Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

80 χρόνια από το Μάη της Βαρκελώνης



Η Ισπανία μετά την επανάσταση ενάντια στο πραξικόπημα του στρατηγού Φράνκο τον Ιούλιο του 1936 δεν ήταν μια απλή χώρα. Ήταν ένα αντιφασιστικό ηφαίστειο που αμφισβητούσε τόσο το στρατό του Φράνκο, όσο και την ίδια την αστική εξουσία. Η συμπλήρωση 80 χρόνων από τα γεγονότα της Βαρκελώνης το Μάη του ’37, δίνει την αφορμή να μεταφερθούμε στις πολύμορφες συγκρούσεις και τις διαμάχες της εποχής.

Η κατάσταση στην Ισπανία
Η Ισπανία ήταν μια χώρα με μακρά παράδοση αγώνων κυρίως στην ύπαιθρο. Πριν την εκλογή του Λαϊκού Μετώπου το Φλεβάρη του ’36 είχε προηγηθεί μια σκληρή διετία αυταρχικής διακυβέρνησης από τα κόμματα της δεξιάς, η οποία επιδόθηκε σε αιματηρές καταστολές γενικών απεργιών, σε φυλακίσεις αγωνιστών και σε σκληρές επιθέσεις ενάντια σε εξεγέρσεις. Η πιο χαρακτηριστική ήταν αυτή ενάντια στους 20.000 ανθρακωρύχους της Αστούρια που μέτρησαν 3000 νεκρούς και 7000 τραυματίες. Ήταν σαφές ότι με την εκλογή του Λαϊκού μετώπου, οι ταξικές αντιθέσεις θα μορφοποιούνταν ευκρινέστερα και στο πεδίο της πολιτικής. Οι ελπίδες κομματιών του αστισμού ότι η εκλογή του Λαϊκού Μετώπου θα εξομάλυνε την κατάσταση και θα κρατούσε τις ισορροπίες, αποδείχθηκαν φθηνές αυταπάτες. Το προλεταριάτο βγήκε στην επιφάνεια και διεκδίκησε το ρόλο του στο προσκήνιο. Απελευθερώσεις φυλακισμένων αγωνιστών, γενικές απεργίες, αύξηση της πολιτικοποίησης και οργάνωση του κόσμου από τα κάτω, οδήγησαν το Φράνκο να πάρει την πρωτοβουλία να λύσει με τη βία τα προβλήματα της αμήχανης αστικής τάξης.

Τα αντίπαλα στρατόπεδα
Έτσι έγινε σαφές ότι στην επικράτεια της Ισπανίας υπήρχαν δύο έθνη τον Ιούλιο του ’36. Από τη μία ο στρατός, η εκκλησία, οι γαιοκτήμονες και οι αστοί και από την άλλη το προλεταριάτο και οι φτωχοί αγρότες. Αυτά τα δύο αντίπαλα ταξικά στρατόπεδα ήταν δεδομένο ότι θα αντιπαρατίθονταν μεταξύ τους. Το πρώτο είχε τον επίσημο οπλισμό και τη θεσμική οργάνωση που του είχε κληροδοτήσει το αστικό κράτος, ενώ το δεύτερο είχε την επαναστατική ορμή και το αντιφασιστικό πάθος που του είχε κληροδοτήσει το αίμα των συντρόφων του. Η έκβαση ήταν ανοιχτή και εξαρτιόταν από το εάν θα νίκαγε ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ή μια εργατική επανάσταση. Δυστυχώς, όμως, τμήματα της αντιφασιστικής πλευράς δεν ερμήνευσαν με αυτή τη μεθοδολογία την αντιπαράθεση. Ενάντια στην αναρχική CNT και στο εργατικό POUM που υποστήριζαν την ανεξάρτητη δράση των εργατών και των αγροτών ενισχύοντας τις κολεκτίβες, τις τοπικές επιτροπές και τις πολιτοφυλακές, το ΚΚ Ισπανίας πιστό στην επίσημη σταλινική γραμμή που δεν ήθελε διάρρηξη των σχέσεων της ΕΣΣΔ με τον αγγλογαλλικό ιμπεριαλισμό, επέμενε στη γραμμή της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας απέναντι στο Φράνκο αντί του τσακίσματος του Φράνκο μέσα από μια επαναστατική διαδικασία.

Η επαναστατημένη Βαρκελώνη
Κάπως έτσι διαμορφώνεται το πεδίο στο οποίο εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα στη Βαρκελώνη το Μάη του ’37, σε μια πόλη που ήταν το σύμβολο της επαναστατικής αλλαγής καθώς εκεί βρισκόταν η μισή εργατική τάξη της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα εργοστάσια, οι τράπεζες, τα ξενοδοχεία, οι τηλεπικοινωνίες και τα μεταφορικά μέσα είχαν περάσει εξ ολοκλήρου στον έλεγχο των εργατών και των οργανώσεών τους. Τα κτίρια ήταν καλυμμένα με τεράστια πανό που δήλωναν ότι απαλλοτριώθηκαν ενώ οι τοίχοι ήταν γεμάτοι αφίσες πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων. Στη Λα Ράμπλα κάθε ώρα της ημέρας και της νύχτας ένα πελώριο πλήθος γέμιζε την κεντρική λεωφόρο, ενώ πολλοί άντρες και γυναίκες των πολιτοφυλακών κυκλοφορούσαν με τα όπλα δεμένα στους ώμους. Πρόκειται για εικόνες που αντικατοπτρίζουν το επαναστατικό κλίμα που επικρατούσε στη Βαρκελώνη και που αποδεικνύουν επαρκώς ότι υπήρχε μία εξουσία στην πόλη. Αυτή των εργατών. Αυτό όμως άρχισε να αλλάζει από όταν η κυβέρνηση των Δημοκρατικών τον Οκτώβριο του ’36 αποφάσισε να διαλύσει τις εργατικές επιτροπές και τις πολιτοφυλακές. Ο Όργουελ περιγράφει ότι ακόμη και στην εκρηκτική Βαρκελώνη το φρόνημα είχε καμφθεί τον Απρίλη του ’37. Κάπως έτσι το αστικοσταλινικό μπλοκ, ετοίμαζε την τελική έφοδό του για την ανακατάληψη της Βαρκελώνης από τους επαναστατημένους εργάτες, προκειμένου η Δημοκρατική κυβέρνηση να αναδιοργανώσει με αστικούς όρους τον πόλεμο ενάντια στον Φράνκο.

Η ανακατάληψη της Βαρκελώνης
Η επίθεση ξεκίνησε με την απαγόρευση της πρωτομαγιάτικης συγκέντρωσης στη Βαρκελώνη, η οποία σήμανε συναγερμό για την εργατική τάξη της πόλης που ανέμενε άμεσα αρνητικές εξελίξεις. Αυτές ήρθαν μόλις στις 3 Μάη, με την απόπειρα ανακατάληψης του τηλεφωνικού κέντρου της πόλης που ελεγχόταν από τη CNT, την UGT (συνδικαλιστική ένωση των σοσιαλιστών) και έναν κυβερνητικό επίτροπο, από την επίσημη ανασυσταθείσα αστυνομία. Πιο συγκεκριμένα, ο διευθυντής της αστυνομίας Ροντρίγκεθ Σάλα μαζί με ένα ηγετικό στέλεχος του σταλινικού ΚΚ Καταλωνίας προσέγγισαν το κτίριο με τρία καμιόνια γεμάτα αστυνομικούς και επιχείρησαν να το καταλάβουν. Οι εργάτες που βρίσκονταν στο κτίριο απέκρουσαν άμεσα την επίθεση και τα νέα μεταδόθηκαν αστραπιαία σε ολόκληρη την πόλη. Παρότι καμία οργάνωση δεν κάλεσε ανοιχτά σε σύγκρουση, σύσσωμη η πόλη έστησε οδοφράγματα και κηρύχθηκε γενική απεργία. Τα χαράματα της Τρίτης 4 Μάη οι επαναστατημένοι εργάτες της Βαρκελώνης ήταν ξανά στους δρόμους έτοιμοι να υπερασπίσουν την επαναστατική τους δράση ενάντια στην αναδιοργάνωση του αστικού κράτους που επεδίωκε η επίσημη κυβέρνηση. Η υπεροχή των οπλισμένων εργατών ήταν συντριπτική καθώς ήλεγχαν τα 9/10 της πόλης χωρίς καν να συγκρουστούν.

Αυταπάτες των ηγεσιών
Μπροστά στη διαμορφωθείσα κατάσταση οι ευθύνες των ηγεσιών της CNT και του POUM υπήρξαν εγκληματικές. Αντί να στηρίξουν την επαναστατημένη εργατική τάξη της Βαρκελώνης και να δώσουν πολιτική κάλυψη στη δράση της, αυτές διαπραγματεύονταν με την κυβέρνηση την ομαλή επίλυση της διαμάχης. Καλούσαν τους εργάτες μέσα από το ραδιόφωνο και τα έντυπα να παραδώσουν τα όπλα τους στην αστυνομία και να επιστρέψουν στις δουλειές τους, υπό το πρόσχημα διαβεβαιώσεων που τους έδινε η κυβέρνηση. Την Τετάρτη 5 Μάη, η CNT συμφώνησε επίσημα με την κυβέρνηση για κατάπαυση του πυρός και ταυτόχρονη αποχώρηση της αστυνομίας και των οπλισμένων πολιτών. Παρότι η μεγαλύτερη μάζα των εργατών αρνούνταν να εγκαταλείψει τα οδοφράγματα, τελικά αναγκάστηκε να το κάνει, σε αντίθεση με την αστυνομία η οποία δεν υποχώρησε και ανακατέλαβε τον έλεγχο της πόλης. Η ηγεσία του POUM ενώ μπορούσε να εκφράσει πολιτικά ένα τεράστιο κομμάτι εργατών που ένιωσε προδομένο, προτίμησε για άλλη μια φορά να συρθεί πίσω από τη CNT, αρνούμενη τη μάχη.

Επανάσταση ή πόλεμος τακτικών στρατών;
Είναι σαφές ότι στη Βαρκελώνη το Μάιο του ’37 συγκρούστηκαν δύο αντίπαλες θεωρήσεις. Η μία θεωρούσε ότι η εργατική επανάσταση θα τσάκιζε το φασισμό ενώ η άλλη πίστευε ότι επρόκειτο για μια μάχη μεταξύ δύο τακτικών στρατών. Το ΚΚΙ υπό την καθοδήγηση του Στάλιν συντάχθηκε με την άποψη «πρώτα ο πόλεμος, μετά η επανάσταση» που στραγγάλισε τα πιο ζωντανά κύτταρα της πάλης ενάντια στο Φράνκο προσπαθώντας μάταια να τα χωρέσει σε αστικά καλούπια. Αντίστοιχα, όμως, και η ηγεσία της CNT μη μπορώντας να απαντήσει στο ερώτημα της εξουσίας που ανέκυψε το καλοκαίρι του ’36 διέψευσε την εμπιστοσύνη και τις προσδοκίες της εργατικής τάξης. Τα γεγονότα του Μάη του ’37 στη Βαρκελώνη απέδειξαν με τραγικό τρόπο ότι η επανάσταση ήταν ο δρόμος για να αντιμετωπιστεί ο Φράνκο και η εργατική εξουσία ήταν ο τρόπος για να ηττηθεί ο Φράνκο. Δυστυχώς το ισπανικό επαναστατικό κίνημα αντιλήφθηκε το πρώτο αλλά όχι το δεύτερο.

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Άλλο η ομάδα μας, άλλο η εταιρεία σας



Πολλά συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό σε μια μεγάλη αγάπη. Την ΑΕΚ. Δεν αναγάγω την ποδοσφαιρική μου ομάδα σε πολιτική μου ταυτότητα ούτε θα προσπαθήσω να ταυτίσω ασύγκριτες έννοιες. Οι ποδοσφαιρικές ομάδες άλλωστε δεν αποτελούν ομογενοποιημένα πολιτικά σύνολα αλλά συσπειρώσεις οπαδών γύρω από το έμβλημα και τα χρώματα της ομάδας. Όταν όμως μέσα στο ιστορικό συνεχές το έμβλημα και τα χρώματα μιας ομάδας έχουν συνδεθεί με πλήθος αντιφασιστικών, αντιπολεμικών και ταξικών αναφορών, τότε το ιστορικό φορτίο της ομάδας δεν αποτελείται μόνο από τίτλους και κούπες αλλά και από άλλα πιο σημαντικά. Η ΑΕΚ λόγω της προσφυγιάς που τη γέννησε κουβαλάει πολλές τέτοιες μνήμες πάνω της. Όσο και να θέλουν να τις σβήσουν ή να τις περιορίσουν τα εκάστοτε αφεντικά της, αυτές υπάρχουν. Και είναι χρέος αυτών που βλέπουν την ομάδα ως τέτοια και όχι ως εταιρία, να την προστατέψουν από μεγαλοπαράγοντες και υπαλλήλους τους. Παραθέτω κάποια στοιχεία της ΑΕΚ που γουστάρουμε και αγαπήσαμε εμείς, σε αντίθεση με την ΑΕΚ ΠΑΕ που γουστάρουν κάποιοι άλλοι.

Ίδρυση
Η ΑΕΚ δε γεννήθηκε από τύχη. Σε αντίθεση με τον Ολυμπιακό που φτιάχτηκε τυχαία από τους αδερφούς Ανδριανόπουλους που είπαν να φτιάξουν μια πειραιώτικη ομάδα, και τον Παναθηναϊκό που αποτελούσε την ομάδα της αθηναϊκής ελίτ, η ΑΕΚ αποτέλεσε το παιδί της προσφυγιάς και του ξεριζωμού. Οι μικρασιάτες που εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους λόγω του εκατέρωθεν εθνικιστικού μίσους της περιόδου, έφτασαν στην Ελλάδα πάμφτωχοι και αντιμετωπίζονταν ως μιάσματα. «Τουρκόσποροι» αυτοί, «παστρικιές» οι γυναίκες τους, «μπάσταρδα» τα παιδιά τους. Κι όμως αυτοί οι άνθρωποι κατάφεραν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους στεγάζοντάς την στα μικρά δίπατα σπιτάκια με τις αυλίτσες στη Νέα Φιλαδέλφεια, στη Νέα Ιωνία και σε πολλές άλλες προσφυγικές συνοικίες. Μαζί με την καινούργια τους ζωή όμως έχτισαν και μια ομάδα που θα συνέδεε τις μνήμες τους από το παρελθόν με τον αγώνα τους να κατορθώσουν να επιβιώσουν και να σταθούν στα πόδια τους από το μηδέν στο παρόν και στο μέλλον. Κάπως έτσι ιδρύθηκε στις 13 Απριλίου του 1924 η ΑΕΚ σε ένα κατάστημα αθλητικών ειδών στην οδό Βερανζέρου. Η ίδρυση της ΑΕΚ δεν ήταν μια πολυτέλεια της εποχής αλλά μια ανάγκη εκδιωγμένων ανθρώπων να έχουν ένα σημείο αναφοράς.


Κατοχή
Λίγο πριν το ξέσπασμα του πολέμου η ΑΕΚ είχε στεφθεί δύο συνεχόμενες χρονιές πρωταθλήτρια. Πλήθος ιστορικών αναφορών επιβεβαιώνει ότι το κύριο σώμα των προσφύγων στο διάστημα του μεσοπολέμου πρωταγωνίστησε στους αγώνες του εργατικού κινήματος και της αριστεράς και αργότερα εντάχθηκε μαζικά στο ΕΑΜ. Είναι χαρακτηριστικό ότι πλήθος ποδοσφαιριστών της ΑΕΚ καταγράφηκε να συμμετέχει στις αθλητικές δραστηριότητες που διοργάνωνε η νεολαία του ΕΑΜ, η ΕΠΟΝ. Ανάμεσα σε αυτούς ο Παπαγεωργίου, ο Καψής αλλά και ο Δελαβίνιας ο τερματοφύλακας της ΑΕΚ, οι οποίοι συμμετείχαν στις ποδοσφαιρικές ομάδες της ΕΠΟΝ στον Πειραιά και την Αθήνα. Στην παρακάτω φωτογραφία μάλιστα ο γκολκίπερ της ένωσης διακρίνεται στην ομάδα της ΕΠΟΝ Αθηνών.


Ο δε Παπαγεωργίου συνελήφθη και βασανίστηκε άγρια από τους ΝΑΖΙ και κατά τύχη γλίτωσε την εκτέλεση. Κάνοντας κανείς μια βόλτα στο υπόγειο της Κομαντατούρ στην οδό Κοραή θα δει ότι στα κελιά της Γκεστάπο ήταν φυλακισμένοι πολλοί αντιστασιακοί που ακόμη και στους τοίχους των κελιών τους χάρασσαν τον δικέφαλο αετό:



Χαρακτηριστική και συνάμα τραγική φιγούρα της ΑΕΚ και του αγώνα ενάντια στους ΝΑΖΙ αποτέλεσε και ο ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ Σπύρος Κοντούλης. Ο Κοντούλης όπως και πολλοί άλλοι ποδοσφαιριστές της ΑΕΚ είχε αντιστασιακή δράση και μάλιστα σε ποικίλες περιπτώσεις η διοίκηση της ομάδας προσπαθούσε να αποτρέψει την εκτέλεση των ποδοσφαιριστών της. Ο Κοντούλης τον Απρίλιο του 1944 συνελήφθη από γερμανική περίπολο στην περιοχή του Πεδίου του Άρεως και μεταφέρθηκε στις φυλακές του Χαϊδαρίου. Εκεί συνάντησε τον αδελφό του Βασίλη που εκτελέστηκε και τον συμπαίκτη του στην ΑΕΚ Κώστα Χριστοδούλου που βασανίστηκε φρικτά πριν τον αφήσουν ελεύθερο. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους ο Κοντούλης και άλλοι συναγωνιστές του οδηγήθηκαν με ένα καμιόνι προς το σκοπευτήριο της Καισαριανής για να εκτελεστούν. Προσπαθώντας να αποδράσει στη διαδρομή, στην περιοχή του Μετς, πήδηξε από το όχημα που τον μετέφερε. Οι Γερμανοί στρατιώτες τον αντιλήφθηκαν και τον πυροβόλησαν στην πλάτη όπου και άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 29 ετών. Στη φωτογραφία παρακάτω με τη φανέλα της ΑΕΚ:


Ύμνος
Ακόμη και ο ύμνος της ομάδας αντικατοπτρίζει μια λαϊκότητα και μια γνησιότητα. Το μπουζούκι του Στέλιου Καζαντζίδη συνδυασμένο με τη φωνή του Μίμη Παπαϊωάννου ενός φτωχόπαιδου από την Ημαθία που παίζοντας 20 χρόνια μπάλα στην ΑΕΚ έμαθε τι σημαίνει προσφυγιά και την τραγούδησε, αναδεικνύουν το πώς έβλεπε ο κόσμος την ομάδα. Σε αντίθεση με ύμνους άλλων ποδοσφαιρικών ομάδων όπως πχ του Παναθηναϊκού που τον ύμνο του τραγούδησε ο Βογιατζής ο οποίος από το 1958 έως το 1962 ήταν επίσημος τραγουδιστής των ανακτόρων, ο ύμνος της ΑΕΚ τραγουδήθηκε από το Μίμη Παπαϊωάννου και το Στέλιο Καζαντζίδη, δύο ανθρώπους που ήταν δεμένοι με τα φτωχότερα λαϊκά στρώματα μέσα από τις τέχνες τους. Ο ένας μέσα από την μπάλα και ο άλλος μέσα από το τραγούδι.
https://www.youtube.com/watch?v=Z3Ae5UDCf24


Ακόμη και μέσα στη Χούντα ο κόσμος της ΑΕΚ δε φοβόταν να σηκώσει πανό σαν το παρακάτω:


Πλήθος τραγουδιών όμως που γράφτηκαν γι αυτή την ομάδα κινείται στο ίδιο μοτίβο. Το μουσικό είδος μπορεί να αλλάζει όμως το κύριο περιεχόμενο των στίχων, αφορά στην προσφυγιά και το δέσιμο του κόσμου με την ομάδα που δε βασίζεται σε εύκολους τίτλους και φτηνές δόξες αλλά σε ακριβές αναμνήσεις και όμορφα όνειρα:
https://www.youtube.com/watch?v=_1BdJD1uGtY
https://www.youtube.com/watch?v=FElWcUDhT4Y
https://www.youtube.com/watch?v=Rbpc2ThBVUU
https://www.youtube.com/watch?v=VxEEajTnuQg
https://www.youtube.com/watch?v=EgHpcLpXqyI&t=75s

Σκεπαστή
Ένα άλλο σημείο αναφοράς των οπαδών της ΑΕΚ ήταν και η Σκεπαστή κερκίδα που φτιάχτηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Αποτέλεσε την πρώτη διώροφη κερκίδα στην Ελλάδα και για δεκαετίες στέγασε πλήθος από πάνκηδες, μεταλάδες και μαλλιάδες που εκτός από τη μουσική και τον αντιφασισμό, γούσταραν και το ποδοσφαιρικό αουτσάιντερ της Αθήνας που όταν ήθελε ξυπνούσε και υποσκέλιζε τους κοκκινοπράσινους αιώνιους. Πλήθος αεκτζήδων βρέθηκε στη συναυλία του Ρόρυ Γκάλαχερ στο γήπεδο της ΑΕΚ στη Νέα Φιλαδέλφεια το 1981 και συγκρούστηκε μανιασμένα με τις δυνάμεις καταστολής όταν αυτές εισήλθαν στο γήπεδο για «προληπτικούς λόγους». Το γήπεδο μετατράπηκε σε πεδίο μάχης ανάμεσα σε ροκάδες της εποχής και τα ΜΑΤ. Η κατάσταση ξέφυγε, ο Γκάλαχερ φυγαδεύτηκε και οδοφράγματα στήθηκαν στη Δεκελείας όπου νεολαίοι της εποχής που ήξεραν τα λημέρια της περιοχής συγκρούστηκαν με την αστυνομία λόγω της αναίτιας παρουσίας της σε μια μουσική συναυλία στο γήπεδο της ΑΕΚ. «Κάηκε η Νέα Φιλαδέλφεια από τους ροκάδες», έγραφαν την επόμενη μέρα οι εφημερίδες της εποχής, ενώ στα αμέσως επόμενα χρόνια στα ματς της ΑΕΚ βρίσκονταν όλο και περισσότεροι από αυτούς τους ροκάδες που έφτιαχναν μια πολύ δυνατή ατμόσφαιρα για τα χρόνια της εποχής:





Αδελφοποίηση με Μαρσέιγ και Λιβόρνο
Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο οι οπαδοί πολλών ομάδων αδελφοποιούνται μεταξύ τους αν οι ομάδες τους έχουν κοινές αναφορές και κοινή οπτική πάνω στο ποδόσφαιρο και το οπαδικό κίνημα. Η Original 21, ο μεγαλύτερος σύνδεσμος οργανωμένων οπαδών της ΑΕΚ, είναι εδώ και πολλά χρόνια αδελφοποιημένος με τους αντιφασίστες οπαδούς της Μαρσέιγ και της Λιβόρνο. Την ώρα που οι οπαδοί του Ολυμπιακού είναι αδελφοποιημένοι με τους φασίστες του Ερυθρού Αστέρα, οι οπαδοί της ΑΕΚ δείχνουν να έχουν άλλες προτιμήσεις. Σε πλήθος περιπτώσεων οπαδοί της Μαρσέιγ έχουν συγκρουστεί με ακροδεξιούς οπαδoύς άλλων ομάδων όπως το ίδιο έχει γίνει κατά καιρούς και με οπαδούς της Λιβόρνο που έχουν μια χρόνια κόντρα με τους φασίστες της Λάτσιο. Οπαδοί των ΑΕΚ-Μαρσέιγ-Λιβόρνο έχουν σχέσεις μεταξύ τους όσον αφορά το οπαδικό και ιδεολογικό κομμάτι και σε πλήθος περιπτώσεων αλληλοστηρίζονται όταν η μία ομάδα παίζει στη χώρα της άλλης. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Ολυμπιακός αγωνίστηκε ενάντια στη Μαρσέιγ το 2011, οι οπαδοί της τελευταίας σήκωσαν στο τεράστιο πέταλο του γηπέδου τους το πακάτω πανό:

Και άλλες φωτο με οπαδούς της ΑΕΚ, της Μαρσέιγ και της Λιβόρνο:


Η αδελφοποίηση αυτών των τριών συνδέσμων οπαδών με τα αντιφασιστικά χαρακτηριστικά και την απόρριψη του “no politica” είναι πραγματικά πολύ σημαντική σε μια περίοδο που οι νεοναζί κάνουν κουμάντο σε πάρα πολλές κερκίδες. Τα αντιφασιστικά αντανακλαστικά του κόσμου της ΑΕΚ φάνηκαν ιδιαίτερα μάλιστα όταν ο Γιώργος Κατίδης (ποδοσφαιριστής της ΑΕΚ το 2012) τόλμησε να πανηγυρίσει γκολ του υψώνοντας το χέρι του ναζιστικά:

Μετά από αυτή την εμετική του κίνηση δέχθηκε τέτοια κατακραυγή από τον κόσμο της ΑΕΚ που αναγκάστηκε να φύγει και να μην ξαναπαίξει στην ομάδα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι οπαδοί της ΑΕΚ διατηρούν πολύ καλές σχέσεις και με τους αντιφασίστες οπαδούς της γερμανικής St.Pauli, γνωστής για το αριστερό-αναρχικό στοιχείο στις κερκίδες της:


Αντιπολεμικό ταξίδι στο Βελιγράδι
Γνωρίζοντας τον πόνο και τον ξεριζωμό που γεννά ο πόλεμος, η ΑΕΚ βρέθηκε στο Βελιγράδι το 1999 προκειμένου να στείλει αντιπολεμικό μήνυμα. Την ώρα που το ΝΑΤΟ βομβάρδιζε αμάχους και η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα έντονη και τραγική, η ΑΕΚ ταξίδεψε στη Σερβία προκειμένου να δώσει φιλικό παιχνίδι με την Παρτιζάν με απώτερο σκοπό να σταλεί ένα μήνυμα για το σταμάτημα του πολέμου. Εκτός όμως από την ποδοσφαιρική ομάδα που ταξίδεψε με κάποιες υποτυπώδεις εγγυήσεις ασφάλειας, οι οπαδοί της ομάδας μετέβησαν στο Βελιγράδι με πούλμαν διασχίζοντας μια περιοχή που εκείνη την εποχή κουβαλούσε βία, πόνο και αίμα. Έφτασαν. Το παιχνίδι όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ καθώς ο ενθουσιασμένος με το γεγονός κόσμος πλημμύρισε το γήπεδο και σήκωσε αντιπολεμικά πανό και σημαίες. Αυτό που συνέβη το 1999 είναι ένας από τους λόγους που μας αρέσει αυτή ομάδα και που την καθιστά σημαντική. Το ποδόσφαιρο ως τέτοιο σε ποικίλες περιπτώσεις έχει λειτουργήσει ενωτικά. Όταν σε αυτή την αξιοποίηση του ποδοσφαίρου η ομάδα σου πρωταγωνιστεί, έχεις ένα λόγο παραπάνω να χαίρεσαι που την υποστηρίζεις:



Antifa κερκίδα

Μέχρι σήμερα η κερκίδα της ΑΕΚ και οι οπαδοί της εκπέμπουν ένα δυναμικό και ριζοσπαστικό στοιχείο. Τα μαζέματα τροφίμων για πρόσφυγες, η αποτροπή φασιστών να ανοίξουν γραφεία από το Περιστέρι μέχρι τα Γρεβενά, η συμμετοχή στην αντιπαγκοσμιοποιητική διαδήλωση στη Γένοβα το 2001, το κράξιμο στο Μελισσανίδη για την κατάθεση στεφάνου στην κηδεία Ψωμιάδη, η συνέχιση της αδελφοποίησης με τους αντιφασίστες της Μαρσέιγ και της Λιβόρνο, οι σημαίες της Παλαιστίνης στο πέταλο, οι ανακοινώσεις και οι πορείες για το ΟΧΙ το καλοκαίρι του '15, η ενσωμάτωση προσφυγόπουλων στο τμήμα άρσης βαρών και πάλης, το φιλικό παιχνίδι με την εθνική αστέγων, οι ανακοινώσεις αλληλεγγύης στην οικογένεια Φύσσα,το φιλικό παιχνίδι των νέων της ομάδας μπάσκετ της ΑΕΚ με τη Γενική Ένωση Παλαιστίνιων Φοιτητών, τα πανό για την 6η Δεκέμβρη και τον δολοφονημένο Γρηγορόπουλο και οι καταθέσεις στεφάνου στην επέτειο του Πολυτεχνείου, δεν είναι παρά λίγα από τα πεπραγμένα των οπαδών της ΑΕΚ τα τελευταία χρόνια. Μια κερκίδα με ρίζες και ιστορία. Μια κερκίδα με οπαδούς που είδαν να καίγονται αυτοκίνητά τους παλιότερα επειδή τόλμησαν να τα βάλουν με μαφιόζικες διοικήσεις της ομάδας. Μια κερκίδα που δε μάσαγε τα λόγια της και ενσάρκωνε το «είναι διαφορετικό να είσαι ΑΕΚ» όχι ως άλλοθι για την απώλεια τίτλων, αλλά ως οδικό χάρτη για να συνεχίσουμε να αγαπάμε την ομάδα για το ιστορικό φορτίο που κουβαλά. Ένα φορτίο που διαπερνιέται από δυσκολίες, αγώνες και πολύ συναίσθημα…




Να ενημερώσουμε λοιπόν όλους τους αυτόκλητους σωτήρες και τους προβεβλημένους ηγέτες ότι αυτή την ΑΕΚ μάθαμε και αγαπήσαμε από μικρά παιδάκια. Όχι την ΑΕΚ των χορηγών, των ισολογισμών και των ακριβών γραφείων. Την ΑΕΚ της φλεγόμενης σκεπαστής, της μικρασιάτισσας γριάς με το κασκόλ στη πλημμυρισμένη από βροχή Φιλαδέλφεια και της συσπειρωμένης ομάδας που γνωρίζει το βάρος της φανέλας, ξέραμε, ξέρουμε και θα ξέρουμε. Και αυτή την ΑΕΚ θα υπερασπιστούμε κόντρα σε όσους επιχειρήσουν να κάνουν τους οπαδούς της ΑΕΚ υπαλλήλους. Δεν υπήρξαν ποτέ τέτοιοι και δε θα γίνουν.

ΑΕΚ σημαίνει προσφυγιά ξεριζωμένη.

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Να μη σβήσει αυτό που σιγοκαίει



Μια χρονιά πέρασε και αν αναλογιστεί κανείς το πόσο άδεια και κατώτερη των περιστάσεων φάνηκε η αντικαπιταλιστική αριστερά στη χώρα μας, ίσως αρχίσει να σκέφτεται ότι όλα τελείωσαν. Κάπου εκεί φαντάζουν δελεαστικά τα τυράκια της ανασφάλιστης και φθηνής εργασίας, του αποστιγματισμού από τη συλλογική πάλη και της μετανάστευσης. Βέβαια υπάρχει και άλλη μία πρόταση η οποία έρχεται τελευταία και καταϊδρωμένη. Αυτή της συνέχισης του αγώνα για μια ζωή χωρίς φτώχεια, πολέμους και ρατσισμό.

Υιοθετώντας κανείς την τελευταία πρόταση και ανασύροντας όλα τα ψυχικά και σωματικά αποθέματα δύναμης που απαιτεί μια τέτοια επιλογή μέσα στο συνεχιζόμενο μνημονιακό φόντο, οι ιστορικές εμπειρίες αποτελούν την καλύτερη πυξίδα. Όχι για να κάνουμε μια μηχανιστική και αλλοπρόσαλλη μεταφορά πολιτικών συμπερασμάτων του τότε στο σήμερα αλλά για να δούμε αν τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν σε διάφορες περιόδους ύφεσης του εργατικού κινήματος από την επαναστατική αριστερά, μπορούν να μας βοηθήσουν στη ζωή μας σήμερα. Μια ζωή που την έχουν φυλακίσει στον καπιταλισμό του σήμερα, με τις εμπειρίες του σήμερα και τα αδιέξοδα του σήμερα. Όχι σε ιδεατές πραγματικότητες που ανταποκρίνονται στα επαναστατικά θέλω μας και στην κομμουνιστική βιβλιογραφία χωρίς να απαντούν στις άμεσες ανάγκες. Άλλωστε η ουσία της θεωρίας είναι να διευκολύνει την πράξη. Όχι να την περιπλέκει εγκλωβίζοντάς την σε καθαρά καλούπια. Δεν ψάχνουμε για αγίους και θαύματα, ψάχνουμε για κομμουνιστές και μεταβάσεις.

Ο Λένιν με μόλις δέκα λέξεις είχε περιγράψει την κατάσταση που επικράτησε στη ρώσικη αριστερά μετά την ήττα του 1905: «Κατάπτωση, αποθάρρυνση, διασπάσεις, σκόρπισμα, αποστασία, πορνογραφία στη θέση της πολιτικής». Δε θα κάνουμε την παρακινδυνευμένη έως επικίνδυνη αναλογία και ταύτιση του 1905 με το ελληνικό 2015 όσο και αν μπαίνουμε στον πειρασμό καθώς η αριστερά στην Ελλάδα παρουσιάζει τα ίδια ακριβώς συμπτώματα. Μιλάμε για διαφορετικές καταστάσεις, διαφορετικά επίδικα και διαφορετικά καθήκοντα. Το ίδιο όμως και στις δύο περιπτώσεις παραμένει η ουσία της ταξικής πάλης και οι αντανακλάσεις της εκάστοτε έκβασής της στον παράγοντα που μπορεί να αλλάξει την ιστορία, δηλαδή την εργατική τάξη και τις πολιτικές εκπροσωπήσεις της. Μετά την επικράτηση του ΟΧΙ το καλοκαίρι του 2015 και τη μεταστροφή του σε ΝΑΙ από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που ανέλαβε το ρόλο του καλύτερου εγγυητή του συστήματος και της μη εκτράχυνσης της κατάστασης, η αριστερά που επέμεινε στο δρόμο της ρήξης, φάνηκε να μπαίνει στο λούκι που περιέγραφε ο Λένιν 100 χρόνια πριν. Μικροηγεμονισμοί, αναζητήσεις καθαρών χεριών, στοχοποιήσεις συντρόφων, επιστροφή στη θεωρητική γωνία, διαδικτυακές αλληλοκατηγορίες και παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που διαπέρασαν τους ανθρώπους της αριστεράς σε διαπροσωπικό επίπεδο μέσα σε όλο το 2016. Ένα μείγμα απογοήτευσης, αγανάκτησης και μίσους χωρίς κεντράρισμα και συνολικό ξεκαθάρισμα στο κεφάλι του/της καθενός/μιας.

Το ακόμη χειρότερο είναι η συλλογική αναπαράσταση αυτής της παθογενούς και αδιέξοδης λογικής σε επίπεδο πολιτικών οργανώσεων, συλλογικοτήτων και μετώπων. Εύκολες είσοδοι και έξοδοι από μετωπικά εγχειρήματα, περιορισμένες συζητήσεις βάσης και παραγωγής γραμμής σε υπό διαμόρφωση μέτωπα, έτοιμες τεχνοκρατικές λύσεις χωρίς πολιτικό περιεχόμενο και απροθυμία στη συγκέντρωση πολιτικής δύναμης είναι μερικά από τα συμπτώματα όχι των ανθρώπων, αλλά των οργανώσεών τους. Κάπως έτσι ξεπήδησαν τα πολύ εύκολα συμπεράσματα του τύπου «μα ο κόσμος δεν ξεσηκώνεται», τα οποία οδηγούν στον πολύ βολικό σχεδιασμό του αέναου απολογισμού της προηγούμενης περιόδου, της έναρξης μιας μακράς περιόδου ανασυνθέσεων και ανακατατάξεων στην αριστερά και της εκ νέου προσέγγισης της νέας περιόδου που ανοίγεται. Όλα αυτά την ώρα που το τρίτο μνημόνιο οργιάζει πάνω από τα κεφάλια μας εξαθλιώνοντας την κοινωνία και κλείνοντας το μάτι στο τέταρτο για να την αποτελειώσει. Όλα αυτά την ώρα που ιδιωτικοποιείται το σύμπαν, που οι τράπεζες κατάσχουν τα σπίτια των ανθρώπων, που η κοινωνική ασφάλιση καταρρέει και που ετοιμάζεται η πλήρης αποσάρθρωση των εργασιακών σχέσεων. Η αλήθεια είναι ότι η αριστερά νοσεί. Το ζήτημα είναι αν θες να χτυπήσεις τη νόσο και να βγεις στο δρόμο ή αν θες να την αντικαταστήσεις με άλλη νόσο και να μείνεις σπίτι σου διαβάζοντας παρ’ όλα αυτά μαρξισμό.

Αυτή τη στιγμή η ανάγκη δεν εστιάζει ούτε σε πεφωτισμένες ηγεσίες που είναι αποκομμένες από τις μάζες, ούτε στις μάζες που αδιαφορούν για τις ηγεσίες. Και οι δύο προσεγγίσεις μεμονωμένες οδηγούν σε ένα φαύλο κύκλο αδιεξόδων που αναζητούν λύσεις γύρω από το φάντασμά τους. Δεν υπάρχει κανείς που μπορεί να πείσει την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα ότι μπορεί να τους δώσει λύση επιμένοντας σε ένα τεχνοκρατικό πρόγραμμα μετάβασης σε άλλο νόμισμα χωρίς αυτό να είναι δεμένο με ένα συνολικό μεταβατικό πρόγραμμα ταξικής αντεπίθεσης. Δεν υπάρχει επίσης κανείς που να μπορεί να πείσει την κοινωνική πλειοψηφία ότι μπορεί να εμπλακεί σε μια χειραφετητική διαδικασία χωρίς να την επερωτά για το διακύβευμα της κεντρικής πολιτικής διεξόδου. Ο αόριστος κινηματισμός που αναλώνει δυνάμεις σε διάφορα μεμονωμένα εγχειρήματα που είναι μεν αξιόλογα αλλά με συγκεκριμένα όρια και δυνατότητες δεν απαντάει στη συγκεκριμένη επίθεση του συστήματος με τα αντίστοιχα αόριστα όρια και δυνατότητες.

Είναι μείζον το να αναπτυχθεί μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις οργανωμένες δυνάμεις της αριστεράς με τις καταπιεσμένες μάζες της κοινωνίας προκειμένου να διαμορφωθούν οι όροι της δικής μας αντεπίθεσης και όχι οι συνθήκες της δικής μας αλληλοεξόντωσης. Από τις ήττες πρέπει να βγάζουμε συμπεράσματα για το πώς θα νικήσουμε την επόμενη φορά και όχι γιατί ήμασταν καταδικασμένοι να χάσουμε την προηγούμενη. Ο Λένιν μετά το 1905 έγραφε ότι «η ήττα δίνει στα επαναστατικά κόμματα και στην επαναστατική τάξη ένα πραγματικό και ωφελιμότατο μάθημα, μάθημα ιστορικής διαλεκτικής, μάθημα κατανόησης, ικανότητας και τέχνης για τη διεξαγωγή του πολιτικού αγώνα» ενός αγώνα που την επόμενη φορά πρέπει να γίνει «πιο πλατιά, πιο σωστά και πιο δραστήρια». Η ταύτιση της μούρης μας με αυτή του Λένιν θα ήταν ανεδαφική και αστεία. Η αξιοποίηση όμως των συμπερασμάτων του Λένιν για το σύγχρονο προχώρημα των δικών μας αγώνων επιβάλλεται. Η ταξική ανάλυση, η συγκέντρωση πολιτικής δύναμης, η ενιαιομετωπική λογική, η μεταβατική αντίληψη και η οργανωτική ανασυγκρότηση γύρω από τα αιτήματα του κόσμου για ψωμί, γη και ειρήνη θα είναι για πάντα επίκαιρες.

Όταν δε θα υπάρχουν φθηνοί και φτωχοί εργάτες, απολυμένοι, καταπιεσμένοι, άστεγοι και άποροι άνθρωποι, εξαθλιωμένοι και κατατρεγμένοι πρόσφυγες, τότε σίγουρα θα ζούμε μια άλλη ζωή. Μέχρι να αγγίξουμε όμως αυτή τη ζωή πρέπει να παλέψουμε στην υπάρχουσα μαζί με όλους τους παραπάνω με γνώμονα τα συμφέροντά τους. Αν δεν το κάνουμε θα πρέπει να απολογηθούμε. Όχι για την κατάντια μας, αλλά για τη δειλία μας να την αποτρέψουμε. Και η αποτροπή της κατάντιας δεν είναι η ζωή. Είναι απλώς το πρώτο βήμα.

Ας το κάνουμε το 2017. Κλείνει ένας αιώνας από τη ρώσικη έφοδο στον ουρανό.

Κάτι θα μας έμεινε σε αυτά τα 100 χρόνια…

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Η ξεχασμένη ιστορία του ελληνικού Τροτσκισμού



“Πάμε Ακροναυπλία γι αρχή μ’ αψηφισιά
για κάποιους μοναξιώτες μ’ ένα φεγγίτη μοιρασιά.
Θυμάμαι από τη Θήβα έναν λεβέντη γιατρό
η «ΟΠΛΑ» του χε τάξει να τον βρούνε μισερό.
Τον βρήκαν κρεμασμένο θα ‘βγαινε σε ένα μήνα
και κλέψαν το τεφτέρι του που θα ‘δινε στον Στίνα.
Να σε πάω Ικαρία, Μακρόνησο ή Γυάρο
για τη σιωπή μου εκεί κάποιοι με ‘λέγαν «Χάρο».”

Active Member, “Ο μπαρμπα Γιάννης και η απολησμονιά” (Το τραγούδι αναφέρεται στο Γιάννη Ταμτάκο, έναν τσαγκάρη τροτσκιστή από τη Θεσσαλονίκη που πρωτοστάτησε στους εργατικούς αγώνες της εποχής του)



Τα έβαλαν με τα σοσιαλδημοκρατικά και γραφειοκρατικά στοιχεία του ΣΕΚΕ αρχικά και του ΚΚΕ αργότερα. Επέμειναν στο να ενταχθεί το ΣΕΚΕ στην Κομμουνιστική Διεθνή και να μετονομαστεί σε ΚΚΕ. Αποτέλεσαν το βασικό θεωρητικό οπλοστάσιο του νεοσύστατου τότε κόμματος. Ήλεγχαν αρκετά σωματεία και συμμετείχαν στις μεγαλύτερες εργατικές κινητοποιήσεις του μεσοπολέμου με αποκορύφωμα το Μάη του ’36 στη Θεσσαλονίκη. Εξέδιδαν εργατικές εφημερίδες και μαρξιστικά βιβλία. Διώχθηκαν από τη δικτατορία του Παγκάλου, από το βενιζελικό Ιδιώνυμο, από τη δικτατορία του Μεταξά, από τις κατοχικές δυνάμεις και τις δωσίλογες κυβερνήσεις τους και σφαγιάστηκαν από την ΟΠΛΑ. Οι έλληνες τροτσκιστές αποτέλεσαν το πιο γνήσιο και ατόφιο κομμάτι του εγχώριου κομμουνιστικού κινήματος όταν αυτό ήταν ακόμη στη νιότη του. Σήμερα, όμως οι αγώνες που έδωσαν κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου και του Β’ΠΠ αντιμετωπίζονται με τραγικές συκοφαντίες και διαστρεβλώσεις. Η πίστη τους στη δύναμη της εργατικής τάξης, οι αναλύσεις τους για τον ελληνικό καπιταλισμό και η εμπλοκή τους στους εργατικούς αγώνες της περιόδου, τους δικαίωσαν. Το δυσανάλογο βάρος που είχαν αναλάβει στις πλάτες τους όμως, καθώς και το γεγονός ότι δεν το μοίρασαν μεταξύ τους τους τσάκισε.

Οι επαναστάτες μαρξιστές στο μεσοπόλεμο

Εμβληματική φιγούρα του ελληνικού τροτσκισμού αποτελεί ο Παντελής Πουλιόπουλος. Γεννήθηκε στη Θήβα το 1900 και έζησε εκεί μέχρι που τελείωσε το γυμνάσιο. Εν συνεχεία το 1919 εισάγεται στη Νομική Σχολή και οργανώνεται στο ΣΕΚΕ. Είναι φαντάρος κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου και αναπτύσσει έντονη αντιμιλιταριστική και αντιπολεμική δράση στη Μικρά Ασία συσπειρώνοντας γύρω του κομμουνιστικούς πυρήνες. Τυπώνει και μοιράζει προκηρύξεις αναδεικνύοντας τα πραγματικά αίτια του πολέμου στους φαντάρους. Η δράση του αυτή για την οποία και συνελήφθη, θα αποτελέσει τη βάση ώστε να παίξει ηγετικό ρόλο στο κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών αργότερα (1923-1925) το οποίο είχε πολύ μεγάλη κοινωνική απήχηση.

Ο Πουλιόπουλος, ένας μάχιμος δικηγόρος με απεριόριστη νομική υποστήριξη σε απεργούς και διωκόμενους εργαζόμενους, ένας διανοούμενος της αριστεράς με δυνατότητα να μιλά 10 γλώσσες και ένας κομμουνιστής που βρισκόταν σε διαρκή επαφή με την εργατική τάξη και το κίνημα, ήταν από τους πρώτους που εισηγήθηκε την μπολσεβικοποίηση του ΣΕΚΕ και την ένταξη στην Κομμουνιστική Διεθνή. Αποτέλεσε τον πρώτο εκλεγμένο Γενικό Γραμματέα του νεοσύστατου κομμουνιστικού κόμματος και αντιτάχθηκε σθεναρά στις σοσιαλδημοκρατικές τάσεις που υπήρχαν στο κόμμα. Με το ίδιο πάθος, όμως, αντιτάχθηκε και στη σταλινοποίηση των ΚΚ που προωθούνταν εκείνη την περίοδο από την Κομιντέρν. Όντας ένας αγωνιστής με μεγάλη μαρξιστική κατάρτιση μπορούσε να κατανοήσει τις διαμάχες που αναπτύσσονταν στη Μόσχα. Τον προβλημάτιζε η πορεία της ΕΣΣΔ και η γραφειοκρατία που γιγαντωνόταν. Συντάχθηκε με τον Τρότσκι και τη Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση κατανοώντας τις αντιφάσεις που αντιμετώπιζε η ΕΣΣΔ και την προβληματική κατεύθυνση που έπαιρνε έχοντας στην ηγεσία της τον Στάλιν.

Πριν συνδεθεί με τον Τρότσκι και ξεκινήσει να εκδίδει το περιοδικό «Σπάρτακος», διαγράφεται ως λικβινταριστής το 1927 από τη σταλινική πτέρυγα του ΚΚΕ που με τη συνδρομή της Κομιντέρν έχει γίνει κυρίαρχη. Μαζί με τους Σεραφείμ Μάξιμο, Παστία Γιατσόπουλο και Γιώργο Νίκολη αναλαμβάνουν να δράσουν σαν εξωκομματική αντιπολίτευση στο ΚΚΕ, αφότου διεγράφησαν. Μέχρι το 1934 προσπαθούσαν αντιπολιτευτικά να αναμορφώσουν το ΚΚΕ ασκώντας κριτική στην ηγεσία του και στις πολιτικές της. Τον Οκτώβριο του 1934, όταν έγινε σαφές ότι τα κομμουνιστικά κόμματα διεθνώς ήταν υπό τον πλήρη έλεγχο του σταλινισμού, ο Πουλιόπουλος συντάσσεται με τη γραμμή του Τρότσκι για την οικοδόμηση νέων επαναστατικών κομμάτων. Αυτή ήταν η δεύτερη διαφωνία των σπαρτακιστών (Πουλιόπουλος) με τους αρχειομαρξιστές (αρχικά ριζοσπάστες σοσιαλιστές και μετέπειτα τροτσκιστές που δρούσαν αυτόνομα από το ΚΚ). Οι αρχειομαρξιστές δρούσαν τελείως ανεξάρτητα από το ΚΚ ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’20 συσπειρώνοντας δυνάμεις γύρω από το περιοδικό που εξέδιδαν. Είχαν έντονη θεωρητική ενασχόληση και ισχυρές ρίζες σε σωματεία και συνδικάτα χωρίς όμως ποτέ να καταφέρουν να συνδέσουν την πρώτη με τις δεύτερες, παρά το ότι υπολογίζεται ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’20 ο αρχειομαρξισμός είχε περισσότερα μέλη από το ΚΚΕ. Οι τροτσκιστές που συσπειρώθηκαν γύρω από τον Πουλιόπουλο, θεωρούσαν διασπαστική και σεχταριστική την πολιτική λογική και τις πρακτικές των αρχειομαρξιστών. Η εναντίωση των τελευταίων στην οικοδόμηση νέων επαναστατικών κομμάτων που θα λειτουργούσαν αντιπαραθετικά στο σταλινισμό ήταν και ο λόγος που δεν κατάφεραν να συναντηθούν ούτε το ’34, παρότι αρκετοί αγωνιστές του αρχειομαρξισμού τον εγκατέλειψαν για να συνταχθούν με το νέο εγχείρημα του Πουλιόπουλου.

Η πάλη ενάντια στο Λαϊκομετωπισμό

Σε όλη τη δεκαετία του 1930, ο ελληνικός τροτσκισμός έδωσε τεράστιες πολιτικές μάχες ενάντια στην επίσημη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς η οποία εδώ και πολλά χρόνια είχε πάψει να λειτουργεί ως διεθνής ένωση κομμουνιστικών κομμάτων αλλά ως όργανο εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ. Με το πέρας της αριστερίστικης γραμμής της τρίτης περιόδου και τη θεωρία του σοσιαλφασισμού, ο Σταλινισμός πέρασε στη θεωρία των σταδίων και στα Λαϊκά Μέτωπα. Στην αντίληψη δηλαδή ότι δεν είναι ώριμες οι συνθήκες ώστε η εργατική τάξη να πάρει επαναστατικές πρωτοβουλίες και ότι προέχουν οι διαταξικές συμμαχίες με κομμάτια του προοδευτικού αστισμού. Το ΚΚΕ επικύρωσε αυτή την αντίληψη στην 6η Ολομέλεια της ΚΕ του το 1934. Συγκεκριμένα, υιοθέτησε την άποψη ότι η Ελλάδα είχε υπολείμματα μισοφεουδαρχικών σχέσεων και ότι αποτελούσε έναν ανολοκλήρωτο αστικοδημοκρατικό σχηματισμό γι αυτό προέκυπτε η ανάγκη παλλαϊκού αστικοδημοκρατικού ξεσηκωμού προκειμένου να ολοκληρωθεί ο ελληνικός καπιταλισμός. Αυτή η αναβολή του επαναστατικού καθήκοντος επ’ αόριστον και η καταδίκη των ΚΚ σε λύσεις εντός συστήματος, βρήκε απάντηση από τους επαναστάτες κομμουνιστές της περιόδου. Ο Πουλιόπουλος με το πολύ σημαντικό θεωρητικό του έργο «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα», απέδειξε ότι ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα έως το Μεσοπόλεμο είχε ολοκληρώσει τον αστικοδημοκρατικό του μετασχηματισμό και ότι χρέος των κομμουνιστών στην Ελλάδα είναι να οργανωθούν προκειμένου να καταλάβουν την εξουσία και να δημιουργήσουν την εργατική δημοκρατία των σοβιέτ. Κόντρα στη λογική των σταδίων επιχειρηματολόγησε υπέρ ενός προγράμματος που θα έβγαζε την εργατική τάξη στο προσκήνιο και θα την καθιστούσε καταλύτη των εξελίξεων.

Οι τροτσκιστές στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο Τρότσκι ήδη από το 1938 είχε διακρίνει τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του επερχόμενου πολέμου. Ο Β’ΠΠ πόλεμος δε θα ήταν ένας αντιφασιστικός πόλεμος αλλά ένας πόλεμος για το ξαναμοίρασμα του κόσμου. Αυτό αντικατοπτρίζεται στο τι σχέσεις ανέπτυξαν οι κυρίαρχες τάξεις με το φασισμό τη δεκαετία του ’30. Σε καμία περίπτωση όμως αυτό δε σημαίνει ότι ο Τρότσκι ταύτιζε την αστική δημοκρατία με το φασισμό. Αντίθετα ο σταλινισμός ήταν αυτός που μέχρι το 1933 υιοθετώντας τη θεωρία του σοσιαλφασισμού, ταύτιζε τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα με τα ναζιστικά με αποτέλεσμα τον αυτοκτονικό σεχταρισμό του ΚΚ Γερμανίας και την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Ο Τρότσκι υποστήριζε ότι οι εργάτες έχουν χρέος να αντιταχθούν στο φασισμό αξιοποιώντας τα δικά τους επαναστατικά όπλα και όχι γινόμενοι ακόλουθοι της αστικής τάξης.

Πάνω σε αυτή την άποψη του Τρότσκι, διαμορφώθηκαν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις του ελληνικού τροτσκισμού στο ζήτημα του του Β’ΠΠ. Η πρώτη ήταν αυτή του Πουλιόπουλου και των συντρόφων του που υποστήριζαν ότι παρά την υπερίσχυση των πατριωτικών συνθημάτων έναντι των ταξικών εντός του ΕΑΜ, η κυρίαρχη τάξη φοβάται το αντικαπιταλιστικό αίσθημα που κρύβεται στις τάξεις του και που γεννιέται από τη διαρκή αποσύνθεση και κατάρρευση του καπιταλιστικού συστήματος. Η οργάνωση του Πουλιόπουλου αναγνώριζε ότι πίσω από τον εθνικοπατριωτικό λόγο του ΕΑΜ υπήρχε μια τεράστια μάζα αγωνιστών που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να δράσει κάτω από τελείως διαφορετικά συνθήματα. Μια μάζα φτωχών ανθρώπων που δεν πάλευαν για το έθνος αλλά για τη διεκδίκηση μιας άλλης κοινωνίας. Αυτός ήταν και ο λόγος που το ρεύμα του Πουλιόπουλου κατέκρινε την ηγεσία του ΕΑΜ για τις αυταπάτες που έσπερνε στην εργατική τάξη ωραιοποιώντας στα μάτια της τον αγγλοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Για τους έλληνες επαναστάτες μαρξιστές της περιόδου η πάλη ενάντια στο φασισμό δεν ήταν αποκομμένη από τον αντικαπιταλιστικό αγώνα.

Η δεύτερη προσέγγιση ήταν αυτή του Άγι Στίνα που απέρριπτε εξαρχής την εμπλοκή στην αντίσταση. Ενστερνιζόμενος την αντίληψη του επαναστατικού ντεφετισμού, ο Στίνας και οι σύντροφοί του υποστήριζαν ότι εφόσον μιλάμε για έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο από όλες τις πλευρές, δεν έχει κανένα νόημα η σύνταξη των ελλήνων κομμουνιστών στο πλευρό της μιας από τις αντιμαχόμενες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αντίθετα προέκρινε τη συναδέλφωση των ελλήνων με τους ξένους στρατιώτες και την εναντίωσή τους στην πολεμική μηχανή. Ο Στίνας αρνιόταν να δει το μαζικό χαρακτήρα και τη λαϊκή βάση του ΕΑΜικού κινήματος. Επιχειρηματολόγησε ορθά για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου με βάση τα οικονομικά κριτήρια, υποτιμώντας όμως τα πολιτικά χαρακτηριστικά της πολεμικής σύγκρουσης των δύο αντιμαχόμενων πλευρών.

Πάρα πολλοί Τροτσκιστές παρά τη σκληρή και σωστή κριτική στην ηγεσία του ΕΑΜ πήραν μέρος στο αντιστασιακό κίνημα. Άλλοτε το έκαναν φανερώνοντας την πολιτική τους ταυτότητα και άλλοτε δρώντας μυστικά γνωρίζοντας την εχθρότητα του ΚΚΕ απέναντι στον τροτσκισμό αλλά και σε κάθε τι που αμφισβητούσε την ορθοδοξία του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Σταύρος Βερούχης ο οποίος είχε θέσει ανοιχτά από το 1943 το ζήτημα του οργανωμένου περάσματος των τροτσκιστών στη στρατιωτική δράση. Συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση και είχε εκλεγεί εθνοσύμβουλος της ΠΕΕΑ (Κυβέρνηση του Βουνού). Όλα αυτά όμως μέχρι να δολοφονηθεί το 1944 από σταλινικά στελέχη που γνώριζαν την ταυτότητά του. Άλλο παράδειγμα αποτέλεσε το κόμμα του Θ.Αποστολίδη (το οποίο βρισκόταν κοντά στον τροτσκισμό) που ζήτησε να συμμετάσχει στο ΕΑΜ για να λάβει την άρνηση της ηγεσίας του ΚΚΕ. Θετική στάση απέναντι στην αντίσταση κράτησαν και οι αρχειομαρξιστές που κρύβοντας την ταυτότητά τους εντάχθηκαν στο ΕΑΜ. Έγιναν όμως πολύ εύκολα θύματα της επιθετικότητας της ηγεσίας του ΚΚΕ και πολλοί από αυτούς δολοφονήθηκαν.

Η λασπολογία, η τρομοκρατία, η ποινικοποίηση των διαφωνιών και οι δολοφονίες ήταν τα συνηθέστερα μέσα για την αντιμετώπιση των τροτσκιστών εκείνη την εποχή. Ο ίδιος ο Νίκος Ζαχαριάδης κατηγορούνταν για τη δολοφονία του αρχειομαρξιστή Ηλία Γεωργοπαπαδάτου ήδη από το 1927. Μπορεί να φανταστεί κανείς το τι συνέβη στα χρόνια του πολέμου. Πάρα πολλοί τροτσκιστές δολοφονήθηκαν από την ΟΠΛΑ. Οι οικογένειές τους, όμως, με υπόδειξη των τροτσκιστικών οργανώσεων δεν προέβησαν σε μηνύσεις θεωρώντας τις δολοφονίες ως ενδοταξική διαμάχη που δεν πρέπει να δώσει τροφή στον εχθρό.

Συμπεράσματα

Ο ελληνικός τροτσκισμός δεν κατέβηκε από τον ουρανό. Αντικατόπτριζε τις διαμάχες που επικρατούσαν εκείνη την εποχή στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα με επίκεντρο τη Μόσχα. Οι επαναστάτες μαρξιστές της εποχής δεν μπορούσαν να συμβιβάσουν την πολιτική τους ταυτότητα και τους αγώνες τους με τη σταλινική γραφειοκρατία και τη διαστρέβλωση του μαρξισμού. Ρίχτηκαν στους εργατικούς αγώνες της εποχής τους, ανέπτυξαν θεωρητική επεξεργασία και προσπάθησαν να στήσουν οργανώσεις. Πολύ λίγοι στον αριθμό, αλλά έτοιμοι για μεγάλες μάχες, αφοσιώθηκαν στην ταξική πάλη και στο χειραφετητικό πρόταγμα διεκδικώντας μια άλλη κοινωνία. Σήμερα, μέσα από τα σωστά τους και τα λάθη τους, μας έχουν αφήσει την κληρονομιά του ενιαίου μετώπου, του μεταβατικού προγράμματος και του διεθνισμού, μακριά από λογικές περιχαράκωσης και αναζήτησης της απόλυτης αλήθειας. Με τον ίδιο τρόπο που ο Παντελής Πουλίοπουλος κοίταζε τους Ιταλούς φαντάρους στο εκτελεστικό απόσπασμα και τους καλούσε στη γλώσσα τους να μην τον εκτελέσουν στο όνομα του αντιφασισμού και της διεθνιστικής αλληλεγγύης, πρέπει να προτάξουμε τους ταξικούς αγώνες απέναντι στις λογικές της εθνικής συμφιλίωσης και της πατρίδας. Τότε ίσως να αποφύγουμε κάποιες από τις τραγωδίες του παρελθόντος. Τότε ίσως φτάσουμε πιο κοντά σε μια κοινωνία διαφορετική.

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Ρυτίδα στους δρόμους



Ρυτίδα. Χαρακιά που αφήνει ο χρόνος στο πρόσωπο και στην ψυχή. Στο κενό της σφηνώνουν αναμνήσεις ή δραπετεύουν ιστορίες.

Τον είδαμε πεσμένο και αβοήθητο στο πλάι του πεζοδρομίου στα Προπύλαια. Κοίταζε σα χαμένος το πλήθος που περνούσε βιαστικά. Πατημένα 75. Όμως ο ίδιος δεν μπορούσε να πατήσει, ούτε για να σηκωθεί, να κάνει ένα βήμα. Δεν έδειχνε ρακένδυτος ή επαίτης. Ήταν ένας καλοβαλμένος παππούς που κοίταζε τον κόσμο αμήχανα να τον προσπερνά παρότι είχε σωριαστεί στην άκρη του πεζοδρομίου. Ή το άγχος της πτώσης τού αδρανοποίησε τη σκέψη ή η αδιαφορία των γύρω τού προκάλεσε τον παραλυτικό θαυμασμό ή η υπερβολική αξιοπρέπειά του τον έκανε να μη θέλει να παρακαλέσει για το προφανές. Για ένα χέρι να τον σηκώσει. Έστεκε ανάσκελα και απλώς κοίταζε αμήχανα.

Τον πλησιάσαμε, και τον ρωτήσαμε αν είναι καλά. Βάλαμε τα χέρια μας ανάμεσα από τα δικά του και τον σηκώσαμε. Έκατσε στο κοντινότερο παγκάκι. «Είστε καλά;» τον ρωτούσαμε με τη φίλη μου. Μας κοίταξε μέσα από τα γυαλάκια του με μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Έδειξε με το χέρι του το πόδι του και σήκωσε το μπατζάκι του παντελονιού του. Είχε γδαρθεί το γόνατό του. «Θέλετε να σας βοηθήσουμε να πάτε σπίτι; Που μένετε;». «Μένω κοντά, Χαλκοκονδύλη» απάντησε, ξαναζωντανεύοντας το μυαλό του μετά από κάποιες ερωτήσεις που του κάναμε. «Θέλετε να τηλεφωνήσουμε σε κάποιον οικείο σας ή στα παιδιά σας να σας βοηθήσουν να γυρίσετε σπίτι;» τον ρωτήσαμε ξανά. «Ποια παιδιά μου, δεν υπάρχει κανείς» ψέλισε σα να μην ήθελε να ακούσουμε αυτό που είπε. Σαν να μην ήθελε να τον δούμε ξαπλωμένο και ταπεινωμένο, όπως ο ίδιος νόμιζε, πριν 5 λεπτά. «Και πώς θα γυρίσετε;» τον ρωτήσαμε ξανά. Ξαφνικά βάζει δύναμη, κρατιέται από το χέρι μου και σηκώνεται παρότι έδειχνε να πονά μόνο που στεκόταν όρθιος. «Μπορώ να γυρίσω μόνος μου» είπε και πάλι μέσα από τα δόντια του προσπαθώντας να το πιστέψει και ο ιδιος. Άρχισε να μισοπερπατάει και να χάνεται στην άκρη του δρόμου ανάμεσα σε ένα πλήθος που κοιτάει τη δουλειά του. Σε ένα πλήθος που έχει μάθει να μην μπλέκει και να φροντίζει να φτάνει παντού στην ώρα του. Σε ένα πλήθος που η ζωή του είναι τόσο τραγικά προβλέψιμη ώστε ακόμη και τα βήματά του μοιάζουν αυτοματοποιημένα.

Δεν ξέρω αν ο παππούλης έκανε ασκήσεις θάρρους ή αν όντως μπορούσε να περπατήσει μέχρι το σπίτι του. Ξέρω ότι η μοναξιά και η εγκατάλειψη των δυνάμεων των ανθρώπων που ο χρόνος τους φόρεσε ρυτίδες, είναι η πιο άρρωστη επινόηση του θεού στον οποίο ακουμπάει τις ελπίδες της η τρίτη ηλικία. Δεν ξέρω αν ο παππούλης είχε άνοια ή το μυαλό του ήταν στη θέση του. Ξέρω ότι η ανία μιας ζωής χωνιασμένης σε κουτάκια με υποχρεώσεις και προειδοποιήσεις, είναι η πιο μεγάλη απώλεια του λογικού.

Σήμερα θαύμασα τον πεσμένο παππού. Γιατί σαν έφηβος αναμετρήθηκε με τις δυνάμεις του και γύρισε τον κόσμο. Άσχετα αν ο κόσμος του φτάνει από τη Χαλκοκονδύλη μέχρι την Πανεπιστημίου. Σαν έφηβος έβγαλε εγωισμό και δε θέλησε να γίνει περίγελος. Άσχετα αν έγδαρε το πόδι του. Σαν έφηβος πείσμωσε και ξανασηκώθηκε στα πόδια του. Άσχετα αν στο επόμενο στενό κάθισε στο πρώτο παγκάκι που βρήκε.

Ήταν ένας έφηβος σε μια γερασμένη πόλη με γερασμένους ανθρώπους και γερασμένα κτίρια. Τόσο γερασμένους, που δεν μπόρεσαν να σηκώσουν από το πεζοδρόμιο έναν 75χρονο έφηβο που παραπάτησε.

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι γέρασα και γω σήμερα. Βρήκα μια ρυτίδα στη μούρη μου. Γιατί καθώς περπάταγα θα προσπέρναγα και γω τον παππού αν δε σταμάτούσε η φίλη μου.

Και αυτή είναι μια ένοχη που δε θα μου συγχωρήσω ποτέ.

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Πρώτη μέρα στο σχολείο



"Πρώτη μέρα στο σχολείο σήμερα. Θέλω να είσαι σοβαρός και προσεκτικός. Η τρίτη δημοτικού είναι μια δύσκολη τάξη." του είπε ο πατέρας του πίνοντας το ζεστό καφέ του στο πρωινό τραπέζι και συνέχισε "είμαστε ήδη ένα χρόνο στο νησί, κάνε υπομονή και φέτος και σου υπόσχομαι ότι του χρόνου θα είμαστε στην Αθήνα". Η επιστροφή στην Αθήνα ήταν για εκείνον ένα όνειρο. Οι μεταθέσεις του πατέρα του τον έκαναν να έχει αλλάξει αρκετά σχολεία μέσα σε μόλις τρία χρόνια. Ήθελε ξανά το δωμάτιό του και τους φίλους του, που η αλήθεια είναι πως άρχιζε να τους ξεχνά. Στρατιωτικός όμως ήταν ο πατέρας του, δε γινόταν αλλιώς. "Κάτι τελευταίο Αντώνη" του είπε λίγο πριν τον αφήσει στην καγκελόπορτα του σχολείου, "Φέτος θα είναι στην τάξη σου κάτι προσφυγάκια. Είναι βρώμικα, φέρουν αρρώστιες και δεν πιστεύουν στο θεό, μείνε μακριά τους αν θες όντως του χρόνου τέτοια μέρα να είμαστε Αθήνα".

Κατέβηκε από το αμάξι, χαιρέτησε τον πατέρα του και κινήθηκε προς το προαύλιο του σχολείου. Η αλήθεια είναι πως δεν κατάλαβε τι σήμαινε η λέξη "προσφυγάκια" πάντως σίγουρα ήταν το πάτημά του για να γυρίσει σπίτι του. Αν έμενα μακριά τους θα ανταμοιβόταν με την επιστροφή του στην Αθήνα. Αν έμενε επίσης μακριά τους θα του έφευγε η ρετσινιά του καινούργιου στην τάξη αφού πλέον αυτή μεταφερόταν αλλού. Υπήρχαν νέοι καινούργιοι, "τα προσφυγάκια". Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ήταν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να καθιερωθεί και στην ομάδα των καλών στο γνωστό ματσάκι στην ώρα της γυμναστικής. Περίμενε αυτή τη στιγμή διακαώς. Το κουδούνι είχε ήδη χτυπήσει. Τα παιδιά στοιχήθηκαν σε γραμμές ανάλογα με την τάξη τους και όλα ήταν έτοιμα για την πρωινή προσευχή. Αμέσως παρατήρησε κάποια παιδάκια που έμοιαζαν κάπως με τις περιγραφές του πατέρα του αλλά όχι με απόλυτη ακρίβεια. Δεν ήταν ακριβώς βρώμικα αλλά ούτε και πεντακάθαρα. Είχαν γρατζουνιές στα πόδια και στα χέρια τους και οι μητέρες τους φορούσαν μαντίλες. Παρά τις αρρώστιες που έλεγε ο πατέρας του ότι έχουν φαίνονταν χαμογελαστά και πείραζαν το ένα το άλλο με μια απρόσμενη χαρά για πρώτη μέρα στο σχολείο. "Δι ευχών των αγίων πατέρων ημών" ακούστηκε από το μικρόφωνο και όλα τα παιδιά άρχισαν μηχανικά να κάνουν το σταυρό τους. "Τα προσφυγάκια μας κοίταξαν στο πρώτο σταύρωμα, προσπάθησαν να μας αντιγράψουν στο δεύτερο σταύρωμα και έκαναν το σταυρό τους στο τρίτο! Μα πώς γίνεται; Αφού είναι ξεκάθαρο πως δεν πιστεύουν στο θεό", σκέφτηκε. Θα διαπίστωνε, όμως, το τι είναι αυτά τα "προσφυγάκια" στην επόμενη δοκιμασία. "Έπαρση της σημαίας" ακούστηκε από το μικρόφωνο του διευθυντή. Όλα τα παιδιά στάθηκαν προσοχή και άρχισε να ακούγεται ο εθνικός ύμνος. Το βλέμμα του και πάλι έπεσε στα προσφυγάκια προκειμένου να διαπιστώσει αν ξέρουν και τον εθνικό ύμνο. Η αλήθεια είναι πως στέκονταν και αυτά προσοχή όμως ήταν ξεκάθαρο πως δεν ήξεραν τους στίχους παρά το ότι ανοιγόκλειναν το στόμα τους για να φαίνεται ότι τον ξέρουν και να ξεγελάσουν τη δασκάλα.

Μια τρικυμία επικρατούσε στο μυαλό του. Ποια ήταν αυτά τα προσφυγάκια και γιατί ήρθαν στο σχολείο του; Γιατί είναι πιο σκουρόχρωμα και γιατί δεν ξέρουν τον εθνικό ύμνο; Αν είναι άρρωστα γιατί τέτοια χαρά που ξεκινάει το σχολείο και οι διακοπές τελειώνουν; Ερωτήματα μυστηρίου, που όμως δεν είχε ιδιαίτερη καούρα να τα λύσει αφού θα ξέφευγε από το στόχο του. Την επιστροφή στην Αθήνα, δηλαδή, και την καθιέρωσή του στην ποδοσφαιρική ομάδα των "καλών". "Όλες οι τάξεις να ανέβουν στις αίθουσες εκτός από την τρίτη δημοτικού που πρώτη ώρα έχει γυμναστική" αναφώνησε ο διευθυντής από το μικρόφωνο. Η ώρα του είχε φτάσει νωρίτερα απ' ότι φανταζόταν. Το πρώτο ματς της χρονιάς χωρίς να είναι ο "καινούργιος" που θα κάθεται στον πάγκο ή ο "καινούργιος" που θα παίζει με τους λιγότερο καλούς ήταν ήδη γεγονός. Άνοιξε την τσάντα του και έβγαλε τα καινούργια ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Του τα πήρε ο πατέρας του το καλοκαίρι και ανυπομονούσε να τα φορέσει. Αφού τελείωσε το ζέσταμα, ο γυμναστής τους έδωσε τη μπάλα. Όλα ήταν έτοιμα. Ο καλύτερος παίκτης της τάξης, ο Γιώργος, πήρε την μπάλα, τους φώναξε όλους γύρω του και τους είπε: "Παιδιά θα παίξουμε Έλληνες εναντίον ξένων". Η αλήθεια είναι πως στον Αντώνη έκανε εντύπωση που ο Γιώργος δε διάλεξε τους παίκτες της ομάδας του, αλλά αντίθετα χώρισε τις ομάδες με βάση το δίπολο έλληνες-ξένοι. Παρ' όλα αυτά του λύθηκε η απορία γιατί τα προσφυγάκια δεν ήξεραν τον εθνικό ύμνο. Δεν πολυασχολήθηκε περαιτέρω. Άλλωστε ο τρόπος με τον οποίο χωρίστηκαν οι ομάδες τον κατέτασσε αυτόματα στην ομάδα των καλών, στην ομάδα του Γιώργου, στην ομάδα των Ελλήνων.

Τα προσφυγάκια δεν κατάλαβαν ακριβώς τι εννοούσε ο Γιώργος. Όταν είδαν όμως τους ντόπιους μαθητές να πηγαίνουν προς τη μια μεριά του γηπέδου κατάλαβαν αμέσως το πως χωρίστηκαν οι ομάδες. "Εσύ θα παίξεις άμυνα γιατί και πάλι δεν ξέρεις μπάλα" είπε ο Γιώργος στον Αντώνη. "Κακή αρχή αλλά σίγουρα στην ομάδα των καλών" σκέφτηκε ο τελευταίος. Το παιχνίδι ξεκίνησε. Σέντρα, πάσα, κοντρόλ, πάσα, ξανά πάσα, ξαφνικό κλέψιμο από έναν Αϊχάν που περνάει έναν, ντριμπλάρει δύο παίχτες ταυτόχρονα, κάνει μια προσποίηση αφήνοντας όλη την ελληνική ομάδα πίσω του, και με ωραίο πλασέ στέλνει τη μπάλα στο τέρμα κάνοντας το 0-1 για τους ξένους. Η αλήθεια είναι ότι εντυπωσιάστηκαν όλοι από τον Αϊχάν. Απίστευτες ικανότητες. Όλοι σκέφτηκαν ότι βρέθηκε καλύτερος παίκτης από τον έως τότε ταλαντούχο στο άθλημα Γιώργο. Όλοι επίσης θαύμασαν τον Αϊχάν, εκτός από το Γιώργο που άρχισε να φωνάζει σε όλη την ομάδα να πάρει τα πόδια της και κυρίως να βρίζει τον Αντώνη που ήταν ο τελευταίος παίκτης. Το παιχνίδι ξαναξεκίνησε και δε φαινόταν τόσο εύκολο. "Πώς γίνεται αυτά τα παιδιά με τα σκισμένα παπούτσια, τις βρώμικες μπλούζες και τα γρατζουνισμένα πόδια να παίζουν τόσο καλά;" σκέφτηκε ο Αντώνης. "Ο Θεός είναι μαζί μας όμως, θα νικήσουμε", ξανασκέφτηκε. Το παιχνίδι ήταν δύσκολο. Ο Ομράν ο δεύτερος καλύτερος παίκτης των ξένων έβαλε ένα γκολ το οποίο ακυρώθηκε ως "οφσάιντ" από τους Έλληνες. Ο Αντώνης, ήξερε πως δεν ήταν οφσάιντ και πως το γκολ ήταν κανονικό. Προτίμησε να μη μιλήσει όμως. Έπαιζε στην ομάδα που ήθελε και αυτό του αρκούσε. "Δε γίνεται να χάσουμε από τους ξένους!" φώναξε ο Γιώργος, "Αφού το θέλουν έτσι θα παίξουμε σκληρά. Στην έδρα μας δε χάνουμε από αυτούς". Τάκλιν, σπρωξιές, κλωτσιές και σκληρά μαρκαρίσματα ώστε να κερδηθεί πάση θυσία το παιχνίδι από τους ξένους άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Κάπως έτσι και ενώ παίκτης των ξένων είχε τραυματιστεί, ο Γιώργος σούταρε και μείωσε σε 1-1. Πανηγυρισμοί και συσπείρωση στην ομάδα. Ο Αντώνης, όμως, δεν μπορούσε να καταλάβει. Ποιοι ήταν φέτος οι καλοί παίκτες και ποιοι οι κακοί; Είναι οι Έλληνες καλοί και οι ξένοι κακοί; Μα έβλεπε το αντίθετο.

Το παιχνίδι όδευε προς το τέλος του χωρίς να αλλάξει το σκορ. Ο Αϊχάν συνέχιζε να παίζει απίστευτη μπάλα και κατά τύχη δεν έβαλε παραπάνω γκολ. Ο Γιώργος πεισμωμένος, πήρε τη μπάλα και κάνοντας πως πέφτει στη μεγάλη περιοχή πήρε πέναλτι με ιδιαίτερες θεατρικές ικανότητες. Τα προσφυγάκια άρχισαν να φωνάζουν "no penalty", καθώς δεν έγινε κάτι αντικανονικό. Οι γηπεδούχοι όμως ήταν αυτοί που έβαζαν του κανόνες του παιχνιδιού όπως φάνηκε. Ο Γιώργος έστησε την μπάλα, σούταρε και σκόραρε πανηγυρίζοντας το 2-1 δίπλα στην ελληνική σημαία. "Δε θα γίνετε ποτέ σαν και μας!" φώναξε αγκαλιάζοντας τους συμπαίκτες του. Αυτή η φράση χτύπησε άσχημα στον Αντώνη. Την άκουγε άλλωστε και ο ίδιος μέχρι πριν τρεις μήνες. "Δε θα γίνεις ποτέ σαν και μας Αθηναίε!" του έλεγαν οι νησιώτες. Τώρα όμως που έγινε σαν και αυτούς κάτι τον ενοχλούσε. Κάτι δεν του άρεσε. Οι παλμοί του άρχισαν να ανεβαίνουν. "επιστροφή στην Αθήνα - επιστροφή στην Αθήνα - επιστροφή στην Αθήνα" έλεγε από μέσα του για να κρατήσει την ψυχραιμία του. Το παιχνίδι είχε λίγα λεπτά για να τελειώσει. Τελευταία ευκαιρία, ο Αϊχάν πλησιάζει προς το τέρμα για να ισοφαρίσει, ο Αντώνης είναι ο τελευταίος αμυντικός. Ο Αϊχάν πλησιάζει και πλησιάζει και πλησιάζει, πάει να κάνει μια προσποίηση, ο Αντώνης όμως τον κόβει τελείως αναπάντεχα σώζοντας την ομάδα του με μια κίνηση που ούτε και ο ίδιος κατάλαβε πώς την έκανε. Επευφημίες και πανηγυρισμοί από τους συμπαίκτες του, όμως εκείνου δεν του αρκεί το κατόρθωμά του, δεν τον ικανοποιεί. Έχει τη μπάλα ακόμη στα πόδια του. Το κουδούνι χτυπάει σε 10 δευτερόλεπτα. Οι συμπαίκτες του του ζητάνε μανιακά να τους δώσει την μπάλα για να βγουν στην αντεπίθεση. Αυτός όμως δεν αισθάνεται τίποτα. Δεν αισθάνεται Έλληνας, δεν αισθάνεται ξένος. Δεν αισθάνεται καλός παίκτης, δεν αισθάνεται κακός παίκτης. Δεν αισθάνεται αθηναίος, δεν αισθάνεται νησιώτης. Δεν αισθάνεται χριστιανός, δεν αισθάνεται μουσουλμάνος. Αισθάνεται μόνο μετανιωμένος. Τα δευτερόλεπτα κυλούν. Έξι-πέντε-τέσσερα-τρία. Έχοντας τη μπάλα στα πόδια, γυρίζει προς το τέρμα της ομάδας του και με τα καινούργια του παπούτσια σουτάρει στην αριστερή γωνία και βάζει αυτογκόλ. "Πάρτε το χαμπάρι" άρχισε να φωνάζει "σε αυτό το παιχνίδι δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι! Σε αυτό το παιχνίδι είμαστε όλοι ίσοι!".

Οι συμπαίκτες του τρελάθηκαν και άρχισαν να τον κυνηγούν και να τον γρονθοκοπούν με μανία. Τα αίματα από την ανοιγμένη μύτη του βρώμιζαν την καινούργια του μπλούζα, η αδικία της ομάδας του αρρώσταινε τα όνειρά του και το αυτογκόλ του κόντρα στο θέλημα του θεού τον έκανε να μην πιστεύει σε κανένα θεό.

Είχε γίνει και αυτός για λίγα λεπτά το "προσφυγάκι" που ο πατέρας του του έλεγε να μην κάνει παρέα.

Ήταν όμως περήφανος γι αυτό.




Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Ο κ.Πιτταράς



Ο δημοσιογράφος του ΣΚΑΪ Γιάννης Πιτταράς μας ενημέρωσε ότι τα αφεντικά του βιώνουν συνθήκες «χειρότερες από εκείνες της Μακρονήσου» στη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας. «Στη Μακρόνησο τουλάχιστον είχαν και θάλασσα» είπε χαρακτηριστικά…

Τελικά οι Πιτταράδες υπάρχουν για να εκκολάπτονται οι μπογδάνοι, που εκκολάπτουν τους Πορτοσάλτηδες που εκκολάπτουν τους Βερύκιους που εκκολάπτουν τους Πρετεντέρηδες, και η κατρακύλα της υποτακτικής ξεφτίλας που συνηθίζεται να ονομάζεται στην τηλεοπτική πραγματικότητα –τη μέχρι τώρα αλλά και αυτή που έρχεται- «αντικειμενική δημοσιογραφία» δεν έχει τελειωμό. Όλη αυτή η φάρα, αποτελεί μια δράκα από γλείφτηδες που βουλιάζουν καθημερινά μες στα σάλια τους, και οι εργοδότες τούς κρατάνε ζωντανούς τραβώντας τους απ’τις γραβάτες τους. Δεν τους πνίγουν όμως. Απλώς παλατζάρουν τη γραβάτα. Άλλοτε την αφήνουν πιο χαλαρή και βλέπουμε ρεπορταζάκια για τις παραλίες της Μυκόνου και άλλοτε τη σφίγγουν και βλέπουμε τον Πιτταρά να συγκρίνει τα αφεντικά του με κομμουνιστές εξορίστους. Εκτός όμως του ότι ζούμε στον καπιταλισμό και ότι όλοι κάπως βγάζουν το ψωμί τους, υπάρχει και ο τρόπος που βγαίνει αυτό το γαμημένο το ψωμί. Υπάρχει διαβάθμιση στο αν αυτό το γαμημένο το ψωμί είναι φρέσκια φρατζόλα ή ψίχουλα από προχθές.

Ευτυχώς υπάρχουν δημοσιογράφοι που αρνήθηκαν να γίνουν Πιτταράδες, για να γεμίζουν το στομάχι τους με φρέσκο ψωμί και το κεφάλι μας με σκατά. Προτίμησαν τα ψίχουλα. Υπάρχουν δημοσιογράφοι που όταν τους τράβηξαν τη γραβάτα την έκοψαν ή ακόμη καλύτερα δε δέχθηκαν ποτέ να τη φορέσουν. Γιατί το σύνθημα «αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» είναι βγαλμένο για τους Πιτταράδες και το σινάφι τους. Όχι για όλους. Άλλωστε αν δεν πάρει άδεια ο «Μακρονησιώτης» του Πιτταρά, θα πάρει ο «Μακρονησιώτης» ενός άλλου Πιτταρά. Γιατί έτσι δουλεύει το σύστημα. Με αφεντικά που ηρωοποιούνται και Πιτταράδες που τα ηρωοποιούν. Και, όμως, θα πρέπει να ξέρουν όλοι αυτοί οι συστημικοί γυμνοσάλιαγκες ότι όσοι βρίσκονταν στη Μακρόνησο, δεν ήταν ήρωες, ούτε ήθελαν να είναι. Δεν πάλευαν για ένα κόσμο με ήρωες αλλά για ένα κόσμο με αγωνιστές και αγωνίστριες . Γιατί για ήρωες ψάχνουν οι Πιτταράδες με τις μισθοδοσίες τους στα μεγαλοκάναλα. Όχι οι εξόριστοι στα μπουντρούμια της Μακρονήσου. Αυτοί ευτυχώς κανόνιζαν μόνοι τους για τις ζωές τους και το πλήρωσαν με τη ζωή τους. Οι Πιτταράδες αντίστοιχα εξαρτούν από τα αφεντικά τους τη ζωή τους και πληρώνουμε εμείς τη ζωή τους.

Όμως μέχρι πότε θα δεχόμαστε αυτή την τηλεοπτική εισβολή στο κεφάλι μας; Μέχρι πότε θα αφήνουμε τον Πιτταρά να κάνει τον αγανακτισμένο εργαζόμενο ενώ είναι τσιράκι; Μέχρι πότε θα αφήνουμε τα αφεντικά να παριστάνουν τους πολιτικούς κρατούμενους ενώ είναι το ίδιο το κράτος; Μέχρι πότε θα αφήνουμε την κυβέρνηση να παριστάνει τον καταλύτη ενάντια στη διαπλοκή, ενώ η ίδια διαπλέκεται μαζί της και την αναγεννά;

Μάλλον μέχρι να καταλάβουμε τη διαφορά ανάμεσα στη Μακρόνησο του Πιτταρά με τη Μακρόνησο του Κατράκη, του Λειβαδίτη, του Βέγγου, του Ρίτσου, του Λουντέμη, αλλά και χιλιάδων άλλων κομμουνιστών.

Μέχρι τότε, δυστυχώς σιωπή.