Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013
Μην είσαι περαστικός
Ανέκαθεν απεχθανόμουν τους περαστικούς. Αυτούς δηλαδή που κοιτούν αλλά δε βλέπουν. Αυτούς που περπατούν σε δρόμους χωρίς ομορφιές και ασχήμιες, χωρίς λακκούβες και ισιώματα, χωρίς λιακάδα και βροχή παρά μόνο σε δρόμους που τους οδηγούν στον προορισμό τους. Η ματαιότητα της αποκλειστικής προσήλωσης στην επίτευξη ατομικών στόχων πάντα με τρόμαζε. Μετέτρεπε τους ανθρώπους σε άλογα κούρσας. Σε υπαλληλίσκους πουν ζητούν την προαγωγή, σε μικροεπιχειρηματίες που ψάχνουν το χρήμα, σε μαθητές που γουστάρουν το απουσιολόγιο, σε φοιτητές που κυνηγούν το βαθμό, σε μπάτσους που προσβλέπουν σε γαλόνια, σε καλλιτέχνες που διψάνε για δόξα, σε δημοσιογράφους που λατρεύουν την ανέλιξη, σε ποιητές που στοχεύουν στη μελοποίηση, σε εργάτες που θέλουν να γίνουν αφεντικά.
Όλοι αυτοί είναι περαστικοί. Περαστικοί που κυλιούνται και σέρνονται στα εργοτάξια του ανταγωνισμού. Περαστικοί που στους στίχους των ποιημάτων βρίσκουν μόνο αραδιασμένες λέξεις. Περαστικοί που στο άκουσμα μιας μουσικής ψάχνουν να βρουν σε ποιο κομμάτι μοιάζει. Περαστικοί που κοστολογούν τον ανθρώπινο πόνο με πενήντα περρισσευόμενα λεπτά που είχαν στην τσέπη τους. Περαστικοί που έχουν μάθει να αγοράζουν την ερωτική πράξη χωρίς να την αισθάνονται. Περαστικοί που βλέπουν τις ειδήσεις για να μη λάβουν την πραγματική είδηση.
Οι περαστικοί λοιπόν διακρίνονται για τη αέναη κίνησή τους στο χώρο της επιφάνειας. Όμως μία κίνηση ή ένα ταξίδι χωρίς στάσεις, σταθμούς και κυρίως χωρίς σαφή προορισμό είναι καταδικασμένο στην ανία, την πλήξη και τη συναισθηματική κενότητα. Είναι ένας θάνατος σε μια περαστική ζωή. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι από το ύψος των άνετων υπουργικών θώκων όλοι απο κάτω φαντάζουμε περαστικοί. Το ιδανικό δηλαδή αυτό είδος ανθρώπων που μόνο κοιτάει και κάνει τη δουλίτσα του χωρίς να διαμαρτύρεται. Πρόκειται δηλαδή για αυτούς που τους φόρεσαν μια στολή επιβίωσης και γι αυτό το λόγο έχουν σταματήσει να σκέφτονται και να νοιάζονται για το διπλανό τους.
Τις προάλλες βγήκα από το μετρό. Δύο ζευγάρια πονεμένα μάτια με πλησίασαν. Ήταν ένας μετανάστης με τον πολύ μικρό γιο του που κρατούσε από το χέρι. Έδειχνε ανήσυχος, κουρασμένος, φοβισμένος και απελπισμένος. Μου απηύθυνε το λόγο όμως καθώς άκουγα μουσική από τα ακουστικά δεν κατάλαβα τι ήθελε. Έβαλα λοιπόν το χέρι στην τσέπη για να του δώσω τα πενήντα περισσευόμενα λεπτά μου. "Όχι όχι!" αποκρίθηκε και μου έδειξε ένα χαρτί με τη διεύθυνση ενός νοσοκομείου. Δεν ήξερα να τον βοηθήσω πώς να πάει. Τον συμβούλεψα να ρωτήσει κάποιον άλλο. Έβαλα τα ακουστικά και συνέχισα γρήγορα το δρόμο μου για να μη χάσω το μάθημα που έδινα. Ντρέπομαι. Εκείνο το πρωί στα πρώτα πέντε μέτρα που διένυσα αφού άφησα πίσω μου το μετανάστη συνειδητοποίησα ότι και γω είχα μπει στο κοστούμι του περαστικού. Ένα κοστούμι που κεντάει η ρουτίνα της ετεροκαθοριζόμενης πραγματικότητας και μετατρέπει τους ανθρώπους σε ρομπότ. Ντρέπομαι όχι επειδή τελικώς δεν τον βοήθησα αλλά επειδή έσπευσα να γίνω ένας από του πολλούς άσπλαχνους ελεήμονες που κοιτούν μόνο το δρόμο τους, ταυτίζουν το μετανάστη με το ζητιάνο και έχουν μπόλικα πενηντάλεπτα στην τσέπη τους για να βαυκαλίζονται με τη δήθεν ταξική τους ανωτερότητα. Τα λίγα δευτερόλεπτα που μίλησα στο μετανάστη είχα γίνει αυτό που σιχαινόμουνα. Ένας άθλιος περαστικός...
Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013
Άλλο ταμπέλα άλλο πολιτική ταυτότητα
Οι κοινωνικές εξελίξεις είναι τέτοιες που αναπόφευκτα η κουβέντα με έναν φίλο εως τον περιπτερά της γειτονιάς καταλήγει σε πολιτική συζήτηση. Κάθε φορά λοιπόν που βρίσκομαι στην πολύ ενδιαφέρουσα αυτή θέση προσπαθώ πρωτίστως να αντιληφθώ το πολιτικό πεδίο στο οποίο τοποθετείται ο συνομιλητής μου. Πολλές φορές μάλιστα ο ίδιος τον ρωτάω πού τοποθετείται πολιτικά. Οι απαντήσεις που λαμβάνω από την πλειονότητα από αυτούς είναι "Άσε μας ρε Νίκο εγώ δεν είμαι με κανέναν", δε ρώτησα αν είσαι με κανέναν... , "Άσε μας ρε Νίκο όλοι ίδιοι είναι", δε ρώτησα ποιος είναι ο καλύτερος... "Άσε μας ρε Νίκο με τις ταμπέλες", δε ρώτησα την ταμπέλα που νομίζεις ότι σου κολλάω αλλά την πολιτική ταυτότητα που ορίζεις εσύ για τον εαυτό σου.
Είναι αλήθεια πως η πολιτικοποίηση ή η εν μέρει αποδοχή κάποιων πολιτικών ιδεών έχει καταστεί ποινικά κολάσιμη από τη σύγχρονη αστική δημοκρατία. Είναι απολύτως λογικό. Ένα σύστημα που πρεσβεύει το "τίποτα", προωθεί το "τίποτα" ως αντιδραστική, ανεξάρτητη, ανιδιοτελή και κυρίως ακομμάτιστη πολιτική στάση. Σωστά. Όμως δεν παύει να είναι "ΤΙΠΟΤΑ". Πολλοί συνομήλικοί μου υιοθετούν ένα σύγχρονο τρόπο ζωής, φροντίζουν να μη θεωρηθούν ποτέ ακραίοι και θρέφουν έναν τεράστιο φόβο απέναντι στη συνειδητή πολιτικοποίηση. Θεωρούν την υιοθέτηση συγκεκριμένης πολιτικοοικονομικής θεώρησης του κόσμου ως μόλυνση που το ανώτερο στάδιό της είναι η κομματοσκυλίαση. Δε διαφωνώ, η πολιτική ενασχόληση ενέχει τον κίνδυνο της ανώμαλης κομματικής προσήλωσης, όμως αυτό δεν αποτελεί ουσιώδη λόγο συνολικής απαξίωσης της πολιτικής. Στο χέρι σου είναι να είσαι πολιτικά ενεργός και όχι πολιτικά χειραγωγήσιμος, εκτός αν ο ίδιος υποτιμάς τον εαυτό σου. Η πολιτική δραστηριοποίηση, λοιπόν, στο μυαλό κάποιων προσιδιάζει στο αρχαιοελληνικό μίασμα που έπρεπε απαραιτήτως να αποβληθεί από την πόλη. Αυτοί οι τυπάδες είναι που μετατρέπουν την έννοια της πολιτικής ταυτότητας σε ταμπέλα, κάτι το οποίο είναι κοινωνικά επικίνδυνο, ταξικά ανόητο και φοβερά εξυπηρετησιμο για τους κυβερνώντες τούς οποίους απεχθάνονται γιατί "όλοι οι πολιτικοί είναι τα ίδια σκατά". Αυτοί λοιπόν ήταν που αποθέωναν το κίνημα των αγανακτισμένων. Σε μία κουβέντα με έναν τρέντυ απολιτίκ φίλο, του εξέφρασα τότε την πεποίθηση ότι αν το συγκεκριμένο κίνημα δε λάβει συγκεκριμένο πολιτικό προσανατολισμό και χαρακτηριστικά θα είναι ατελέσφορο. Τότε με περισσή ειρωνεία μου απάντησε ότι τελείωσαν τα κόμματα και οι πολιτικές σκοπιμότητες και ότι επρόκειτο για ένα κίνημα καθαρό. Πέραν του ότι δεν είπα κάτι για κόμματα, δε διαφώνησα με την καθαρότητα του κινήματος αλλά με την έλλειψη στόχων. Το συγκεκριμένο κίνημα έβγαλε κόσμο στο δρόμο αλλά ιδεολογικά και στρατηγικά ήταν ορφανό. Γι αυτό και καταδίκαζα τότε αντικαπιταλιστικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να παρέμβουν και να μεταποιήσουν τη μικροαστική αγανάκτηση σε ταξική διεκδίκηση και δεν το έκαναν. Πάω στοίχημα, λοιπόν, πως στο μυαλό του συγκεκριμένου φίλου καταχωρήθηκα ως ένας από τους πολλούς που πάσχουν από κομματίλα και κομμουνιστική διαταραχή. Αυτό αποδείχθηκε από το γεγονός ότι σε πάρα πολλές περιστάσεις δε δίσταζε πισώπλατα να μου κολλάει ταμπέλες. Στην κατάληψη του σχολείου πέρυσι επειδή με κάποιους φίλους ζητήσαμε να μπουν πολιτικά αιτήματα, μας αποκάλεσε κομμουνιστές, επειδή διαμαρτυρηθήκαμε για τα φασιστικά συνθήματα στους τοίχους του σχολείου, μας αποκάλεσε κομμουνιστές, επειδή θυμηθήκαμε τη 6η Δεκέμβρη μας αποκάλεσε κομμουνιστές, επειδή οργανώσαμε συζήτηση ενάντια στο ρατσισμό την παγκόσμια ημέρα κατά του ρατσισμού μας αποκάλεσε κομμουνιστές, επειδή τιμήσαμε το πολυτεχνείο μας αποκάλεσε ξανά κομμουνιστές και τέλος είμαι σίγουρος πως κάθε στιγμή που εγώ και κάποιοι άλλοι στη ζωή μας θα διεκδικούμε ο συγκεκριμένος τυπάς θα κρύβει το κενό πολιτικό του ένστικτο πίσω από τη φράση "αυτοί είναι κομμουνιστές". Είμαι σε θέση να διαβεβαιώσω πως ο συγκεκριμένος "φίλος" έχει πλήρη άγνοια σχετικά με το ποιος ήταν ο Μαρξ και τι ονειρευόταν. Χαλάλι του όμως ξέρει τη λέξη "κομμουνιστές".
Αρχικά είχα ενοχληθεί που γινόταν αναφορά στο πρόσωπό μου χωρίς να είμαι παρών. Τελικά όμως συνειδητοποίησα πως η πολιτική ενασχόληση κάποιων περιορίζεται στο να κολλάνε ταμπέλες ενώ κάποιων άλλων στο να τις γκρεμίζουν. Να τις γκρεμίζουν όχι για ένα ολοκληρωτικό τίποτα αλλά για ένα ουτοπικό κάτι παραπάνω...
Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013
Είμαι βίαιος, πειράζει;
Τελευταία λανσάρεται εντόνως στις ακριβοπληρωμένες πασαρέλες των δελτίων των οκτώ η ατάκα "Καταδικάζω τη βία απ'όπου κι αν προέρχεται". Θα έλεγα ότι είναι ένα ακραιφνές απότοκο της θεωρίας των δύο άκρων που με τόσο πάθος και σκοπιμότητα επικαλούνται επί μήνες οι φοβισμένοι "φιλειρηνιστές". Πολιτικοί, δημοσιογράφοι, παππάδες, καλλιτέχνες και πανεπιστημιακοί τσακώνονται στα παράθυρα ποιος θα πρωτοκαταδικάσει τη βία. Η καταδίκη της βίας κατά τη γνώμη μου είναι μια απατηλή απόπειρα επίκλησης της ηθικής και του καθωσπρεπισμού των άλλοτε συμβιβασμένων πολιτών με το πρασινομπλέ κατασκεύασμα που λέγεται σύγχρονη Ελλάδα, προκειμένου το τελευταίο να μη γκρεμιστεί. Η βία δεν είναι όμως μια αόριστη έννοια. Έχει υποκείμενο, αντικείμενό και σκοπιμότητά. Συνεπώς το να καταδικάζεις γενικώς και αορίστως μία έννοια υποδηλώνει είτε ότι είσαι αφελής, είτε ότι τα φιλειρηνικά σου ένστικτα διέπονται από άκρατη ιδιοτέλεια. Εξηγούμαι:
Η βία της υποχρεωτικής καταδίκης της βίας είναι ένας εξαναγκασμός.
Η καταδίκη της βίας που νομιμοποιεί την απραξία είναι ένα τέχνασμα.
Η βία της ταύτισης του επιτιθέμενου με τον αμυνόμενο είναι κατάντια.
Η μη βία στη βία της εξουσίας είναι υποδούλωση.
Η ταύτιση της ναζιστικής βίας με τη βία του πεινασμένου είναι πολιτικός καιροσκοπισμός.
Η βία της εξαθλίωσης ντυμένη με νομιμότητα είναι το αστικό κράτος στα κέφια του.
Η βία της επικαιρότητας της βίας ως μέσο αποπροσανατολισμού είναι συνενοχή.
Η βία της αδιαφορίας των γεννεσιουργών αιτιών της βίας είναι η απόλυτη βλακεία.
Η βία της κρατικής αντιμετώπισης μιας δικαιολογημένα βίαιης επεκφρασμένης κοινωνικής οργής είναι αυταρχισμός.
Η βία της μονοπώλησης της μη βίας από τους εξουσιάζοντες είναι πολιτικός τυχοδιωκτισμός.
Η βία της σύμπτωσης της ηθικής ακεραιότητας με την έννοια του νοικοκυραίου είναι τραγέλαφος.
Η βία της αποδοχής της βίας των ταξικών αντιθέσεων είναι διαιώνιση της κρίσης.
Αυτή τη βία λοιπόν την οποία κανένας "περιέργως" δεν καταδικάζει πρέπει να τη σταματήσει μία άλλη βία. Η ιστορία έτσι εξελίσσεται. Μέσα από τη βία της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης και τη βία της αντίστασης και της ανατροπής για τη διεκδίκηση μιας άλλης ζωής. Αυτός λοιπόν που καταδικάζει τα δύο είδη βίας μην εξετάζοντας το ποιος ασκεί τη βία, σε ποιον και για ποιο λόγο, εξισώνει το θύμα με το θύτη.
Ντροπή του.
Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013
Ο Ιωσήφ
Ο Ιωσήφ είτε ως χριστιανός είτε ως σοβιετικός
είναι καταδικασμένος στην πατρότητα
Ο Ιωσήφ είχε παππούδες εαμίτες με χρυσούς σταυρούς στο στέρνο,
εξού και το όνομα
Ο Ιωσήφ στις χριστουγεννιάτικες σχολικές γιορτές υποδυόταν το όνομά του,
στο πανεπιστήμιο μπήκε στο κόμμα, κράτησε το όνομα με άλλη ιδιότητα
Ο Ιωσήφ είναι παιδί της μεταπολίτευσης,
λίγο κομμουνιστής αλλά και λίγο πατριώτης
Ο Ιωσήφ υιοθετεί εναλλακτικά μουσικά ακούσματα,
καμια φορά όμως του ξεμένουν γαρύφαλλα στο δεξί χέρι
Ο Ιωσήφ θεωρεί ότι ο έρωτας δεν περιχαρακώνεται,
η επόμενη χρονιά τον βρίσκει παντρεμένο
Ο Ιωσήφ αν και με αριστερό παρελθόν διαβάζει αστικές εφημερίδες,
είναι πιο αντικειμενικές
Ο Ιωσήφ τα χριστούγεννα είναι φιλάνθρωπος, τις απόκριες φρικιό,
το πάσχα θρησκόληπτος, το καλοκαίρι αεράτος και το φθινόπωρο καταθληπτικός
Ο Ιωσήφ στενεύτηκε και άρχισε τις απολύσεις,
βέβαια τη βιβλιοθήκη του κοσμεί το Κεφάλαιο
Ο Ιωσήφ έκανε παιδιά,
τους έμαθε την αλληλεγγύη μα και την αυτοσυντήρηση
Ο Ιωσήφ κανει κριτική έχοντας κάτσει στην πολυθρόνα των ετών του,
κάποτε μισούσε τις πολυθρόνες, προτιμούσε τα σκαμπό
Ο Ιωσήφ μια μέρα γέρασε σε δύο ζωές,
αυτή της ρηξικέλευθης θεωρίας και αυτή της συμβατικής πράξης...
Συντρόφισσες και σύντροφοι του ιστολογικού αγώνα έυχομαι τη νέα χρονιά ο κάθε μικρός Ιωσήφ αυτού του πλανήτη να καταφέρει να κάνει τη θεωρία του πράξη. Καλή χρονιά
είναι καταδικασμένος στην πατρότητα
Ο Ιωσήφ είχε παππούδες εαμίτες με χρυσούς σταυρούς στο στέρνο,
εξού και το όνομα
Ο Ιωσήφ στις χριστουγεννιάτικες σχολικές γιορτές υποδυόταν το όνομά του,
στο πανεπιστήμιο μπήκε στο κόμμα, κράτησε το όνομα με άλλη ιδιότητα
Ο Ιωσήφ είναι παιδί της μεταπολίτευσης,
λίγο κομμουνιστής αλλά και λίγο πατριώτης
Ο Ιωσήφ υιοθετεί εναλλακτικά μουσικά ακούσματα,
καμια φορά όμως του ξεμένουν γαρύφαλλα στο δεξί χέρι
Ο Ιωσήφ θεωρεί ότι ο έρωτας δεν περιχαρακώνεται,
η επόμενη χρονιά τον βρίσκει παντρεμένο
Ο Ιωσήφ αν και με αριστερό παρελθόν διαβάζει αστικές εφημερίδες,
είναι πιο αντικειμενικές
Ο Ιωσήφ τα χριστούγεννα είναι φιλάνθρωπος, τις απόκριες φρικιό,
το πάσχα θρησκόληπτος, το καλοκαίρι αεράτος και το φθινόπωρο καταθληπτικός
Ο Ιωσήφ στενεύτηκε και άρχισε τις απολύσεις,
βέβαια τη βιβλιοθήκη του κοσμεί το Κεφάλαιο
Ο Ιωσήφ έκανε παιδιά,
τους έμαθε την αλληλεγγύη μα και την αυτοσυντήρηση
Ο Ιωσήφ κανει κριτική έχοντας κάτσει στην πολυθρόνα των ετών του,
κάποτε μισούσε τις πολυθρόνες, προτιμούσε τα σκαμπό
Ο Ιωσήφ μια μέρα γέρασε σε δύο ζωές,
αυτή της ρηξικέλευθης θεωρίας και αυτή της συμβατικής πράξης...
Συντρόφισσες και σύντροφοι του ιστολογικού αγώνα έυχομαι τη νέα χρονιά ο κάθε μικρός Ιωσήφ αυτού του πλανήτη να καταφέρει να κάνει τη θεωρία του πράξη. Καλή χρονιά
Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012
Γιατί τον κοιτάς περίεργα;
Γιατί τον κοιτάς περίεργα γραφειοκράτη;
η γραβάτα σου θηλιά
το γραφείο οχυρό της μιζέριας σου
και η υπογραφή σου μάταια έγκριση
Γιατί τον κοιτάς περίεργα μικροαστέ;
ο καναπές σου ζεστος μα όχι η τόλμη σου
το όνειρο σου πολλαπλάσιο του χαρτονομίσματος
και η ψήφος σου ένα πιστόλι να σε κοιτάει
Γιατί τον κοιτάς περίεργα μπάτσε;
η στολή σου, στολή φυλακισμένου
η τάξη το αντικείμενό σου
η αταξία το δικό μου
Γιατί τον κοιτάς περίεργα φασίστα;
η πατρίδα κατασκεύασμα
ο ύμνος σου παράφωνος
και η σημαία ζαρωμένη, κουράστηκε
Γιατί τον κοιτάς περίεργα μεγαλοαστέ;
το τζάμι της ψυχής φιμέ, μη φανεί το κενό
ο ρόλος σου δυνάστης
η ντροπή κανενός, απουσία συναίσθησης
Κάποιος πείνασε και του πετάξατε ένα καρβέλι ψωμί
Κάποιος έμεινε στο δρόμο και του δώσατε μια κουβέρτα
Άλλος αρρώστησε και κάνατε διαγωνισμό φιλανθρωπίας
Ενώ ένας άλλος γλίτωσε φυλακή στη χώρα του και του προσφέρατε νέα
Υπήρχε και κάποιος που σκέφτηκε την επανάσταση,
όμως και πάλι τον κοιτάξατε περίεργα.
η γραβάτα σου θηλιά
το γραφείο οχυρό της μιζέριας σου
και η υπογραφή σου μάταια έγκριση
Γιατί τον κοιτάς περίεργα μικροαστέ;
ο καναπές σου ζεστος μα όχι η τόλμη σου
το όνειρο σου πολλαπλάσιο του χαρτονομίσματος
και η ψήφος σου ένα πιστόλι να σε κοιτάει
Γιατί τον κοιτάς περίεργα μπάτσε;
η στολή σου, στολή φυλακισμένου
η τάξη το αντικείμενό σου
η αταξία το δικό μου
Γιατί τον κοιτάς περίεργα φασίστα;
η πατρίδα κατασκεύασμα
ο ύμνος σου παράφωνος
και η σημαία ζαρωμένη, κουράστηκε
Γιατί τον κοιτάς περίεργα μεγαλοαστέ;
το τζάμι της ψυχής φιμέ, μη φανεί το κενό
ο ρόλος σου δυνάστης
η ντροπή κανενός, απουσία συναίσθησης
Κάποιος πείνασε και του πετάξατε ένα καρβέλι ψωμί
Κάποιος έμεινε στο δρόμο και του δώσατε μια κουβέρτα
Άλλος αρρώστησε και κάνατε διαγωνισμό φιλανθρωπίας
Ενώ ένας άλλος γλίτωσε φυλακή στη χώρα του και του προσφέρατε νέα
Υπήρχε και κάποιος που σκέφτηκε την επανάσταση,
όμως και πάλι τον κοιτάξατε περίεργα.
Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012
Το πέρασμα του πεζόδρομου
Βγήκα από το τρένο και άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά προς την έξοδο του μετρό. Από τα ακουστικά μου ακούγεται Σιδηρόπουλος. Μετρό-Πανεπιστήμιο. Πρωί πρωί ανηφορίζω τον πεζόδρομο για τη σχολή και αντικρύζω το οξύμωρο. Μεγαλοπρεπή κτίρια, αρχιτεκτονικά αξιοθέατα και προτομές αγαλμάτων γίνονται η πλάτη που ακουμπούν επαίτες και τοξικομανείς τα ταλαιπωρημένα τους κορμιά. Οι πλάτες των κτιρίων ίσως είναι προτιμότερες από τις πλάτες των ανθρώπων. Κάπου στο βάθος δέκα περίεργοι με ύφος κατασκόπου περιμένουν τον πελάτη να σηκωθεί. Έχει παράξενη συννεφιά και τον Παύλο διαδέχεται η "Ασημένια σφήκα" από Υπόγεια Ρεύματα. Προχωρώ. Αναρχικά συνθήματα ουρλιάζουν πάνω από την αφασία της πρέζας όμως αυτή σαν παιδοκτόνος μάνα αγκαλιάζει τα παιδιά της. Στραβό περπάτημα, σώμα πληγή και φωνή λαβωμένου στρατιώτη. Χέρια σε θέση ζητιανιάς όχι για επιβίωση αλλα για το αντίθετό της. Κάποιοι το κατορθώνουν και έρχονται ένα ευρώ πιο κοντά στην αγορά του θανάτου. Είμαι στη μέση του πεζόδρομου. Γύρω μου οι διεκδικητές της πρέζας ποικίλουν. Μια άλλοττε όμορφη κοπέλα με αλλοιωμένα χαρακτηριστικά, απογοητευμένοι επαναστάτες, πρώην χουλιγκάνια, γέροι άποροι, μάνα με δύο κόρες και ένα σακουλάκι στο χέρι, μετανάστες χωρίς προσδοκίες και γενικότερα άτυχοι περιστάσεων συνθέτουν ένα λούμπεν αποχαυνωμένο μείγμα που μοιάζει να ζητάει με μανία και πάθος το δυνάστη του. Αυτή η εικόνα του πεζόδρομου όμως ίσως να προσωποποιεί και μια πτυχή του σαπισμένου σου εαυτού, σκέφτηκα. Την πτυχή που φοβάται και που τρυπιέται στην πρώτη δυσκολία χωρίς να σηκώνει κεφάλι, την πτυχή που δε διαβάζει το σύνθημα στον τοίχο αλλά την ενοχλεί που βάφτηκε ο τοίχος, την πτυχή που αναζητά και αυτή στο ευρώ το όνειρο, την πτυχή που είναι ιδεολογικά άστεγη και συναισθηματικά άπορη. Έτσι χάνεται η ζωή "μέσα σε κίτρινους ανθρώπους/ βρώμικα τζάμια/ κι ανιστόρητους συμβιβασμούς" έλεγε η Κατερίνα Γώγου. Στο πάτωμα μια σύριγγα και δύο κόκκινες κηλίδες αίματος δηλώνουν το προηγούμενο πέρασμά τής αόρατης ευδαιμονίας. Φτάνω στο τέλος του πεζόδρομου. Οι ντίλερς αποχωρούν έχοντας εκπληρώσει το σκοπό τους ή το σκοπό άλλων και ένας έφηβος στη γωνία του κτιρίου δένει σφιχτά το μπράτσο του μ'ένα λάστιχο ώστε να βρει ευκολότερα τη φλέβα. Περνώ την Ακαδημίας. Δύο μπάτσοι συλλαμβάνουν ένα μετανάστη. Πουλούσε χαρτομάντηλα.
Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012
Αντίο...
Γεννημένη το '30. Πατρινιά, ισχυρός χαρακτήρας, ορφανή από πατέρα με άλλα τέσσερα αδέρφια. Το σεντούκι των αναμνήσεών της γεμάτο από εμφυλιακές συγκρούσεις καθώς ήταν γειτόνισσα του τότε αστυνομικού τμήματος της Πάτρας. Συχνά πυκνά στα κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια μου διηγούταν τις ίδιες ιστορίες με τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια γεγονότα αλλά πάντα με το ίδιο απαράμιλλο πάθος. Πάντα δυναμική. Η δεκαετία του '50 τη βρήκε παντρεμένη. Απαλλαγμένη από τις κακουχίες του παρελθόντος διακρίνεται για την αστική της φινέτσα και την προσεγμένη της εμφάνιση. Ποτέ δεν υπήρξε αμιγώς νοικοκυρά καθώς εργαζόταν από πολύ νέα στα ελληνικά ταχυδρομεία. Ήταν μία από τις λίγες γυναίκες που οδηγούν στην Αθήνα και αυτό την καθιστά ανεξάρτητη. Ψηφοφόρος αρχικά της ΕΡΕ και μετά της ΝΔ όχι λόγω πεποιθήσεων αλλά συγκεκριμένων βιωμάτων. Οι υλικές στερήσεις του παρελθόντος την κάνουν να αγαπήσει την κατανάλωση. Προβαίνει σε κάποιες σημαντικές αγορές ωστόσο κάποιες φορές με υπερβολή. Υπήρξε δυνατό στήριγμα των παιδιών της και άτομο που καλώς ή κακώς εμπιστευόταν εύκολα. Θαύμαζε και έκανε συχνά αναφορές στη μητέρα της. Μετά το θάνατο του συζύγου της η νοσταλγία του παρελθόντος και οι μνημονικές αναδρομές πύκνωναν σε κάθε συζήτηση μαζί της μετά το φαγητό. Κάπου χαμένο σε αυτές τις μνήμες άρχισε να χάνεται και το μυαλό της. Έτσι λοιπόν το άλλοτε στοργικό βλέμμα της που με αγκάλιαζε και με έσφιγγε από αγάπη μετατράπηκε σε ένα κενό βλέμμα ενός ανοιακού ανθρώπου. Δείγματα της παρελθούσας αρχοντιάς της ήταν πια μόνο το σήκωμα του φρυδιού, ο τρόπος που καθόταν βάζοντας το ένα πόδι πάνω στο άλλο -όπως όλες οι σωστές κυρίες- και κάποια δαχτυλίδια που στόλιζαν ακόμη τα ροζιασμένα της δάχτυλα. Αυτή η γυναίκα ήταν η μητέρα του πατέρα μου και η μετέπειτα νταντά του γράφοντος, ο οποίος τη γνώρισε με τα μάτια ενός νεογέννητου βρέφους και σήμερα το απόγευμα την αποχαιρέτισε με την καρδιά ενός εφήβου.
Γιαγιά καλό σου ταξίδι...
Γιαγιά καλό σου ταξίδι...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


