Φόρεσε τα σκισμένα του παπούτσια. Κλείδωσε την πόρτα, κατέβηκε τη σκάλα της πολυκατοικίας και βγήκε στο δρόμο. Άρχισε να περπατάει άσκοπα. Οι σόλες του είχαν βαρεθεί να έρχονται μούρη με μούρη με τις ίδιες κολλημένες τσίχλες στις πλάκες του πεζοδρομίου, τα ίδια κάτουρα των μεθυσμένων της προηγούμενης νύχτας στις γωνίες και τις ίδιες γόπες από τσιγάρα που κάπνισαν πριν λίγο κάθε λογής αλήτες και κύριοι. Σταμάτησε και χάζεψε λίγο τις εφημερίδες στο περίπτερο. Ίδιοι τίτλοι, ίδιες εικόνες, ίδια ψέματα. Μια αηδία ως προς το "έτοιμο" τον έκανε ανέτοιμο να ανταποκριθεί στις ανάγκες τις δικές του και στις προσδοκίες των άλλων από αυτόν. Υπ' αυτή την έννοια η αποχή του από τη συσκευασμένη ζωή του εκλαμβανόταν κατά διάφορους τρόπους από τον περίγυρο. Με φοβερή ευκολία ο "τεμπέλης", ο "απελπισμένος", ο "λούμπεν", ο "άτυχος", ο "κοπρίτης" και ο "καταθλιπτικός" συνενώνονταν σε ένα και μόνο πρόσωπο. Όλοι έψαχναν το λάθος σε αυτόν και όχι στο έξω από αυτόν. Συνέχισε να περπατάει. Περίμενε υπομονετικά το κόκκινο ανθρωπάκι του φαναριού και αφού πρασίνισε πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Παλιά διαφωνούσε με τη συγκεκριμένη εναλλαγή χρωμάτων. Στην απέναντι μεριά του δρόμου πρέπει να περνάμε όταν το ανθρωπάκι είναι κόκκινο από οργή και όχι όταν είναι πράσινο από τη μιζέρια, πίστευε. Τώρα το μόνο οξύμωρο των δρόμων το βρίσκει στις λακούβες στο κέντρο της πόλης.
Μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο από αυτά τα μεγάλα που έχουν από συνταγές μαγειρικής και χάρτες μέχρι τόμους φιλοσοφίας και πανεπιστημιακά συγγράμματα. Πήγε στον τομέα της λογοτεχνίας. Δεν έψαχνε κάτι συγκεκριμένο. Έτσι αναρωτιόταν τι διαβάζεται αυτή την περίοδο. Άρχισε να γελάει με τους τίτλους των γλυκανάλατων μυθιστορημάτων που παρουσιάζουν τον έρωτα σαν υποχρέωση, σα ταμπού, σαν επιδίωξη, σα φτηνό συναίσθημα και όχι σαν απρόσμενη κατάσταση. Ένα από αυτά τα κλασικά βιβλία που απευθύνονται σε κοριτσάκια της εφηβείας και σε προσφάτως χωρισμένες μεσήλικες κυρίες υπό τον τίτλο "Το κυνήγι των αφορμών" ήταν το αποκορύφωμα. Ήταν ένα βιβλίο τετρακοσίων σελίδων γεμάτων μπούρδες και με φωτογραφία εξωφύλλου ένα παλιό γράμμα πάνω στο οποίο ήταν ριγμένο ένα τριαντάφυλλο. "Το κυνήγι των αφορμών; για καμία αφορμή!", ξεστόμισε ειρωνικά. Ο υπάλληλος του έγνεψε να κάνει ησυχία. Συγκρατήθηκε. Πέρασε και από τους υπόλοιπους τομείς αλλά γι άλλη μια φορά κατέληξε στα παιδικά βιβλία. Του άρεσε την ασχήμια της ζωής να τη βλέπει υπό το φόβο των δράκων, των μαγισσών και των ξωτικών. Όχι από την καθημερινότητα.
Βγήκε από το βιβλιοπωλείο και συνέχισε να περπατάει κοιτώντας προς τα κάτω. Αφηρημένος καθώς ήταν χτύπησε με τον ώμο του έναν αντίθετα διερχόμενο. Εισέπραξε ένα βλέμμα μίσους δευτερολέπτων και αισθάνθηκε τυχερός που ο ψηλός κουστουμάτος που χτύπησε μιλούσε στο κινητό και δεν είχε όρεξη για καβγά. Είχε καιρό να καβγαδίσει. Η εικόνα του τσακωμού για τη θέση στο λεωφορείο ή για τη σειρά στο μίνι μάρκετ είχε υποβαθμίσει τελείως μέσα του την έννοια του καβγά. Προτιμούσε ο καβγάς τρίτων να αποτελεί μουσικό χαλί στην καθιερωμένη βόλτα του παρά ο ίδιος να χαρακτηρισθεί ως "γνωστός καβγατζής". Δεν υπήρχε αφορμή. Παλιά τσακωνότανε. Τώρα ή κουράστηκε ή βαρέθηκε. Ούτε κι αυτός έχει κάποια εξήγηση για την πρόθυμη απέχθειά του σε κάθε τι συγκρουσιακό. Μάλλον έχει αποδεχθεί ότι η σύγκρουση εξαντλείται είτε στο ακούραστο ξύλο των αμερικάνικων ταινιών είτε στους τσακωμούς των γριών της πολυκατοικίας του. Δυστυχώς ο ίδιος δε χωράει ούτε στο ένα ούτε στο άλλο. Όμως που χωράει; Ποιος είναι ο χώρος του; Αυτός πως ορίζει τον εαυτό του μέσα στον κόσμο; Δεν ξέρει. Σήμερα τουλάχιστον προσδιορίζει τον εαυτό του ως έναν αδιάφορο περαστικό. Χθες δε θυμάται και αύριο άγνωστο. Υπάρχει περισσότερο μέσα του ο ρόλος του θεατή παρά του δράστη. Του θεατή ακόμη και του εαυτού του. Βλέπει τη ζωή του σα ντοκιμαντέρ μέσα από τους βολβούς των ματιών του. Όμως αν πεθάνει ποιος θα του αλλάξει κανάλι;
Στρίβει δεξιά και βλέπει δυο μπάτσους να τραμπουκίζουν μετανάστες ζητώντας τα στοιχεία τους. Απέναντι ο περιπτεράς διαβάζει αθλητική εφημερίδα. Πλησιάζει στο σημείο να δει τι συμβαίνει. "Δρόμο φίλε δική μας υπόθεση" φώναξε ο μπάτσος. "Δεν υπάρχει αφορμή", σκέφτηκε, "η αστυνομία τα κανονίζει αυτά". Πήγε στο περίπτερο και αγόρασε μια αθλητική εφημερίδα. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και προχώρησε συνετά. Όμως η εφημερίδα στη μασχάλη ήταν εκείνη την ώρα γι αυτόν ο,τι είναι η βίβλος στα χέρια ενός άθεου. Δεν μπορούσε να φύγει έτσι. Λίγο πριν στρίψει στην επόμενη στροφή κοίταξε πίσω. Μάταια, οι μετανάστες ήταν ήδη στα γόνατα και με χειροπέδες. Έστριψε. Πέταξε την εφημερίδα στον πρώτο κάδο. Σκέφτηκε τις γριές του από πάνω ορόφου που τσακώνονται διαρκώς. Γι άλλη μια φορά απέδειξε στον εαυτό του ότι αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση μόνο σε αυτό το επίπεδο. Κι όμως κάτι μέσα του τον κλώτσαγε στο στομάχι. Κάτι μέσα του, του έλεγε ότι είναι δειλός και συμβιβασμένος. "Σκάσε" φώναξε μόνος του στη μέση του δρόμου. Ευτυχώς δεν υπήρχε κανένας. Δεν χρειάστηκε να τσακωθεί.
Συνέχισε να προχωράει. Δουλειά δεν είχε, λεφτά δεν είχε. Είχε τουλάχιστον τη δυνατότητα να περπατάει χωρίς να τον τραμπουκίζουν οι μπάτσοι. Εκμεταλλευόταν αυτό το προνόμιο. Μόνο που μετά την αγορά της αθλητικής εφημερίδας το έκανε πολύ ενοχικά. Στο επόμενο στενό βρέθηκε σε μια εκκλησία. Αποφάσισε να μπει. Δεν είχε να χάσει τίποτα. Τον πήγαινε μια θεία του όταν ήταν μικρός και από τότε δεν ξαναπήγε. Δεν πίστευε στο θεό αλλά εκείνη τη μέρα ήθελε να πιστέψει σε ένα θαύμα. Ψιλά για το κερί δεν είχε. Κάθισε. Κυρίες που ξέρουν να τσακώνονται, όπως οι γριές του τρίτου, άρχισαν να κοιτούν επικριτικά τα σκισμένα του παπούτσια. "Ας προσευχηθούν αυτές για το καλό όλων μας" σκέφτηκε. Σηκώθηκε και έφυγε. Βγαίνοντας είδε στην είσοδο μια ζητιάνα. Δεν του κλάφτηκε ούτε του ζήτησε τίποτα. Είχε κι αυτός άλλωστε σκισμένα παπούτσια. Αισθανόταν κουρασμένος χωρίς να έχει κάνει τίποτα. Έκατσε για λίγο σε ένα παγκάκι στην πλατεία μπροστά από την εκκλησία. Στο απέναντι παγκάκι καθόταν ένα ζευγάρι ομοφυλόφιλων. Σκέφτηκε πως ποτέ ένα γλυκανάλατο μυθιστόρημα όπως "Το κυνήγι των αφορμών" δε θα καταπιανόταν με έναν τέτοιο έρωτα.
Βάδισε προς τα πίσω. Πολύ περίεργη η σημερινή βόλτα. Ίδια με τις προηγούμενες αλλά με κάτι διαφορετικό, με μια αίσθηση αυτοαπογοήτευσης για τη συνειδητή του απραξία. Το μυαλό του, τα χέρια του και η γλώσσα του έμειναν στάσιμα για μια ακόμη μέρα σε μια σειρά περιπτώσεων. Σήμερα, όμως, ενοχλήθηκε γι αυτό. Έτσι, όμως, ήταν η καθημερινότητα. Είχε συνηθίσει.
Κόντευε για το σπίτι όταν ξαφνικά έφαγε το στραπάτσο που έφαγε και η σόλα του όταν κόλλησε με την τσίχλα του πεζοδρομίου. Λίγο πριν φτάσει πρόσεξε από μακριά μια απρόσμενη κατάσταση, ή μάλλον την τελευταία του "απρόσμενη κατάσταση". Είχε αλλάξει αρκετά και είχε να της μιλήσει καιρό. Παρέμενε όμορφη και με την ίδια ζωντάνια στο βλέμμα. Τώρα που το καλοσκέφτεται εκείνη ήταν η τελευταία σύγκρουση στην οποία συμμετείχε κι αυτός. Η τελευταία ίσως φορά που είχε κάποιο ρόλο στο χωροχρόνο. Το γεγονός ότι βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά της κατάφερε να τον ορίζει στον κόσμο, να τον μετατρέψει από θεατή της ζωής του σε πρωταγωνιστή. Είχε ιδρώσει. Πώς να την πλησίαζε; Τι να της έλεγε; Έστεκε για λίγο και την περιεργαζόταν από μακριά. Έπρεπε να σπάσει την απραξία και την απάθεια που μαστίγωναν την έως τώρα μέρα του και την πρόσφατη ζωή του. Η προσέγγισή της ήταν ένα πολύ καλό πρώτο βήμα. Δεν έπρεπε να χάσει χρόνο. Εκείνη στεκόταν δυο γωνίες παραπάνω, όχι όμως για πάντα. Έπρεπε να προλάβει να της μιλήσει πριν φύγει. Άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος της. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά μετά από καιρό. Από μέσα του σκεφτόταν τι να της πει και έψαχνε μια αφορμή για να της πει να βγούνε. Το μυαλό του ήταν κενό και σε σύγχυση. Πέρασε την πρώτη γωνία. Λίγο ακόμη και θα την έφτανε, έπρεπε να σκεφτεί γρήγορα κάτι καλό. Μια αφορμή. Ένας δρόμος πλέον τον χώριζε από εκείνη που περίμενε έξω από το γωνιακό καφέ. Κινήθηκε προς το μέρος της όταν ξαφνικά λίγο πριν τη φτάσει, από την άλλη μεριά του δρόμου εμφανίζεται ένας τύπος πιο γρήγορος στο βήμα από εκείνον αλλά με τον ίδιο προορισμό. Ο τύπος φτάνει πρώτος φιλάει την κοπέλα και μπαίνουν στο καφέ.
Πολύ κακό τέλος για έναν πολύ δύσκολο αγώνα δρόμου. Στάθηκε μόνος του στη μέση του δρόμου άπραγος. Ο προσδιορισμός του για σήμερα παρέμεινε αυτός του "αδιάφορου περαστικού". Δεν κατόρθωσε να τον αλλάξει. Δεν κατάφερε καν να της μιλήσει. Δεν είχε βρει καν την αφορμή που έψαχνε για να της πει να βγούνε.
Τι ειρωνεία, σκέφτηκε, είμαι ένας αποτυχημένος κυνηγός αφορμών σε ένα γλυκανάλατο μυθιστόρημα.
Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014
Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014
απλό και πολύπλοκο
Είναι φορές που η απλότητα γοητεύει γιατί είναι πολύπλοκη και άλλες που η πολυπλοκότητα γοητεύει επειδή είναι απλή. Η γοητεία γίνεται ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο λιτό και στο σύνθετο αντανακλώντας διαφορετικές στιγμές μιας ίδιας ζωής. Αυτής που δε φυλακίζεται στο δίπολο άσπρου-μαύρου αλλά ξεσπάει στην εξέγερση των χρωμάτων. Κατ'αυτό τον τρόπο το απλό βλέμμα μιας γνωριμίας μπορεί να ταυτιστεί με το πολύπλοκο βλέμμα ενός αποχωρισμού εφόσον και στις δύο περιπτώσεις παράγεται συναίσθημα. Η ελευθερία του ανθρώπου δε βρίσκεται στη μόνιμη ευτυχία του, αλλά στη δυνατότητά του να καθορίζει πότε θα είναι χαρούμενος και πότε λυπημένος. Αυτή η διαστρέβλωση της έννοιας της ελευθερίας από το κράτος και τους εκφραστές του, επιτρέπει στο σύστημα να σφηνώνει την ελευθερία στο θεσμό της ιδιοκτησίας, στη σήψη του σεξισμού, στην περηφάνια του πατριωτισμού και στη ματαιοδοξία του κέρδους, φορώντας της το ένδυμα της ευτυχίας. Κάπως έτσι οι απολύσεις γίνονται "διαθεσιμότητα", το ξύλο από τους μπάτσους "επιβολή της τάξης" και τα μνημόνια "μηχανισμός στήριξης". Όλα για την "ελευθερία". Μια ελευθερία κενή και αδιάφορη. Μια ελευθερία προβλέψιμη. Μια ελευθερία που βρίσκεται στην τσέπη του εργοδότη, στους νόμους του κράτους και στην αντρίλα του νταβατζή. Το κακό με την "ελευθερία" τους είναι ότι δεν υπάρχει η ερωτοτροπία ανάμεσα στο απλό και στο πολύπλοκο. Είναι μια ελευθερία εναρμονισμένη με την εκμετάλλευση στο χώρο δουλειάς και το ριάλιτι στην τηλεόραση. Οι άνθρωποι δεν αποφασίζουν για τις ζωές τους, απλώς τις εξυπηρετούν. Δε βιώνουν τη χαρά και τη λύπη. Απλώς τη μαθαίνουν. Όμως η αέναη και ευθύγραμμη "ευτυχία" που τους παρέχει ο σύγχρονος φιλελεύθερος τρόπος ζωής δεν αντέχει αρκετά. Σε κάποιες συγκεκριμένες στιγμές καταρρέει από μια μικρή σύγκρουση απλότητας και πολυπλοκότητας που λέγεται ανάγκη. Ανάγκη για φαγητό, για αλληλεγγύη, για ίσα δικαιώματα και κυρίως για ελευθερία. Όταν η ανάγκη γίνει συνείδηση και δύναμη, ίσως από την "ελευθερία" τους να περάσουμε στην ελευθερία μας. Ίσως από το κόσμο τους να περάσουμε στο δικό μας. Απλό ή πολύπλοκο; Μάλλον και τα δύο.
Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014
χωρίς απάντηση
Ρώτησε
τη μοναξιά του
αν η μοναχικότητα
είναι
συνειδητή επιλογή
ή απρόσμενη κατάσταση.
Δεν του απάντησε.
Ισορρόπησε μόνη της
ανάμεσα στα δύο ενδεχόμενα
επιβεβαιώνοντας την ύπαρξή της
στο μυαλό
και στη ζωή
του ερωτώντος.
Σιωπή.
Άσχημη νότα
κι ας μη βγάζει ήχο.
τη μοναξιά του
αν η μοναχικότητα
είναι
συνειδητή επιλογή
ή απρόσμενη κατάσταση.
Δεν του απάντησε.
Ισορρόπησε μόνη της
ανάμεσα στα δύο ενδεχόμενα
επιβεβαιώνοντας την ύπαρξή της
στο μυαλό
και στη ζωή
του ερωτώντος.
Σιωπή.
Άσχημη νότα
κι ας μη βγάζει ήχο.
Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014
Ποιος είναι πραγματικά ΑΕΚ

Υπάρχει ακόμη αυτή η φωτογραφία. Εγώ ενός έτους χωμένος σε ένα κιτρινόμαυρο κασκόλ. Από τη μία να με κρατά ο θείος μου κι από την άλλη ο πατέρας μου. Όσο αστείο κι αν ακούγεται, η πρώτη σκληρή πόρωση που γνώρισα στη ζωή μου ονομάζεται ΑΕΚ.
Παρά το γεγονός ότι ο θείος μου με έπαιρνε από τριών ετών στη Φιλαδέλφεια και φρόντιζε να έχω όλες τις νέες εμφανίσεις της ομάδας (ναι και αυτές με τον ολόσωμο δικέφαλο), στο νηπιαγωγείο αισθανόμουν κάπως περίεργα όταν έλεγα πως είμαι ΑΕΚ καθώς όλοι οι υπόλοιποι ήταν ολυμπιακοί ή παναθηναϊκοί. Η αλήθεια είναι, πάντως, πως δεν είχα πλήρη συναίσθηση της απάντησής μου στην κλασική ερώτηση: "τι ομάδα είσαι;". Απαντούσα περισσότερο μηχανικά όπως απαντάει ένα παιδί όταν το ρωτάνε ποιο χρώμα του αρέσει.
Η συνειδητοποίηση της οπαδικής μου ταυτότητας ήρθε στην πρώτη δημοτικού. Με είχε πάρει ο θείος μου σε τρία παιχνίδια τα οποία τα θυμάμαι ακόμη (ΑΕΚ-Εθνικός Αστέρας:1-0, ΑΕΚ-ΠΑΣ Γιάννινα:4-2 και ΑΕΚ-Ηρακλής 2-0). Απίστευτο συναίσθημα. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που αναγνώριζα τον εαυτό μου ως κομμάτι ενός συνόλου. Ήμουν ΑΕΚ. Λάτρευα τα γκολ του Ντέμη στον Ολυμπιακό, τρελαινόμουν να φωνάζω τα συνθήματα της σκεπαστής, τσακωνόμουν την επόμενη μέρα στο σχολείο για τις φάσεις του ματς, γούσταρα να μπαίνω σφήνα στους καυγάδες των "αιωνίων", διάβαζα οπαδικές εφημερίδες και γενικότερα διαμόρφωνα την πρώτη μου ταυτότητα, να είμαι ΑΕΚ.
Καθώς τελείωνα το δημοτικό προσπάθησα να ιδεολογικοποιήσω τη συγκεκριμένη μου επιλογή. Έψαξα τις ιστορικές ρίζες της ομάδας και είδα σε τι διαφέρει από τις άλλες. Η ΑΕΚ δεν ήταν πολυτέλεια για τους ιδρυτές της αλλά ανάγκη. Φτωχοί άνθρωποι, πρόσφυγες από τη Μ.Ασία ήθελαν να έχουν ένα σημείο αναφοράς, καθώς οι εθνικισμοί τους είχαν σπρώξει στον ξεριζωμό, στην πείνα και στην εξαθλίωση. Πλέον, γυρνώντας στους δρόμους της Φιλαδέλφειας καταλάβαινα γιατί τα σπίτια ήταν μικρά, διώροφα, με ξύλινα μπαλκόνια, εξωτερική σκαλίτσα και ενιαίους χώρους. Οι κιτρινόμαυρες Κυριακές αποτέλεσαν το έναυσμα ώστε να αρχίσω να διαβάζω για τη μικρασιατική καταστροφή, για την αθλιότητα του πολέμου και τα συμφέροντα των από πάνω που χωρίζουν τους λαούς όπως οι φασίστες τους ανθρώπους σε άσπρους-μαύρους.
Φτάνοντας στο γυμνάσιο, είχα μια πιο καθαρή εικόνα για την ομάδα μου. Ήμουν ΑΕΚ και γούσταρα και ας μην έπαιρνα πρωτάθλημα, ούτε κύπελλο, και ας μην είχα ακριβούς ποδοσφαιριστές στο ρόστερ, και ας μην είχα πρόεδρο με πολλά φράγκα. Αρκούσε που γούσταρα. Μια μέρα στο σχολείο ήρθε ο Μανώλης Γλέζος. Όλοι είχαμε ετοιμάσει ερωτήσεις από πριν ώστε να μας διηγηθεί τις ιστορίες του από την κατοχή. Κάπου στο τέλος της εκδήλωσης, ένας μαθητής (από αυτούς του τελευταίου θρανίου) σήκωσε το χέρι του και τελείως αυθόρμητα χωρίς καμία προεργασία ρώτησε το Γλέζο "τι ομάδα είναι". Οι καθηγήτριες κοίταζαν αμήχανα το Γλέζο και επικριτικά τον μαθητή πιστεύοντας ότι ήταν μια πολύ αφελής ερώτηση. Ο Γλέζος χωρίς ίχνος ελιτισμού απάντησε σοβαρότατα: "Εγώ δεν ασχολιόμουν με το ποδόσφαιρο. Απ' όταν όμως η ΑΕΚ ταξίδεψε στο Βελιγράδι για να παίξει με την Παρτιζάν, εν μέσω των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ στη Σερβία, προκειμένου να στείλει αντιπολεμικό μήνυμα, δηλώνω ότι είμαι ΑΕΚ!". Γι άλλη μια φορά η λέξη ΑΕΚ με έκανε να μ'αρέσει που είμαι συνέχειά της. Μετά από την απάντηση αυτή του Γλέζου, τα προσωπικά μου ψαξίματα και τις στιγμές μου στο γήπεδο κατάλαβα πλήρως τι σημαίνει η φράση: "Είναι διαφορετικό να είσαι ΑΕΚ...". Η ΑΕΚ δεν είναι τα βίτσια του προέδρου, ούτε τα φράγκα των χορηγών, ούτε τα κατευθυνόμενα πρωτοσέλιδα των αθλητικών εφημερίδων. Η ΑΕΚ είναι μια ομάδα που φτιάχτηκε από γνήσια κίνητρα προσφύγων, ανθρώπων φτωχών, που βίωσαν σκληρό ρατσισμό από τους καθαρόαιμους Έλληνες του μεσοπολέμου. Η ΑΕΚ είναι τα προσφυγόσπιτα της φιλαδέλφειας και της ιωνίας, το καταφύγιο των καθημερινών δυσκολιών και η ανάμνηση μια άλλης ζωής. Η ΑΕΚ είναι μια ζωντανή ιστορία. Όχι με όρους εθνικιστικούς όπως αυτούς που προσπαθούν να της προσδώσουν κάποιοι τώρα τελευταία. Αλλά με όρους γνήσιους, εργατικούς, λαϊκούς και αντιφασιστικούς.
Μπαίνοντας στο λύκειο η ομάδα δε βλεπόταν αγωνιστικά. Απογοήτευση. Παρακμή. Υποβιβασμός στη Γ'Εθνική. Κι όμως ο κόσμος δίπλα της στα εύκολα και στα δύσκολα.
Σήμερα η ΑΕΚ ξαναγεννιέται, λένε όλοι. Ο Τίγρης θα τη βγάλει από τα δύσκολα. Θα χτιστεί και το γήπεδο. Όλα μια χαρά.
Όμως κάτι δε μου πάει καλά. Κάτι μου φαίνεται οξύμωρο. Φίλαθλοι της ΑΕΚ, συνέχεια της ιστορίας της, κομμάτια της εργατικής τάξης, εγγόνια προσφύγων, ακολουθούν και υπερασπίζονται τυφλά έναν επιχειρηματία που με όχημα την ΑΕΚ και την ιστορία της, κάνει μπίζνες. Πόσο συμβαδίζει αυτό άραγε με την ιστορία του συλλόγου; Σε καμία περίπτωση δεν αναγάγω την ποδοσφαιρική μου επιλογή σε πολιτική μου ταυτότητα, όμως δεν μπορώ να παραγνωρίσω τις ιστορικές καταβολές και τον κόσμο της ΑΕΚ. Πριν λίγες μέρες κάποιοι, πάλι στο όνομα της ΑΕΚ, σαν ιδιωτικός στρατός ενός μεγαλοεπιχειρηματία, κυνήγησαν κατοίκους της φιλαδέλφειας που εναντιώθηκαν στο ξεπούλημα της περιουσίας της φιλαδέλφειας στον Μελισσανίδη. Πραγματικά αναρωτιέμαι, ποιος είναι περισσότερο ΑΕΚ: αυτός που τα χώματα που ίδρωναν οι παπππούδες του για να χτίσουν τα σπίτια τους και το γήπεδο δε θέλει να τα χαρίσει σε έναν μεγαλοεπιχειρηματία που ψάχνει για κέρδη ή αυτός που ως αυτόκλητος εκφραστής της ΑΕΚ τραμπουκίζει κόσμο στην υπηρεσία ενός καπιταλιστή που πουλάει αεκοφροσύνη για λαϊκή κατανάλωση και ατομικά κέρδη. Το ανησυχητικό είναι ότι ο λαός της ΑΕΚ διαβρώνεται, ξεχνάει τις ρίζες του, τις καταβολές του και την ιστορία του για λίγο παραμύθι που του πουλάνε εντεταλμένοι δημοσιογράφοι.
Και για να μην παρεξηγηθώ. Προφανώς και θέλω το γήπεδο. Αλλά ένα γήπεδο που να πληροί τις πολεοδομικές προϋποθέσεις και να σέβεται το περιβάλλον. Ένα γήπεδο που να ανήκει στο λαό της ΑΕΚ και που δε θα έχει ως προαπαιτούμενο για την ανέγερσή του, το ξεπούλημα όλου του άλσους και της ευρύτερης περιοχής στον Μελισσανίδη. Ένα γήπεδο όπως αρμόζει στον κόσμο και στην ιστορία της ΑΕΚ.
Η ΑΕΚ δεν έχει σχέση με μπράβους, απειλές, δημοσιογραφικές συκοφαντίες, πάρε-δώσε με κυβερνητικά νομοσχέδια και ιδιωτικούς στρατούς επιχειρηματιών.
ΑΕΚ σημαίνει προσφυγιά ξεριζωμένη. Ας δείξουμε τι σημαίνει αυτό.
Σάββατο 21 Ιουνίου 2014
ανεξίτηλα
Το μέσα της
λευκή σελίδα.
Περαστικοί, φίλοι,
γνωστοί, εχθροί
και καιροσκόποι
ζωγραφίζουν πάνω
με μανία.
Την ομορφιά.
Την ασχήμια.
Τη μέρα.
Τη νύχτα.
Όταν πάψει
να εξαρτάται
από το μελάνι τρίτων
ίσως αρχίσει
να αφήνει το δικό της σημάδι.
Όχι σε λευκές σελίδες,
αλλά στην πολύχρωμη πραγματικότητα.
Όχι πρόσκαιρα.
Ανεξίτηλα.
λευκή σελίδα.
Περαστικοί, φίλοι,
γνωστοί, εχθροί
και καιροσκόποι
ζωγραφίζουν πάνω
με μανία.
Την ομορφιά.
Την ασχήμια.
Τη μέρα.
Τη νύχτα.
Όταν πάψει
να εξαρτάται
από το μελάνι τρίτων
ίσως αρχίσει
να αφήνει το δικό της σημάδι.
Όχι σε λευκές σελίδες,
αλλά στην πολύχρωμη πραγματικότητα.
Όχι πρόσκαιρα.
Ανεξίτηλα.
Κυριακή 15 Ιουνίου 2014
Θα φυσάει
τσαλακωμένο χαρτί στο παρακμιακό ασανσέρ
και ξεραμένο αίμα στο καρτοτηλέφωνο της πλατείας
απελπισμένοι και τρελοί αρχίζουν να μοιάζουνε
στον τρόπο που ονειρεύονται την απόδραση
μια μπύρα στην ταράτσα σκέφτεται να πέσει
καθώς περνάει από κάτω μια κυρία με τα ψώνια
στο γραμματοκιβώτιο έχει ξεμείνει ένα διαφημιστικό πίτσας
και στο ψυγείο ένα παλιό μήλο
κυνηγοί πτυχίων και πτυχία κυνηγών
τσακώνονται σε υφάκια ανωτερότητας και μούσκουλα ανδρείας
περιφερόμενες στολές στους δρόμους
επιβεβαιώνουν τη μονιμότητα των αποκριών
μπάτσοι, κλόουν, ρακένδυτοι και πόρνες
γεμίζουν το αθηναϊκό πάρτυ
κάποιοι αρέσκονται στον ετεροπροσδιορισμό,
άλλοι γράφουν μόνοι τους τα στοιχεία τους
κάποιοι παλεύουν με τη σημαία στην κωλότσεπη,
άλλοι με την ταξική τους ιδιότητα
η κυρία του τρίτου που έχει νευριάσει με το διαχειριστή
δεν αντέχει το θόρυβο των παιδιών στον τέταρτο
κουρασμένες καλημέρες φλερτάρουν με τις πρόθυμες καληνύχτες
σε μια περίεργη ώρα που δεν είναι ούτε πρωί ούτε βράδυ
η καταπιεσμένη συνήθεια εκτονώνεται στη βόλτα με το σκύλο,
στα κινηματογραφικά ποπκόρν και στο σεξιστικό κρεσέντο
συνετά ζευγαράκια ψάχνουν για μεσίτες
μπας και στεγάσουν τον καμουφλαρισμένο φόβο τους
η σχιζοφρένεια και η κανονικότητα γίνονται συνώνυμες
ενώ στο πικάπ τραγουδάει η πρέζα του '70
τελικά ποιος άκουσε τι καιρό θα κάνει σήμερα;
νομίζω θα βρέξει, μπορεί να έχει και ήλιο
πάντως σίγουρα θα φυσάει
και ξεραμένο αίμα στο καρτοτηλέφωνο της πλατείας
απελπισμένοι και τρελοί αρχίζουν να μοιάζουνε
στον τρόπο που ονειρεύονται την απόδραση
μια μπύρα στην ταράτσα σκέφτεται να πέσει
καθώς περνάει από κάτω μια κυρία με τα ψώνια
στο γραμματοκιβώτιο έχει ξεμείνει ένα διαφημιστικό πίτσας
και στο ψυγείο ένα παλιό μήλο
κυνηγοί πτυχίων και πτυχία κυνηγών
τσακώνονται σε υφάκια ανωτερότητας και μούσκουλα ανδρείας
περιφερόμενες στολές στους δρόμους
επιβεβαιώνουν τη μονιμότητα των αποκριών
μπάτσοι, κλόουν, ρακένδυτοι και πόρνες
γεμίζουν το αθηναϊκό πάρτυ
κάποιοι αρέσκονται στον ετεροπροσδιορισμό,
άλλοι γράφουν μόνοι τους τα στοιχεία τους
κάποιοι παλεύουν με τη σημαία στην κωλότσεπη,
άλλοι με την ταξική τους ιδιότητα
η κυρία του τρίτου που έχει νευριάσει με το διαχειριστή
δεν αντέχει το θόρυβο των παιδιών στον τέταρτο
κουρασμένες καλημέρες φλερτάρουν με τις πρόθυμες καληνύχτες
σε μια περίεργη ώρα που δεν είναι ούτε πρωί ούτε βράδυ
η καταπιεσμένη συνήθεια εκτονώνεται στη βόλτα με το σκύλο,
στα κινηματογραφικά ποπκόρν και στο σεξιστικό κρεσέντο
συνετά ζευγαράκια ψάχνουν για μεσίτες
μπας και στεγάσουν τον καμουφλαρισμένο φόβο τους
η σχιζοφρένεια και η κανονικότητα γίνονται συνώνυμες
ενώ στο πικάπ τραγουδάει η πρέζα του '70
τελικά ποιος άκουσε τι καιρό θα κάνει σήμερα;
νομίζω θα βρέξει, μπορεί να έχει και ήλιο
πάντως σίγουρα θα φυσάει
Τετάρτη 30 Απριλίου 2014
Εργάτης
Εργάτης. Είναι αυτός που φτιάχνει τους δρόμους και τα σπίτια. Αυτός που δεν αποθηκεύει το κέρδος του ώστε να το επανεπενδύσει αλλά αρκείται στην επιβίωση. Εργάτης είναι αυτός που έκανε την Παρισινή κομμούνα, τον Οκτώβρη του '17, την Ισπανία του '36, το Μάη του '68 και συνεχίζει ακάθεκτος. Αυτός που ο Νταλάρας τον υμνεί και μειώνεται η αξία του και αυτός που ο Πανούσης τον βρίζει και αναδεικνύεται η αξία του. Εργάτης είναι αυτός που καλοπιάνουν οι ρουφιάνοι, αυτός που στοχοποιούν οι φασίστες και αυτός που εκμεταλλεύονται τα αφεντικά. Αυτός που σκοτώνεται για να γίνουν οι ολυμπιακοί αγώνες και το μουντιάλ. Εργάτης σημαίνει ότι το ψωμί που τρώω το έχει φτιάξει κάποιος άλλος σαν εμένα. Σημαίνει ότι βλέπω σβάστικα και αντιδρώ σαν το Φύσσα. Εργάτης δεν είναι το λεπτό καρτούν με το κράνος που παλεύει ενάντια στους παχύσαρκους με τα ψηλά καπέλα. Εργάτης είναι ο ιδρώτας που χύνεται στους χώρους εργασίας, η πάλη που δίνεται ενάντια στην καταπίεση και ο παλμός που δονεί το σύμπαν στις γενικές απεργίες. Είναι αυτός που παλεύει ενάντια στο σύστημα που κλέβει την εργασία του για να πλουτίζουν οι νόμιμοι κλέφτες. Εργάτης είναι τα ροζιασμένα και πρησμένα χέρια του ογδοντάχρονου γέρου στη γωνία του δρόμου και το βλέμμα του όταν θυμάται τη Μακρόνησο. Εργάτης δεν είναι το τσιράκι και ο επαγγελματίας απεργοσπάστης. Εργάτης είναι ο "Λένιν" στη βιβλιοθήκη και ο "Τσιτσάνης" στο παλιό πικάπ. Είναι το εξαπατημένο πασόκ μα και το συνειδητό προλεταριάτο. Εργάτης είναι αυτός που δε χρησιμοποιεί πληθυντικό ευγενείας αλλά ξέρει να σέβεται τον διπλανό του. Είναι αυτός που απεχθάνεται το κουστούμι γιατί η γραβάτα τον πνίγει, το σακάκι τον σκάει και το άσπρο πουκάμισο θα το λερώσει εύκολα. Εργάτης είναι αυτός που δεν είναι μπάτσος και αυτός που δε χτυπάει την τάξη του. Είναι αυτός που απέναντι στη λέξη έθνος βάζει τη λέξη τάξη. Εργάτης είναι ο πακιστανός στη Μανωλάδα, ο αλβανός στη οικοδομή και ο κενυάτης στα φανάρια. Εργάτης είναι αυτός που δουλεύει στο εργοστάσιο αλλά και αυτός που δουλεύει στο σχολείο και στο νοσοκομείο. Αυτός που δε ζει εις βάρος άλλων. Εργάτης είναι η Μαρία και ο Γιώργος αλλά και ο Γιώργος που αισθάνεται Μαρία ή Μαρία που αισθάνεται Γιώργος. Είναι η ιδιότητα που μόνιμα είναι ριγμένη σε σχέση με την ιδιότητα του εκμεταλλευτή της. Εργάτης είναι αυτός που μετά τη δουλειά πιάνει το κομπολόι γιατί τα χέρια του δεν έχουν συνηθίσει να είναι άπραγα. Είναι αυτός που η λέξη πίεση δεν τον παραπέμπει στο πιεσόμετρο αλλά στην εντατικοποίηση. Εργάτης είναι αυτός που δε χρειάζεται ρολόι γιατί έχει μάθει να υπολογίζει το οχτάωρο με το μυαλό του. Είναι το μισοτελειωμένο τσιγάρο στο διάλειμμα και η ελπίδα πως μια μέρα θα το τελειώνει με την ησυχία του. Εργάτης εν τέλει είναι αυτός που πάραγει όλο τον πλούτο σε αυτή την κοινωνία αλλά όχι για τον εαυτό του. Είναι αυτός που από την Αθήνα μέχρι τη Σεούλ και από τη Σεούλ μέχρι το Σάο Πάολο, πιστεύει σε μία μόνο λέξη, στην ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)