθρωποι. Οι πιστοί την κοίταζαν δύσπιστα, οι δύσπιστοι την κοίταζαν άπιστα. Αυτή ήταν στο νησί και ο θείος μου στην Αθήνα. Αυτή η φράση όμως τη συνέδεε μαζί του. Περιττά τα τηλεγραφήματα, τα τηλεφωνήματα και τα λοιπά. Η Σοφία σταυρώνεται κάθε μέρα σα το Χριστό, από εκατοντάδες θρησκόληπτους του νησιού. Παρότι άθεος, στο πρόσωπό της είδα πολλές φορές τα τρυπημένα χέρια. Η Σοφία έχει πλύνει σκάλες, έχει κουβαλήσει ψώνια, έχει χάσει λεφτά, έχει κάνει θελήματα. Είναι όμως η Σοφία. Η Σοφία που αισθάνεται, που δουλεύει, που ονειρεύεται, που ζει.
Ίσως έχει βάλει έναν άλλο κόσμο μέσα στον πραγματικό. Όμως ο δικός της κόσμος την κρατάει αμόλυντη, από την πραγματικότητα των πολλών.
Και αυτό είναι μεγάλη σοφία.
Ίσως έχει βάλει έναν άλλο κόσμο μέσα στον πραγματικό. Όμως ο δικός της κόσμος την κρατάει αμόλυντη, από την πραγματικότητα των πολλών.
Και αυτό είναι μεγάλη σοφία.
Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018
Στη γωνία
Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων.
Αυτοί που ακροβατούν σε στιγμές
και αυτοί που ισορροπούν σε διάρκειες.
Παλεύουν μεταξύ τους σε άσχημες πόλεις
σε ουρλιαχτά και ψίθυρους.
Οι πρώτοι σχετικοποιούν.
Οι δεύτεροι σχετίζονται.
Άλλες φορές κερδίζουν οι μεν, άλλες οι δε
αλλά ποτέ και οι δυο.
Ασυμβίβαστες οι νίκες τους
αναντίστοιχες οι πληρότητες.
Πάντως υπάρχει και ο κύριος στη γωνία,
που δεν ακροβατεί, ούτε ισορροπεί.
Απλώς στέκεται στην άκρη του δρόμου
κοιτάζοντας να τον προσπερνούν.
Άσχετος και στατικός
μέσα σε στιγμές και διάρκειες.
Δεν το μετανιώνει όμως.
Επέλεξε να απέχει από το λέρωμα
ενός ακίνδυνου ιδρώτα.
Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018
Επιφάνειες
επιφάνειες
λαμπερίζουσες
τραχιές
βρώμικες
τις πατάνε,
εκατομμύρια
απελπισμένοι χαρούμενοι.
ψεύτες.
τις περπατούν,
χιλιάδες
ονειροπαρμένοι ρεαλιστές.
ειλικρινείς.
τις διανύουν,
εκατοντάδες
ακούραστοι κουρασμένοι.
αβέβαιοι.
τις ταξιδεύουν,
δεκάδες
μοναχικοί εγκλωβισμένοι.
δραπέτες.
τις γκρεμίζουν,
ελάχιστοι,
ίσως κανένας.
εσύ.
Τρίτη 17 Ιουλίου 2018
Το βούρκωμα
Το βούρκωμα είναι αλμυρό,
έχει λίγο αλάτι
για να καίει τις πληγές
μπουχτίζει στη διεσταλμένη κόρη
και κατρακυλάει
σα στιγμιαίο λάθος που αποκτά διάρκεια
Το βούρκωμα χαράζει μονοπάτια,
πάνω σε πρόσωπα αχαρτογράφητα
πάνω σε συσπάσεις και ρυτίδες
διοχετεύεται στο δάκρυ
και μαρτυράει τα ενδόμυχα,
ρουφιανεύει χωρίς λέξεις
Το βούρκωμα είναι αίνιγμα,
άλλοτε εύκολο, άλλοτε δύσκολο
πάντοτε ενδιαφέρον
δημιουργεί το ερώτημα
απορρίπτει την απάντηση
εγκλωβίζει τη στιγμή
Το βούρκωμα είναι κλέφτης,
αρπάζει τη σοβαρότητα
και την πουλάει σε σταγόνες
νικάει το άτεγκτο
υγροποιώντας το άυλο,
σπάζοντας κάθε καλούπι
Το βούρκωμα είναι βούρκος,
κάποιοι το νικάνε
και βγαίνουν δυνατοί από αυτόν
άλλοι βυθίζονται
για πάντα
στη λάσπη της αλμύρας.
Τετάρτη 6 Ιουνίου 2018
Το χτικιό
Ποιος θα διώξει το χτικιό από την πόλη;
Βάλτε σκιάχτρα στις γωνίες
Τσαλακωμένες ηθικές να πυροβολούν
Ένα κυρτό δέντρο
Πρέπει να γύρει κι άλλο
Πριν προλάβουν να αποδράσουν οι καρποί
Το χτικιό είναι βρώμικο
Και μοιάζει με το δάκρυ που πέφτει στο χώμα
Γίνεται λάσπη
Για να γλιτώσει τη λάσπη που του πετούν
Ποιος κάνει περατζάδα στα απόμερα;
Μη ρωτάς. Κοίτα αλλού.
Δευτέρα 21 Μαΐου 2018
Το κενό
Τα κενά υπάρχουν για να αποσυμφορούν την ύλη.
Οι ιδέες υπάρχουν για να γεμίζουν τα κενά.
Κι όσοι βουτάνε στο κενό;
Μπουχτισμένοι από την πληρότητα
Ασυγκράτητοι για το όνειρο
Αφήνουν πίσω τους χαρακιές
Ενώ κλωτσάνε το μπροστά με μανία
Ίσως ζήσουν αλλιώς
Ίσως τα καταφέρουν
Ίσως όχι
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)