Κάποιοι κρεμούν τα ρούχα στην κρεμάστρα. Κάποιοι κρεμούν την ενοχή στην ευκολία. Κάποιοι κρεμούν τον εαυτό τους στη θηλιά. Οι πρώτοι είναι αναίσθητοι, οι δεύτεροι δειλοί και οι τρίτοι αυτοκαταστροφικά ειλικρινείς. Υπάρχουν και κάποιοι που δεν ανήκουν σε καμία κατηγορία και τα κάνουν όλα τέλεια. Τους βρίσκει κανείς στα παραμύθια για παιδιά, στις χολιγουντιανές ταινίες και στα πορτρέτα του Στάλιν. Ανέκαθεν πίστευα ότι ο super man δεν είναι το αμερικανάκι με τη μπλε στολή και το κόκκινο βρακί αλλά κάτι ανάμεσα στο θεό και το διάολο που υπάρχει σε κάθε χώρα. Η αναθετική προσμονή της επίλυσης όλων των προβλημάτων από έναν "τέλειο", είναι η καλύτερη δικαιολογία για να κρεμάς τα ρούχα, τις ενοχές ή και τη μούρη σου. Με λίγα λόγια, η ανάθεση είναι μια εύκολη πρέζα, που δε χρειάζεται χρήμα, αλλά χαμένο χρόνο. Είναι μια ψευδαίσθηση ανεξαρτησίας αρκεί να κρέμεσαι από κάποιον για να μην πέσεις. Έτσι λοιπόν ο τέλειος, ο ικανός, ο χαρισματικός, το ταλέντο που "θα σαρώσει τις δυναμείς του κακού", δεν είναι γέννημα της αμερικάνικης φαντασίας αλλά του ανθρώπινου συμβιβασμού, του ανθρώπινου φόβου και της ανθρώπινης αυταπάτης. Ο super man μπορεί πριν 2015 χρόνια στην Ιερουσαλήμ να ήταν ο Χριστός, το 1821 στο Μοριά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, το 1935 στη Σοβιετική Ένωση o κομματικά πιστός γραφειοκράτης και το 2001 στην Αμερική ο πολέμιος της παγκόσμιας τρομοκρατίας Goerge Bush. Στην ύπαρξη, ή μάλλον στη δημιουργία των παραπάνω ηρώων, οφείλεται το δάκρυ του μουσάτου αντάρτη όταν παρέδωσε το όπλο του μετά τη συμφωνία της βάρκιζας, το κλάμα της παλαιστίνιας μάνας όταν διαπίστωσε ότι κανένας θεός δεν προστάτευσε το παιδί της και η καταπίεση κάθε ανθρώπου σε ένα σύστημα που δεν το ορίζει ο ίδιος αλλά, το είδωλο, το πρότυπο και ο σωτήρας του. Κάποιοι πρόσφατα ψήφισαν και μάλιστα την Αριστερά. Καλά έκαναν. Η ψήφος αποτυπώνει πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς, μπορεί να προκαλέσει πιέσεις, να δημιουργήσει ρήγματα, να φέρει νέους όρους αντιπαράθεσης, να μετριάσει το κακό. Η ψήφος όμως δε σκοτώνει το σούπερ ήρωα, τον αλάνθαστο, τον τέλειο, αυτόν που σε μαστουρώνει προσφέροντάς σου κανονικότητα, είτε σε συσκευασία ιλουστρασιόν είτε σε καλάθι λαϊκής. Ο τελευταίος δεν είναι πρόθυμος να αυτοκτονήσει, όσο εξαρτάσαι από αυτόν. Έχει καταλάβει ότι δεν είναι τίποτε άλλο από την αντανάκλαση της παθητικότητάς σου. Συνεπώς η καταστροφή του, δεν απαιτεί να γίνεις εσύ σούπερ ήρωας, ούτε να προσπαθήσεις να του μοιάσεις πέφτοντας από την ταράτσα με κόκκινη μπέρτα. Το αόρατο χέρι του που καθορίζει τα πάντα, παύει να υπάρχει όταν, όχι ο καθένας μόνος του, αλλά όλοι μαζί γίνουμε ορατοί. Όταν γίνουμε ορατοί στο χώρο δουλειάς, στο σχολείο, στη σχολή, στο σπίτι, στο καφενείο, στην τέχνη, στον έρωτα, στη φιλία, στη ζωή. Η στροφή του κόσμου προς τ'αριστερά αυτό ακριβώς πρέπει να σηματοδοτήσει. Την είσοδο του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο, και όχι την εκλογή ενός νέου super man. Ο αναίσθητος, ο δειλός και ο αυτοκαταστροφικά ειλικρινής, είναι άνθρωποι, με άγνοια, αδυναμίες και υπέρμετρες φιλοδοξίες. Μόνος του ο καθένας χάνεται στην επιφανειακή καθημερινότητα, στην διαρκή υπεκφυγή και στο συνειδητό θάνατο. Όλοι μαζί, όμως, με όπλο τη συλλογική οργάνωση ίσως κάτι αλλάξουν. Η ιστορία έχει δείξει ότι ή θα κρέμεσαι από την κόκκινη μπέρτα του αγαπημένου σου υπερήρωα με κίνδυνο να φας τα μούτρα σου, ή θα τη σκίσεις και θα την κάνεις σημαία σου. Κόκκινη σημαία. Αυτό, όμως, δεν μπορείς να το κάνεις μόνος σου. Δεν είσαι υπερήρωας.
Κυριακή 1 Μαρτίου 2015
Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014
κάποιοι
κάποιοι απαιτούν, δε ζητιανεύουν
έχουν μάθει στην αγένεια από μικροί
κάποιοι σφίγγουν το μαχαίρι και δε βγάζουν αίμα,
αλλά δύναμη
κάποιοι είναι περήφανοι για τα λάθη τους
και όχι ξεφτίλες για τα σωστά τους
κοκκινίζουν μόνο όταν οργίζονται και όταν τρέχουν
κάποιοι ακούν, μιλούν και ονειρεύονται
ακόμα
απαντούν κοιτώντας στα μάτια,
όχι με τα χέρια στις τσέπες
κάποιοι γουστάρουν να είναι "κάποιοι"
και όχι "συγκεκριμένοι"
παραξενιά τους
κάποιοι πονάνε και είναι επιλογή τους,
όχι από μαζοχισμό αλλά από συνείδηση
πνίγουν την πείνα τους
στις κραυγές των εξεγερμένων
και στο αυριανό ψωμί στο ξύλινο τραπέζι
κάποιοι δεν ανέχονται το χτύπημα στην πλάτη,
προτιμούν τη μαχαιριά
η υποκρισία είναι χειρότερη από την τίμια έχθρα
κάποιοι σκοντάφτουν και πέφτουν
ματώνουν και ξανασηκώνονται
ιδρώνουν και στεγνώνουν
νικούν και νικιούνται
λυπούνται και αγωνίζονται
φωνάζουν και φοβούνται
πεθαίνουν και ζωντανεύουν
πολλές φορές
αλλά στην ίδια ζωή.
η αμφισβήτηση του θανάτου
είναι προτιμότερη
από μια ζωή στη νεκροφόρα.
έχουν μάθει στην αγένεια από μικροί
κάποιοι σφίγγουν το μαχαίρι και δε βγάζουν αίμα,
αλλά δύναμη
κάποιοι είναι περήφανοι για τα λάθη τους
και όχι ξεφτίλες για τα σωστά τους
κοκκινίζουν μόνο όταν οργίζονται και όταν τρέχουν
κάποιοι ακούν, μιλούν και ονειρεύονται
ακόμα
απαντούν κοιτώντας στα μάτια,
όχι με τα χέρια στις τσέπες
κάποιοι γουστάρουν να είναι "κάποιοι"
και όχι "συγκεκριμένοι"
παραξενιά τους
κάποιοι πονάνε και είναι επιλογή τους,
όχι από μαζοχισμό αλλά από συνείδηση
πνίγουν την πείνα τους
στις κραυγές των εξεγερμένων
και στο αυριανό ψωμί στο ξύλινο τραπέζι
κάποιοι δεν ανέχονται το χτύπημα στην πλάτη,
προτιμούν τη μαχαιριά
η υποκρισία είναι χειρότερη από την τίμια έχθρα
κάποιοι σκοντάφτουν και πέφτουν
ματώνουν και ξανασηκώνονται
ιδρώνουν και στεγνώνουν
νικούν και νικιούνται
λυπούνται και αγωνίζονται
φωνάζουν και φοβούνται
πεθαίνουν και ζωντανεύουν
πολλές φορές
αλλά στην ίδια ζωή.
η αμφισβήτηση του θανάτου
είναι προτιμότερη
από μια ζωή στη νεκροφόρα.
Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2014
Πολεμώντας το αυτονόητο
Η εφηβεία γέρασε όπως το ωμέγα 23 γράμματα μετά το άλφα. Περιπλέχθηκε σε λέξεις και φράσεις αλλά τελικά προτίμησε την τελεία. Ζούμε στον κόσμο του αυτονόητου, χωρίς να γνωρίζουμε ποιος το όρισε. Μάλλον και αυτό θεωρείται αυτονόητο. Φυλακισμένοι σε αυτό αρνούμαστε να δούμε το νοητό αλλά και το αδιανόητο. Αρνούμαστε να δούμε την πείνα και την επανάσταση, τη μοναξιά και τον έρωτα, την ξεφτίλα και τη ζωή.
Πλέουμε σε έναν απέραντο βόθρο ουδετερότητας πεπεισμένοι για το μεγαλείο του προγενέστερου που κατευθύνει το καθημερινό μας "τώρα". Οι άνθρωποι θαυμάζουν περισσότερο το παρελθόν παρά το μέλλον και αυτό ίσως είναι η θηλιά που τους μαντρώνει στο αστικό καλούπι. Ίσες αποστάσεις, φόβος για τις ιδέες και υπακοή στο νόμο είναι η κυρίαρχη αντίληψη, γιατί απλούστατα έτσι πρέπει. Το "πρέπει" υλοποιεί το "αυτονόητο" στις παραγωγικές, στις σεξουαλικές, στις φυλετικές και σε οποιεσδήποτε άλλες σχέσεις. Ζούμε φιλήσυχα και συνετά στην υπηρεσία ενός θέσφατου που νομίζουμε ότι μας επιτρέπει την ελευθερία του "θέλω". Μόνο που όταν το "θέλω" μου ετεροκαθορίζεται από το "πρέπει" τους, δεν ικανοποιώ την ανάγκη μου, αλλά αναπαράγω την κυρίαρχη αντίληψη.
Όμως, πραγματικά, αξίζει μια τόσο βαρετή κανονικότητα; Στο νηπιαγωγείο όταν ζωγραφίζαμε δεν κάναμε μια ευθεία γραμμή αλλά σχήματα, δε χρησιμοποιούσαμε μόνο ένα χρώμα αλλά πολλά, δεν αφήναμε το έργο μας ανυπόγραφο αλλά γράφαμε το όνομά μας κάτω δεξιά. Κι όμως, σήμερα ζούμε πάνω σε μια ευθεία μαύρη γραμμή έχοντας ξεχάσει και όνομα και επίθετο. Θέλω να πιστεύω ότι η συγκεκριμένη εθελόδουλη μονοτονία δεν είναι συνέπεια της ενηλικίωσης αλλά συνέπεια της ασυνείδητης υποταγής στο "αυτονόητο". Άλλωστε, γραφειοκράτες, υπάλληλοι και γραφιάδες το υπηρετούν με μανία. Πολιτικάντηδες, μεγαλοεκδότες και παππάδες το διακηρύττουν με μανία. Στρατοκράτες, μπάτσοι και δικαστές το εφαρμόζουν με μανία. Είναι λογικό κάποιος να συνηθίσει αυτή τη μανία, όχι όμως να συναινέσει με αυτήν.
Ορισμένοι ποιητές, μουσικοί και ζωγράφοι προσπάθησαν να παρακάμψουν κάθε τι αυτονόητο μέσα από την τέχνη τους. Κάποιοι κατάφεραν να ζουν ατομικά σε έναν παράλληλο κόσμο και άλλοι αυτοκτόνησαν μην αντέχοντας την εισβολή του σε στίχους, νότες και πινελιές. Αν και αφετηριακά σωστοί, οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες μεθοδολογικά φάνηκαν ελλιπείς. "Η ουσία της τραγωδίας", έγραψε κάποτε ο Τρότσκι, "είναι η αντίθεση ανάμεσα στους μεγάλους σκοπούς και τ' ασήμαντα μέσα". Οι παραπάνω καλλιτέχνες βρίσκονταν ακριβώς σε αυτή την κατάσταση. Αναγνώριζαν τη βρώμα, τη σαπίλα και τη στασιμότητα της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων αλλά προσπαθούσαν να την αποφύγουν μέσα από ατομικές καλλιτεχνικές διαδρομές. Η ποιητική, η μουσική και η ζωγραφική τους ικανότητα, υποσκελιζόταν από την ιδιότητα του ηθοποιού σε μια τραγωδία που δεν έχει επιλέξει.
Όταν πάψουμε να είμαστε κακοί ηθοποιοί σε ένα έργο που δεν έχουμε επιλέξει και γίνουμε σκηνοθέτες της δικής μας ζωής, ίσως να αρχίσουν να καταρρέουν αυτά που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα. Η μετάβαση, όμως, από το αναγκαστικό ηθοποιηλίκι στη συνειδητή σκηνοθεσία δεν είναι μια απλή διαδικασία ούτε αυτονόητη. Χρειάζεται συλλογική οργάνωση, πολιτικό σχέδιο κι επαναστατική προοπτική. Όταν η αριστερά ξεπεράσει το σκόπελο του δογματικού από τη μία και του αναθετικού από την άλλη αυτονόητου, που δεν είναι παρά αντανάκλαση του αστισμού στον τρόπο σκέψης της, ίσως μπορέσουμε να μιλήσουμε σοβαρά και για τα τρία. Ίσως ξανακαταλάβουμε την ουσία της νηπιακής μας καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Πλέουμε σε έναν απέραντο βόθρο ουδετερότητας πεπεισμένοι για το μεγαλείο του προγενέστερου που κατευθύνει το καθημερινό μας "τώρα". Οι άνθρωποι θαυμάζουν περισσότερο το παρελθόν παρά το μέλλον και αυτό ίσως είναι η θηλιά που τους μαντρώνει στο αστικό καλούπι. Ίσες αποστάσεις, φόβος για τις ιδέες και υπακοή στο νόμο είναι η κυρίαρχη αντίληψη, γιατί απλούστατα έτσι πρέπει. Το "πρέπει" υλοποιεί το "αυτονόητο" στις παραγωγικές, στις σεξουαλικές, στις φυλετικές και σε οποιεσδήποτε άλλες σχέσεις. Ζούμε φιλήσυχα και συνετά στην υπηρεσία ενός θέσφατου που νομίζουμε ότι μας επιτρέπει την ελευθερία του "θέλω". Μόνο που όταν το "θέλω" μου ετεροκαθορίζεται από το "πρέπει" τους, δεν ικανοποιώ την ανάγκη μου, αλλά αναπαράγω την κυρίαρχη αντίληψη.
Όμως, πραγματικά, αξίζει μια τόσο βαρετή κανονικότητα; Στο νηπιαγωγείο όταν ζωγραφίζαμε δεν κάναμε μια ευθεία γραμμή αλλά σχήματα, δε χρησιμοποιούσαμε μόνο ένα χρώμα αλλά πολλά, δεν αφήναμε το έργο μας ανυπόγραφο αλλά γράφαμε το όνομά μας κάτω δεξιά. Κι όμως, σήμερα ζούμε πάνω σε μια ευθεία μαύρη γραμμή έχοντας ξεχάσει και όνομα και επίθετο. Θέλω να πιστεύω ότι η συγκεκριμένη εθελόδουλη μονοτονία δεν είναι συνέπεια της ενηλικίωσης αλλά συνέπεια της ασυνείδητης υποταγής στο "αυτονόητο". Άλλωστε, γραφειοκράτες, υπάλληλοι και γραφιάδες το υπηρετούν με μανία. Πολιτικάντηδες, μεγαλοεκδότες και παππάδες το διακηρύττουν με μανία. Στρατοκράτες, μπάτσοι και δικαστές το εφαρμόζουν με μανία. Είναι λογικό κάποιος να συνηθίσει αυτή τη μανία, όχι όμως να συναινέσει με αυτήν.
Ορισμένοι ποιητές, μουσικοί και ζωγράφοι προσπάθησαν να παρακάμψουν κάθε τι αυτονόητο μέσα από την τέχνη τους. Κάποιοι κατάφεραν να ζουν ατομικά σε έναν παράλληλο κόσμο και άλλοι αυτοκτόνησαν μην αντέχοντας την εισβολή του σε στίχους, νότες και πινελιές. Αν και αφετηριακά σωστοί, οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες μεθοδολογικά φάνηκαν ελλιπείς. "Η ουσία της τραγωδίας", έγραψε κάποτε ο Τρότσκι, "είναι η αντίθεση ανάμεσα στους μεγάλους σκοπούς και τ' ασήμαντα μέσα". Οι παραπάνω καλλιτέχνες βρίσκονταν ακριβώς σε αυτή την κατάσταση. Αναγνώριζαν τη βρώμα, τη σαπίλα και τη στασιμότητα της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων αλλά προσπαθούσαν να την αποφύγουν μέσα από ατομικές καλλιτεχνικές διαδρομές. Η ποιητική, η μουσική και η ζωγραφική τους ικανότητα, υποσκελιζόταν από την ιδιότητα του ηθοποιού σε μια τραγωδία που δεν έχει επιλέξει.
Όταν πάψουμε να είμαστε κακοί ηθοποιοί σε ένα έργο που δεν έχουμε επιλέξει και γίνουμε σκηνοθέτες της δικής μας ζωής, ίσως να αρχίσουν να καταρρέουν αυτά που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα. Η μετάβαση, όμως, από το αναγκαστικό ηθοποιηλίκι στη συνειδητή σκηνοθεσία δεν είναι μια απλή διαδικασία ούτε αυτονόητη. Χρειάζεται συλλογική οργάνωση, πολιτικό σχέδιο κι επαναστατική προοπτική. Όταν η αριστερά ξεπεράσει το σκόπελο του δογματικού από τη μία και του αναθετικού από την άλλη αυτονόητου, που δεν είναι παρά αντανάκλαση του αστισμού στον τρόπο σκέψης της, ίσως μπορέσουμε να μιλήσουμε σοβαρά και για τα τρία. Ίσως ξανακαταλάβουμε την ουσία της νηπιακής μας καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014
Ποιος είναι ο ρακένδυτος;
Προλαβαίνω να μπω στο τρένο λίγα δευτερόλεπτα πριν κλείσουν οι πόρτες. Άλλη μια φορά αργοπορημένος για τη σχολή. Ψάχνω απεγνωσμένα να βρω μια θέση για να κάτσω. Είχα αρκετές στάσεις μέχρι την Ομόνοια. Κοιτάζω από την αριστερή τετράδα καθισμάτων. Πάω να κάτσω μέχρι που συνειδητοποιώ ότι δίπλα στο παράθυρο κάθεται μια ρακένδυτη γυναίκα που ακουμπάει τα βρώμικα ξυπόλητα πόδια της στο απέναντι κάθισμα. Τελείως μηχανικά επιλέγω να κάτσω στην απέναντι δεξιά τετράδα καθισμάτων. Προχωρώντας προς την επόμενη στάση την παρατηρούσα. Ήταν βρώμικη, με μεγάλα επίσης βρώμικα νύχια, ταλαιπωρημένα ρούχα και χωρίς δόντια. Έμοιαζε με τις μάγισσες των παραμυθιών, μόνο που της έλειπε το σκουπόξυλο και η έμφυτη κακία. Η διαδρομή συνεχιζόταν. Σε κάποια στάση, μπαίνει στο τρένο ένας ψηλός 55άρης με μουστάκι, άσπρο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι. Αυτός ήταν καθαρός. Πλησιάζει να κάτσει, την κοιτάει και της λέει:
-Κατέβασε τα πόδια σου από το απέναντι κάθισμα. Ορίστε μας! Εγώ που θα κάτσω μου λες; Κατέβασε τα τώρα γιατί το βρωμίζεις.
Εκείνη τα κατεβάζει. Ο τύπος της ρίχνει ένα υποτιμητικό βλέμμα και δεν καταδέχεται καν να κάτσει δίπλα της. Προτιμά να πάει πίσω και να σταθεί όρθιος δίπλα στην πόρτα. Ήταν από τις στιγμές που ήθελα να μιλήσω, όμως σκέφτηκα πως ο τυπάς είναι ένας από τους κλασικούς περίεργους του τρένου και το σκηνικό μια κανονικότητα στην καθημερινή σιδηροδρομική διαδρομή μου προς το κέντρο. Ένας τέτοιος τσακωμός σε ημερήσια βάση μπορεί να με οδηγήσει είτε στο ψυχιατρείο λόγω έλλειψης λογικής, είτε στο νοσοκομείο λόγω σωματικής αντιπαράθεσης, είτε στην απογοήτευση λόγω του αυξανόμενου κοινωνικού αυτοματισμού. Προτίμησα να μη μιλήσω αν και ήμουν έτοιμος. Αμέσως, όμως, μετά τον τυπά, πλησιάζει τη γυναίκα άλλος ένας κύριος, γύρω στα 60, ο οποίος γνωρίζοντας ότι έχει την κάλυψη του από πίσω, αρχίζει να ειρωνεύεται τη ρακένδυτη γυναίκα:
-Μεγάλα νύχια έχεις... Και καθαρά..., της λέει κοιτώντας τον άλλο για επιβεβαίωση. Δε μου λες από που είσαι; Ε; Για πες...
-Τι σημασία έχει από που είναι; Τι σημασία έχει από που είναι; Απ' όπου θέλει είναι!, αρχίζω να φωνάζω μη αντέχοντας άλλο ομολογουμένως.
-Α αλήθεια; Δεν έχει; μου απαντά ο 60αρης.
-Μερικοί άνθρωποι, του λέω, δεν έχουν πολυθρόνα για να ξεκουράσουν τα πόδια τους, δεν έχουν καν σπίτι. Δεν μπορείτε να απαιτείτε από όλους την ίδια ευγένεια και το ίδιο τακτ!
Τότε έρχονται οι ενισχύσεις από πίσω. Με πλησιάζει ο 55αρης και μου λέει:
-Ωραία πάρε θέση νεαρέ, πρέπει να έχει τα πόδια πάνω στο κάθισμα; Λέγε!
-Για το αν πρέπει κάποιος να έχει τα πόδια του πάνω στο κάθισμα είμαστε όλοι λαλίστατοι βλέπω, στο αφεντικό όμως πάντα κάτι μας πιάνει και δε λέμε τίποτα... του απαντάω.
Με κοιτάει λες και ήμουν παράσιτο και επιστρέφει στην ασφαλή του θέση δίπλα στην πόρτα. Η γυναίκα γυρίζει και μου λέει:
-Ευχαριστώ πολύ κύριε.
Η αλήθεια είναι πως η προσφώνηση "κύριε" μου είναι απεχθής, όχι μόνο επειδή δε μου ταιριάζει ηλικιακώς αλλά και γενικώς. Ο "κύριος" και η "κυρία" είναι κάποια από τα λεκτικά κατάλοιπα του αστικού καθωσπρεπισμού. Το γεγονός, όμως, ότι στα μάτια της συγκεκριμένης γυναίκας εκείνη την ώρα ήμουν "κύριος", ομολογώ ότι μου έδωσε μια ικανοποίηση. "Κύριος" ήμουν εγώ και όχι δύο καλοβαλμένοι μεσήλικες. Μπορώ να πω ότι αυτή η αντίφαση έκρυβε ένα ενδιαφέρον. Όμως πραγματικά, πόση μικροαστίλα μπορεί να χωρέσει σε ένα καθαρό πουκάμισο, σε ένα βαγόνι, σε ένα τρένο, σε μια κοινωνία. Πόσο νταβατζιλίκι και μαγκιά εκκολάπτεται καθημερινά απέναντι σε ανθρώπους που πληρώνουν την κρίση που δημιούργησαν κάποιοι άλλοι γι αυτούς. Πόση υπεροψία και ανάγκη για επιβολή από ανθρώπους που αντί να γίνουν επαναστάτες, επιλέγουν να γίνουν κομπλεξικοί. Αυτή η κανονικότητα είναι που με τρομάζει και όχι τα βρώμικα πόδια μιας άπορης γυναίκας στο απέναντι κάθισμα του τρένου. Η κανονικότητα που πάει στη δουλειά της, στην εκκλησία, στο γήπεδο και στο προποτζίδικο και ενοχλείται από κάποια "μιάσματα" που της χαλούν την κανονική εικόνα. Είναι μια κανονικότητα, πολύ πιο ρακένδυτη από τη βρώμικη γυναίκα στο τρένο. Μια κανονικότητα που αντιμετωπίζει την εξαθλίωση κάποιων ανθρώπων με μίσος επειδή της χαλάει τις συνήθειες και όχι με κατανόηση για να βρει τις αιτίες της ύπαρξής της.
Σήμερα το πρωί ήταν μία από τις μέρες που πίστεψα ακόμη περισσότερο ότι ο "γύφτος", η "ρακένδυτη", ο "πούστης" και ο "αράπης" είναι πολύ πιο αξιοπρεπείς από τους κανονικούς ανθρώπους. Όχι επειδή έχουν ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που τους διαφοροποιεί, αλλά επειδή έχουν ένα κοινό στοιχείο που τους συνέχει, είναι άνθρωποι που έχουν υποστεί καταπίεση και εκμετάλλευση. Από αυτούς τους αγωνιστές της ζωής, η λέξη "άνθρωπος" ξαναποκτά το νόημά της σε σχέση με τις ανθρωποποιημένες μηχανές που καθημερινώς κουρδίζονται και ξεκουρδίζονται είτε για να πουλάνε νταηλίκι σε αδύναμους, είτε για να αποφέρουν κέρδη αγόγγυστα στα αφεντικά τους.
Μετά το σκηνικό άρχισα να κοιτάω έξω από το παράθυρο. Απέναντί μου καθόταν ένας τύπος γύρω στα 45 με τη μητέρα του. Τον άκουσα να της ψιθυρίζει: "σε τέτοια σκηνικά, δεν τους ξέρουμε και δε μιλάμε, άσε μη μπλέξουμε πρωινιάτικα".
Σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή η ρακένδυτη γυναίκα είχε κατεβασμένα τα πόδια της και σε κάθε στάση καλούσε όποιον έμπαινε στο τρένο να καθίσει απέναντί της. Δεν ξέρω αν το έκανε από φόβο προς τους δύο τύπους που την ειρωνεύονταν ή για να με δικαιώσει που την υπερασπίστηκα. Πάντως όπως και να 'χει, ένα πράγμα που έχω μάθει είναι ότι η εκτίμηση και ο σεβασμός στις ανθρώπινες σχέσεις, δεν επιβάλλεται αλλά κερδίζεται... Ένας άλλος κόσμος και μια καλύτερη ζωή, δεν επιβάλλεται αλλά κερδίζεται...
-Κατέβασε τα πόδια σου από το απέναντι κάθισμα. Ορίστε μας! Εγώ που θα κάτσω μου λες; Κατέβασε τα τώρα γιατί το βρωμίζεις.
Εκείνη τα κατεβάζει. Ο τύπος της ρίχνει ένα υποτιμητικό βλέμμα και δεν καταδέχεται καν να κάτσει δίπλα της. Προτιμά να πάει πίσω και να σταθεί όρθιος δίπλα στην πόρτα. Ήταν από τις στιγμές που ήθελα να μιλήσω, όμως σκέφτηκα πως ο τυπάς είναι ένας από τους κλασικούς περίεργους του τρένου και το σκηνικό μια κανονικότητα στην καθημερινή σιδηροδρομική διαδρομή μου προς το κέντρο. Ένας τέτοιος τσακωμός σε ημερήσια βάση μπορεί να με οδηγήσει είτε στο ψυχιατρείο λόγω έλλειψης λογικής, είτε στο νοσοκομείο λόγω σωματικής αντιπαράθεσης, είτε στην απογοήτευση λόγω του αυξανόμενου κοινωνικού αυτοματισμού. Προτίμησα να μη μιλήσω αν και ήμουν έτοιμος. Αμέσως, όμως, μετά τον τυπά, πλησιάζει τη γυναίκα άλλος ένας κύριος, γύρω στα 60, ο οποίος γνωρίζοντας ότι έχει την κάλυψη του από πίσω, αρχίζει να ειρωνεύεται τη ρακένδυτη γυναίκα:
-Μεγάλα νύχια έχεις... Και καθαρά..., της λέει κοιτώντας τον άλλο για επιβεβαίωση. Δε μου λες από που είσαι; Ε; Για πες...
-Τι σημασία έχει από που είναι; Τι σημασία έχει από που είναι; Απ' όπου θέλει είναι!, αρχίζω να φωνάζω μη αντέχοντας άλλο ομολογουμένως.
-Α αλήθεια; Δεν έχει; μου απαντά ο 60αρης.
-Μερικοί άνθρωποι, του λέω, δεν έχουν πολυθρόνα για να ξεκουράσουν τα πόδια τους, δεν έχουν καν σπίτι. Δεν μπορείτε να απαιτείτε από όλους την ίδια ευγένεια και το ίδιο τακτ!
Τότε έρχονται οι ενισχύσεις από πίσω. Με πλησιάζει ο 55αρης και μου λέει:
-Ωραία πάρε θέση νεαρέ, πρέπει να έχει τα πόδια πάνω στο κάθισμα; Λέγε!
-Για το αν πρέπει κάποιος να έχει τα πόδια του πάνω στο κάθισμα είμαστε όλοι λαλίστατοι βλέπω, στο αφεντικό όμως πάντα κάτι μας πιάνει και δε λέμε τίποτα... του απαντάω.
Με κοιτάει λες και ήμουν παράσιτο και επιστρέφει στην ασφαλή του θέση δίπλα στην πόρτα. Η γυναίκα γυρίζει και μου λέει:
-Ευχαριστώ πολύ κύριε.
Η αλήθεια είναι πως η προσφώνηση "κύριε" μου είναι απεχθής, όχι μόνο επειδή δε μου ταιριάζει ηλικιακώς αλλά και γενικώς. Ο "κύριος" και η "κυρία" είναι κάποια από τα λεκτικά κατάλοιπα του αστικού καθωσπρεπισμού. Το γεγονός, όμως, ότι στα μάτια της συγκεκριμένης γυναίκας εκείνη την ώρα ήμουν "κύριος", ομολογώ ότι μου έδωσε μια ικανοποίηση. "Κύριος" ήμουν εγώ και όχι δύο καλοβαλμένοι μεσήλικες. Μπορώ να πω ότι αυτή η αντίφαση έκρυβε ένα ενδιαφέρον. Όμως πραγματικά, πόση μικροαστίλα μπορεί να χωρέσει σε ένα καθαρό πουκάμισο, σε ένα βαγόνι, σε ένα τρένο, σε μια κοινωνία. Πόσο νταβατζιλίκι και μαγκιά εκκολάπτεται καθημερινά απέναντι σε ανθρώπους που πληρώνουν την κρίση που δημιούργησαν κάποιοι άλλοι γι αυτούς. Πόση υπεροψία και ανάγκη για επιβολή από ανθρώπους που αντί να γίνουν επαναστάτες, επιλέγουν να γίνουν κομπλεξικοί. Αυτή η κανονικότητα είναι που με τρομάζει και όχι τα βρώμικα πόδια μιας άπορης γυναίκας στο απέναντι κάθισμα του τρένου. Η κανονικότητα που πάει στη δουλειά της, στην εκκλησία, στο γήπεδο και στο προποτζίδικο και ενοχλείται από κάποια "μιάσματα" που της χαλούν την κανονική εικόνα. Είναι μια κανονικότητα, πολύ πιο ρακένδυτη από τη βρώμικη γυναίκα στο τρένο. Μια κανονικότητα που αντιμετωπίζει την εξαθλίωση κάποιων ανθρώπων με μίσος επειδή της χαλάει τις συνήθειες και όχι με κατανόηση για να βρει τις αιτίες της ύπαρξής της.
Σήμερα το πρωί ήταν μία από τις μέρες που πίστεψα ακόμη περισσότερο ότι ο "γύφτος", η "ρακένδυτη", ο "πούστης" και ο "αράπης" είναι πολύ πιο αξιοπρεπείς από τους κανονικούς ανθρώπους. Όχι επειδή έχουν ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που τους διαφοροποιεί, αλλά επειδή έχουν ένα κοινό στοιχείο που τους συνέχει, είναι άνθρωποι που έχουν υποστεί καταπίεση και εκμετάλλευση. Από αυτούς τους αγωνιστές της ζωής, η λέξη "άνθρωπος" ξαναποκτά το νόημά της σε σχέση με τις ανθρωποποιημένες μηχανές που καθημερινώς κουρδίζονται και ξεκουρδίζονται είτε για να πουλάνε νταηλίκι σε αδύναμους, είτε για να αποφέρουν κέρδη αγόγγυστα στα αφεντικά τους.
Μετά το σκηνικό άρχισα να κοιτάω έξω από το παράθυρο. Απέναντί μου καθόταν ένας τύπος γύρω στα 45 με τη μητέρα του. Τον άκουσα να της ψιθυρίζει: "σε τέτοια σκηνικά, δεν τους ξέρουμε και δε μιλάμε, άσε μη μπλέξουμε πρωινιάτικα".
Σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή η ρακένδυτη γυναίκα είχε κατεβασμένα τα πόδια της και σε κάθε στάση καλούσε όποιον έμπαινε στο τρένο να καθίσει απέναντί της. Δεν ξέρω αν το έκανε από φόβο προς τους δύο τύπους που την ειρωνεύονταν ή για να με δικαιώσει που την υπερασπίστηκα. Πάντως όπως και να 'χει, ένα πράγμα που έχω μάθει είναι ότι η εκτίμηση και ο σεβασμός στις ανθρώπινες σχέσεις, δεν επιβάλλεται αλλά κερδίζεται... Ένας άλλος κόσμος και μια καλύτερη ζωή, δεν επιβάλλεται αλλά κερδίζεται...
Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014
Σκισμένα παπούτσια
Φόρεσε τα σκισμένα του παπούτσια. Κλείδωσε την πόρτα, κατέβηκε τη σκάλα της πολυκατοικίας και βγήκε στο δρόμο. Άρχισε να περπατάει άσκοπα. Οι σόλες του είχαν βαρεθεί να έρχονται μούρη με μούρη με τις ίδιες κολλημένες τσίχλες στις πλάκες του πεζοδρομίου, τα ίδια κάτουρα των μεθυσμένων της προηγούμενης νύχτας στις γωνίες και τις ίδιες γόπες από τσιγάρα που κάπνισαν πριν λίγο κάθε λογής αλήτες και κύριοι. Σταμάτησε και χάζεψε λίγο τις εφημερίδες στο περίπτερο. Ίδιοι τίτλοι, ίδιες εικόνες, ίδια ψέματα. Μια αηδία ως προς το "έτοιμο" τον έκανε ανέτοιμο να ανταποκριθεί στις ανάγκες τις δικές του και στις προσδοκίες των άλλων από αυτόν. Υπ' αυτή την έννοια η αποχή του από τη συσκευασμένη ζωή του εκλαμβανόταν κατά διάφορους τρόπους από τον περίγυρο. Με φοβερή ευκολία ο "τεμπέλης", ο "απελπισμένος", ο "λούμπεν", ο "άτυχος", ο "κοπρίτης" και ο "καταθλιπτικός" συνενώνονταν σε ένα και μόνο πρόσωπο. Όλοι έψαχναν το λάθος σε αυτόν και όχι στο έξω από αυτόν. Συνέχισε να περπατάει. Περίμενε υπομονετικά το κόκκινο ανθρωπάκι του φαναριού και αφού πρασίνισε πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Παλιά διαφωνούσε με τη συγκεκριμένη εναλλαγή χρωμάτων. Στην απέναντι μεριά του δρόμου πρέπει να περνάμε όταν το ανθρωπάκι είναι κόκκινο από οργή και όχι όταν είναι πράσινο από τη μιζέρια, πίστευε. Τώρα το μόνο οξύμωρο των δρόμων το βρίσκει στις λακούβες στο κέντρο της πόλης.
Μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο από αυτά τα μεγάλα που έχουν από συνταγές μαγειρικής και χάρτες μέχρι τόμους φιλοσοφίας και πανεπιστημιακά συγγράμματα. Πήγε στον τομέα της λογοτεχνίας. Δεν έψαχνε κάτι συγκεκριμένο. Έτσι αναρωτιόταν τι διαβάζεται αυτή την περίοδο. Άρχισε να γελάει με τους τίτλους των γλυκανάλατων μυθιστορημάτων που παρουσιάζουν τον έρωτα σαν υποχρέωση, σα ταμπού, σαν επιδίωξη, σα φτηνό συναίσθημα και όχι σαν απρόσμενη κατάσταση. Ένα από αυτά τα κλασικά βιβλία που απευθύνονται σε κοριτσάκια της εφηβείας και σε προσφάτως χωρισμένες μεσήλικες κυρίες υπό τον τίτλο "Το κυνήγι των αφορμών" ήταν το αποκορύφωμα. Ήταν ένα βιβλίο τετρακοσίων σελίδων γεμάτων μπούρδες και με φωτογραφία εξωφύλλου ένα παλιό γράμμα πάνω στο οποίο ήταν ριγμένο ένα τριαντάφυλλο. "Το κυνήγι των αφορμών; για καμία αφορμή!", ξεστόμισε ειρωνικά. Ο υπάλληλος του έγνεψε να κάνει ησυχία. Συγκρατήθηκε. Πέρασε και από τους υπόλοιπους τομείς αλλά γι άλλη μια φορά κατέληξε στα παιδικά βιβλία. Του άρεσε την ασχήμια της ζωής να τη βλέπει υπό το φόβο των δράκων, των μαγισσών και των ξωτικών. Όχι από την καθημερινότητα.
Βγήκε από το βιβλιοπωλείο και συνέχισε να περπατάει κοιτώντας προς τα κάτω. Αφηρημένος καθώς ήταν χτύπησε με τον ώμο του έναν αντίθετα διερχόμενο. Εισέπραξε ένα βλέμμα μίσους δευτερολέπτων και αισθάνθηκε τυχερός που ο ψηλός κουστουμάτος που χτύπησε μιλούσε στο κινητό και δεν είχε όρεξη για καβγά. Είχε καιρό να καβγαδίσει. Η εικόνα του τσακωμού για τη θέση στο λεωφορείο ή για τη σειρά στο μίνι μάρκετ είχε υποβαθμίσει τελείως μέσα του την έννοια του καβγά. Προτιμούσε ο καβγάς τρίτων να αποτελεί μουσικό χαλί στην καθιερωμένη βόλτα του παρά ο ίδιος να χαρακτηρισθεί ως "γνωστός καβγατζής". Δεν υπήρχε αφορμή. Παλιά τσακωνότανε. Τώρα ή κουράστηκε ή βαρέθηκε. Ούτε κι αυτός έχει κάποια εξήγηση για την πρόθυμη απέχθειά του σε κάθε τι συγκρουσιακό. Μάλλον έχει αποδεχθεί ότι η σύγκρουση εξαντλείται είτε στο ακούραστο ξύλο των αμερικάνικων ταινιών είτε στους τσακωμούς των γριών της πολυκατοικίας του. Δυστυχώς ο ίδιος δε χωράει ούτε στο ένα ούτε στο άλλο. Όμως που χωράει; Ποιος είναι ο χώρος του; Αυτός πως ορίζει τον εαυτό του μέσα στον κόσμο; Δεν ξέρει. Σήμερα τουλάχιστον προσδιορίζει τον εαυτό του ως έναν αδιάφορο περαστικό. Χθες δε θυμάται και αύριο άγνωστο. Υπάρχει περισσότερο μέσα του ο ρόλος του θεατή παρά του δράστη. Του θεατή ακόμη και του εαυτού του. Βλέπει τη ζωή του σα ντοκιμαντέρ μέσα από τους βολβούς των ματιών του. Όμως αν πεθάνει ποιος θα του αλλάξει κανάλι;
Στρίβει δεξιά και βλέπει δυο μπάτσους να τραμπουκίζουν μετανάστες ζητώντας τα στοιχεία τους. Απέναντι ο περιπτεράς διαβάζει αθλητική εφημερίδα. Πλησιάζει στο σημείο να δει τι συμβαίνει. "Δρόμο φίλε δική μας υπόθεση" φώναξε ο μπάτσος. "Δεν υπάρχει αφορμή", σκέφτηκε, "η αστυνομία τα κανονίζει αυτά". Πήγε στο περίπτερο και αγόρασε μια αθλητική εφημερίδα. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και προχώρησε συνετά. Όμως η εφημερίδα στη μασχάλη ήταν εκείνη την ώρα γι αυτόν ο,τι είναι η βίβλος στα χέρια ενός άθεου. Δεν μπορούσε να φύγει έτσι. Λίγο πριν στρίψει στην επόμενη στροφή κοίταξε πίσω. Μάταια, οι μετανάστες ήταν ήδη στα γόνατα και με χειροπέδες. Έστριψε. Πέταξε την εφημερίδα στον πρώτο κάδο. Σκέφτηκε τις γριές του από πάνω ορόφου που τσακώνονται διαρκώς. Γι άλλη μια φορά απέδειξε στον εαυτό του ότι αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση μόνο σε αυτό το επίπεδο. Κι όμως κάτι μέσα του τον κλώτσαγε στο στομάχι. Κάτι μέσα του, του έλεγε ότι είναι δειλός και συμβιβασμένος. "Σκάσε" φώναξε μόνος του στη μέση του δρόμου. Ευτυχώς δεν υπήρχε κανένας. Δεν χρειάστηκε να τσακωθεί.
Συνέχισε να προχωράει. Δουλειά δεν είχε, λεφτά δεν είχε. Είχε τουλάχιστον τη δυνατότητα να περπατάει χωρίς να τον τραμπουκίζουν οι μπάτσοι. Εκμεταλλευόταν αυτό το προνόμιο. Μόνο που μετά την αγορά της αθλητικής εφημερίδας το έκανε πολύ ενοχικά. Στο επόμενο στενό βρέθηκε σε μια εκκλησία. Αποφάσισε να μπει. Δεν είχε να χάσει τίποτα. Τον πήγαινε μια θεία του όταν ήταν μικρός και από τότε δεν ξαναπήγε. Δεν πίστευε στο θεό αλλά εκείνη τη μέρα ήθελε να πιστέψει σε ένα θαύμα. Ψιλά για το κερί δεν είχε. Κάθισε. Κυρίες που ξέρουν να τσακώνονται, όπως οι γριές του τρίτου, άρχισαν να κοιτούν επικριτικά τα σκισμένα του παπούτσια. "Ας προσευχηθούν αυτές για το καλό όλων μας" σκέφτηκε. Σηκώθηκε και έφυγε. Βγαίνοντας είδε στην είσοδο μια ζητιάνα. Δεν του κλάφτηκε ούτε του ζήτησε τίποτα. Είχε κι αυτός άλλωστε σκισμένα παπούτσια. Αισθανόταν κουρασμένος χωρίς να έχει κάνει τίποτα. Έκατσε για λίγο σε ένα παγκάκι στην πλατεία μπροστά από την εκκλησία. Στο απέναντι παγκάκι καθόταν ένα ζευγάρι ομοφυλόφιλων. Σκέφτηκε πως ποτέ ένα γλυκανάλατο μυθιστόρημα όπως "Το κυνήγι των αφορμών" δε θα καταπιανόταν με έναν τέτοιο έρωτα.
Βάδισε προς τα πίσω. Πολύ περίεργη η σημερινή βόλτα. Ίδια με τις προηγούμενες αλλά με κάτι διαφορετικό, με μια αίσθηση αυτοαπογοήτευσης για τη συνειδητή του απραξία. Το μυαλό του, τα χέρια του και η γλώσσα του έμειναν στάσιμα για μια ακόμη μέρα σε μια σειρά περιπτώσεων. Σήμερα, όμως, ενοχλήθηκε γι αυτό. Έτσι, όμως, ήταν η καθημερινότητα. Είχε συνηθίσει.
Κόντευε για το σπίτι όταν ξαφνικά έφαγε το στραπάτσο που έφαγε και η σόλα του όταν κόλλησε με την τσίχλα του πεζοδρομίου. Λίγο πριν φτάσει πρόσεξε από μακριά μια απρόσμενη κατάσταση, ή μάλλον την τελευταία του "απρόσμενη κατάσταση". Είχε αλλάξει αρκετά και είχε να της μιλήσει καιρό. Παρέμενε όμορφη και με την ίδια ζωντάνια στο βλέμμα. Τώρα που το καλοσκέφτεται εκείνη ήταν η τελευταία σύγκρουση στην οποία συμμετείχε κι αυτός. Η τελευταία ίσως φορά που είχε κάποιο ρόλο στο χωροχρόνο. Το γεγονός ότι βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά της κατάφερε να τον ορίζει στον κόσμο, να τον μετατρέψει από θεατή της ζωής του σε πρωταγωνιστή. Είχε ιδρώσει. Πώς να την πλησίαζε; Τι να της έλεγε; Έστεκε για λίγο και την περιεργαζόταν από μακριά. Έπρεπε να σπάσει την απραξία και την απάθεια που μαστίγωναν την έως τώρα μέρα του και την πρόσφατη ζωή του. Η προσέγγισή της ήταν ένα πολύ καλό πρώτο βήμα. Δεν έπρεπε να χάσει χρόνο. Εκείνη στεκόταν δυο γωνίες παραπάνω, όχι όμως για πάντα. Έπρεπε να προλάβει να της μιλήσει πριν φύγει. Άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος της. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά μετά από καιρό. Από μέσα του σκεφτόταν τι να της πει και έψαχνε μια αφορμή για να της πει να βγούνε. Το μυαλό του ήταν κενό και σε σύγχυση. Πέρασε την πρώτη γωνία. Λίγο ακόμη και θα την έφτανε, έπρεπε να σκεφτεί γρήγορα κάτι καλό. Μια αφορμή. Ένας δρόμος πλέον τον χώριζε από εκείνη που περίμενε έξω από το γωνιακό καφέ. Κινήθηκε προς το μέρος της όταν ξαφνικά λίγο πριν τη φτάσει, από την άλλη μεριά του δρόμου εμφανίζεται ένας τύπος πιο γρήγορος στο βήμα από εκείνον αλλά με τον ίδιο προορισμό. Ο τύπος φτάνει πρώτος φιλάει την κοπέλα και μπαίνουν στο καφέ.
Πολύ κακό τέλος για έναν πολύ δύσκολο αγώνα δρόμου. Στάθηκε μόνος του στη μέση του δρόμου άπραγος. Ο προσδιορισμός του για σήμερα παρέμεινε αυτός του "αδιάφορου περαστικού". Δεν κατόρθωσε να τον αλλάξει. Δεν κατάφερε καν να της μιλήσει. Δεν είχε βρει καν την αφορμή που έψαχνε για να της πει να βγούνε.
Τι ειρωνεία, σκέφτηκε, είμαι ένας αποτυχημένος κυνηγός αφορμών σε ένα γλυκανάλατο μυθιστόρημα.
Μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο από αυτά τα μεγάλα που έχουν από συνταγές μαγειρικής και χάρτες μέχρι τόμους φιλοσοφίας και πανεπιστημιακά συγγράμματα. Πήγε στον τομέα της λογοτεχνίας. Δεν έψαχνε κάτι συγκεκριμένο. Έτσι αναρωτιόταν τι διαβάζεται αυτή την περίοδο. Άρχισε να γελάει με τους τίτλους των γλυκανάλατων μυθιστορημάτων που παρουσιάζουν τον έρωτα σαν υποχρέωση, σα ταμπού, σαν επιδίωξη, σα φτηνό συναίσθημα και όχι σαν απρόσμενη κατάσταση. Ένα από αυτά τα κλασικά βιβλία που απευθύνονται σε κοριτσάκια της εφηβείας και σε προσφάτως χωρισμένες μεσήλικες κυρίες υπό τον τίτλο "Το κυνήγι των αφορμών" ήταν το αποκορύφωμα. Ήταν ένα βιβλίο τετρακοσίων σελίδων γεμάτων μπούρδες και με φωτογραφία εξωφύλλου ένα παλιό γράμμα πάνω στο οποίο ήταν ριγμένο ένα τριαντάφυλλο. "Το κυνήγι των αφορμών; για καμία αφορμή!", ξεστόμισε ειρωνικά. Ο υπάλληλος του έγνεψε να κάνει ησυχία. Συγκρατήθηκε. Πέρασε και από τους υπόλοιπους τομείς αλλά γι άλλη μια φορά κατέληξε στα παιδικά βιβλία. Του άρεσε την ασχήμια της ζωής να τη βλέπει υπό το φόβο των δράκων, των μαγισσών και των ξωτικών. Όχι από την καθημερινότητα.
Βγήκε από το βιβλιοπωλείο και συνέχισε να περπατάει κοιτώντας προς τα κάτω. Αφηρημένος καθώς ήταν χτύπησε με τον ώμο του έναν αντίθετα διερχόμενο. Εισέπραξε ένα βλέμμα μίσους δευτερολέπτων και αισθάνθηκε τυχερός που ο ψηλός κουστουμάτος που χτύπησε μιλούσε στο κινητό και δεν είχε όρεξη για καβγά. Είχε καιρό να καβγαδίσει. Η εικόνα του τσακωμού για τη θέση στο λεωφορείο ή για τη σειρά στο μίνι μάρκετ είχε υποβαθμίσει τελείως μέσα του την έννοια του καβγά. Προτιμούσε ο καβγάς τρίτων να αποτελεί μουσικό χαλί στην καθιερωμένη βόλτα του παρά ο ίδιος να χαρακτηρισθεί ως "γνωστός καβγατζής". Δεν υπήρχε αφορμή. Παλιά τσακωνότανε. Τώρα ή κουράστηκε ή βαρέθηκε. Ούτε κι αυτός έχει κάποια εξήγηση για την πρόθυμη απέχθειά του σε κάθε τι συγκρουσιακό. Μάλλον έχει αποδεχθεί ότι η σύγκρουση εξαντλείται είτε στο ακούραστο ξύλο των αμερικάνικων ταινιών είτε στους τσακωμούς των γριών της πολυκατοικίας του. Δυστυχώς ο ίδιος δε χωράει ούτε στο ένα ούτε στο άλλο. Όμως που χωράει; Ποιος είναι ο χώρος του; Αυτός πως ορίζει τον εαυτό του μέσα στον κόσμο; Δεν ξέρει. Σήμερα τουλάχιστον προσδιορίζει τον εαυτό του ως έναν αδιάφορο περαστικό. Χθες δε θυμάται και αύριο άγνωστο. Υπάρχει περισσότερο μέσα του ο ρόλος του θεατή παρά του δράστη. Του θεατή ακόμη και του εαυτού του. Βλέπει τη ζωή του σα ντοκιμαντέρ μέσα από τους βολβούς των ματιών του. Όμως αν πεθάνει ποιος θα του αλλάξει κανάλι;
Στρίβει δεξιά και βλέπει δυο μπάτσους να τραμπουκίζουν μετανάστες ζητώντας τα στοιχεία τους. Απέναντι ο περιπτεράς διαβάζει αθλητική εφημερίδα. Πλησιάζει στο σημείο να δει τι συμβαίνει. "Δρόμο φίλε δική μας υπόθεση" φώναξε ο μπάτσος. "Δεν υπάρχει αφορμή", σκέφτηκε, "η αστυνομία τα κανονίζει αυτά". Πήγε στο περίπτερο και αγόρασε μια αθλητική εφημερίδα. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και προχώρησε συνετά. Όμως η εφημερίδα στη μασχάλη ήταν εκείνη την ώρα γι αυτόν ο,τι είναι η βίβλος στα χέρια ενός άθεου. Δεν μπορούσε να φύγει έτσι. Λίγο πριν στρίψει στην επόμενη στροφή κοίταξε πίσω. Μάταια, οι μετανάστες ήταν ήδη στα γόνατα και με χειροπέδες. Έστριψε. Πέταξε την εφημερίδα στον πρώτο κάδο. Σκέφτηκε τις γριές του από πάνω ορόφου που τσακώνονται διαρκώς. Γι άλλη μια φορά απέδειξε στον εαυτό του ότι αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση μόνο σε αυτό το επίπεδο. Κι όμως κάτι μέσα του τον κλώτσαγε στο στομάχι. Κάτι μέσα του, του έλεγε ότι είναι δειλός και συμβιβασμένος. "Σκάσε" φώναξε μόνος του στη μέση του δρόμου. Ευτυχώς δεν υπήρχε κανένας. Δεν χρειάστηκε να τσακωθεί.
Συνέχισε να προχωράει. Δουλειά δεν είχε, λεφτά δεν είχε. Είχε τουλάχιστον τη δυνατότητα να περπατάει χωρίς να τον τραμπουκίζουν οι μπάτσοι. Εκμεταλλευόταν αυτό το προνόμιο. Μόνο που μετά την αγορά της αθλητικής εφημερίδας το έκανε πολύ ενοχικά. Στο επόμενο στενό βρέθηκε σε μια εκκλησία. Αποφάσισε να μπει. Δεν είχε να χάσει τίποτα. Τον πήγαινε μια θεία του όταν ήταν μικρός και από τότε δεν ξαναπήγε. Δεν πίστευε στο θεό αλλά εκείνη τη μέρα ήθελε να πιστέψει σε ένα θαύμα. Ψιλά για το κερί δεν είχε. Κάθισε. Κυρίες που ξέρουν να τσακώνονται, όπως οι γριές του τρίτου, άρχισαν να κοιτούν επικριτικά τα σκισμένα του παπούτσια. "Ας προσευχηθούν αυτές για το καλό όλων μας" σκέφτηκε. Σηκώθηκε και έφυγε. Βγαίνοντας είδε στην είσοδο μια ζητιάνα. Δεν του κλάφτηκε ούτε του ζήτησε τίποτα. Είχε κι αυτός άλλωστε σκισμένα παπούτσια. Αισθανόταν κουρασμένος χωρίς να έχει κάνει τίποτα. Έκατσε για λίγο σε ένα παγκάκι στην πλατεία μπροστά από την εκκλησία. Στο απέναντι παγκάκι καθόταν ένα ζευγάρι ομοφυλόφιλων. Σκέφτηκε πως ποτέ ένα γλυκανάλατο μυθιστόρημα όπως "Το κυνήγι των αφορμών" δε θα καταπιανόταν με έναν τέτοιο έρωτα.
Βάδισε προς τα πίσω. Πολύ περίεργη η σημερινή βόλτα. Ίδια με τις προηγούμενες αλλά με κάτι διαφορετικό, με μια αίσθηση αυτοαπογοήτευσης για τη συνειδητή του απραξία. Το μυαλό του, τα χέρια του και η γλώσσα του έμειναν στάσιμα για μια ακόμη μέρα σε μια σειρά περιπτώσεων. Σήμερα, όμως, ενοχλήθηκε γι αυτό. Έτσι, όμως, ήταν η καθημερινότητα. Είχε συνηθίσει.
Κόντευε για το σπίτι όταν ξαφνικά έφαγε το στραπάτσο που έφαγε και η σόλα του όταν κόλλησε με την τσίχλα του πεζοδρομίου. Λίγο πριν φτάσει πρόσεξε από μακριά μια απρόσμενη κατάσταση, ή μάλλον την τελευταία του "απρόσμενη κατάσταση". Είχε αλλάξει αρκετά και είχε να της μιλήσει καιρό. Παρέμενε όμορφη και με την ίδια ζωντάνια στο βλέμμα. Τώρα που το καλοσκέφτεται εκείνη ήταν η τελευταία σύγκρουση στην οποία συμμετείχε κι αυτός. Η τελευταία ίσως φορά που είχε κάποιο ρόλο στο χωροχρόνο. Το γεγονός ότι βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά της κατάφερε να τον ορίζει στον κόσμο, να τον μετατρέψει από θεατή της ζωής του σε πρωταγωνιστή. Είχε ιδρώσει. Πώς να την πλησίαζε; Τι να της έλεγε; Έστεκε για λίγο και την περιεργαζόταν από μακριά. Έπρεπε να σπάσει την απραξία και την απάθεια που μαστίγωναν την έως τώρα μέρα του και την πρόσφατη ζωή του. Η προσέγγισή της ήταν ένα πολύ καλό πρώτο βήμα. Δεν έπρεπε να χάσει χρόνο. Εκείνη στεκόταν δυο γωνίες παραπάνω, όχι όμως για πάντα. Έπρεπε να προλάβει να της μιλήσει πριν φύγει. Άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος της. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά μετά από καιρό. Από μέσα του σκεφτόταν τι να της πει και έψαχνε μια αφορμή για να της πει να βγούνε. Το μυαλό του ήταν κενό και σε σύγχυση. Πέρασε την πρώτη γωνία. Λίγο ακόμη και θα την έφτανε, έπρεπε να σκεφτεί γρήγορα κάτι καλό. Μια αφορμή. Ένας δρόμος πλέον τον χώριζε από εκείνη που περίμενε έξω από το γωνιακό καφέ. Κινήθηκε προς το μέρος της όταν ξαφνικά λίγο πριν τη φτάσει, από την άλλη μεριά του δρόμου εμφανίζεται ένας τύπος πιο γρήγορος στο βήμα από εκείνον αλλά με τον ίδιο προορισμό. Ο τύπος φτάνει πρώτος φιλάει την κοπέλα και μπαίνουν στο καφέ.
Πολύ κακό τέλος για έναν πολύ δύσκολο αγώνα δρόμου. Στάθηκε μόνος του στη μέση του δρόμου άπραγος. Ο προσδιορισμός του για σήμερα παρέμεινε αυτός του "αδιάφορου περαστικού". Δεν κατόρθωσε να τον αλλάξει. Δεν κατάφερε καν να της μιλήσει. Δεν είχε βρει καν την αφορμή που έψαχνε για να της πει να βγούνε.
Τι ειρωνεία, σκέφτηκε, είμαι ένας αποτυχημένος κυνηγός αφορμών σε ένα γλυκανάλατο μυθιστόρημα.
Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014
απλό και πολύπλοκο
Είναι φορές που η απλότητα γοητεύει γιατί είναι πολύπλοκη και άλλες που η πολυπλοκότητα γοητεύει επειδή είναι απλή. Η γοητεία γίνεται ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο λιτό και στο σύνθετο αντανακλώντας διαφορετικές στιγμές μιας ίδιας ζωής. Αυτής που δε φυλακίζεται στο δίπολο άσπρου-μαύρου αλλά ξεσπάει στην εξέγερση των χρωμάτων. Κατ'αυτό τον τρόπο το απλό βλέμμα μιας γνωριμίας μπορεί να ταυτιστεί με το πολύπλοκο βλέμμα ενός αποχωρισμού εφόσον και στις δύο περιπτώσεις παράγεται συναίσθημα. Η ελευθερία του ανθρώπου δε βρίσκεται στη μόνιμη ευτυχία του, αλλά στη δυνατότητά του να καθορίζει πότε θα είναι χαρούμενος και πότε λυπημένος. Αυτή η διαστρέβλωση της έννοιας της ελευθερίας από το κράτος και τους εκφραστές του, επιτρέπει στο σύστημα να σφηνώνει την ελευθερία στο θεσμό της ιδιοκτησίας, στη σήψη του σεξισμού, στην περηφάνια του πατριωτισμού και στη ματαιοδοξία του κέρδους, φορώντας της το ένδυμα της ευτυχίας. Κάπως έτσι οι απολύσεις γίνονται "διαθεσιμότητα", το ξύλο από τους μπάτσους "επιβολή της τάξης" και τα μνημόνια "μηχανισμός στήριξης". Όλα για την "ελευθερία". Μια ελευθερία κενή και αδιάφορη. Μια ελευθερία προβλέψιμη. Μια ελευθερία που βρίσκεται στην τσέπη του εργοδότη, στους νόμους του κράτους και στην αντρίλα του νταβατζή. Το κακό με την "ελευθερία" τους είναι ότι δεν υπάρχει η ερωτοτροπία ανάμεσα στο απλό και στο πολύπλοκο. Είναι μια ελευθερία εναρμονισμένη με την εκμετάλλευση στο χώρο δουλειάς και το ριάλιτι στην τηλεόραση. Οι άνθρωποι δεν αποφασίζουν για τις ζωές τους, απλώς τις εξυπηρετούν. Δε βιώνουν τη χαρά και τη λύπη. Απλώς τη μαθαίνουν. Όμως η αέναη και ευθύγραμμη "ευτυχία" που τους παρέχει ο σύγχρονος φιλελεύθερος τρόπος ζωής δεν αντέχει αρκετά. Σε κάποιες συγκεκριμένες στιγμές καταρρέει από μια μικρή σύγκρουση απλότητας και πολυπλοκότητας που λέγεται ανάγκη. Ανάγκη για φαγητό, για αλληλεγγύη, για ίσα δικαιώματα και κυρίως για ελευθερία. Όταν η ανάγκη γίνει συνείδηση και δύναμη, ίσως από την "ελευθερία" τους να περάσουμε στην ελευθερία μας. Ίσως από το κόσμο τους να περάσουμε στο δικό μας. Απλό ή πολύπλοκο; Μάλλον και τα δύο.
Δευτέρα 14 Ιουλίου 2014
χωρίς απάντηση
Ρώτησε
τη μοναξιά του
αν η μοναχικότητα
είναι
συνειδητή επιλογή
ή απρόσμενη κατάσταση.
Δεν του απάντησε.
Ισορρόπησε μόνη της
ανάμεσα στα δύο ενδεχόμενα
επιβεβαιώνοντας την ύπαρξή της
στο μυαλό
και στη ζωή
του ερωτώντος.
Σιωπή.
Άσχημη νότα
κι ας μη βγάζει ήχο.
τη μοναξιά του
αν η μοναχικότητα
είναι
συνειδητή επιλογή
ή απρόσμενη κατάσταση.
Δεν του απάντησε.
Ισορρόπησε μόνη της
ανάμεσα στα δύο ενδεχόμενα
επιβεβαιώνοντας την ύπαρξή της
στο μυαλό
και στη ζωή
του ερωτώντος.
Σιωπή.
Άσχημη νότα
κι ας μη βγάζει ήχο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)