Δευτέρα, 8 Απριλίου 2019

Είναι που συνηθίσαμε



Είναι που συνηθίσαμε.
Συνηθίσαμε στα "περάστε, καθίστε".
Στα ιδιοτελή χαμόγελα και στην ανιδιοτελή βλακεία.

Συνηθίσαμε να γερνάμε σε ουρές αναμονής, σε υπηρεσίες και κόκκινα φανάρια.
Να φορτωνόμαστε με μια αστυνομική ταυτότητα στην τσέπη
και μια πεταμένη ταυτότητα στην καρδιά.

Είναι που συνηθίσαμε να περπατάμε μηχανικά, να ακούμε προσεκτικά
και να μετράμε τις κουβέντες μας σαν τα φραγκοδίφραγκα.
Να σφιγγουμε τα δόντια και να καταπίνουμε κραυγές γιατί "έτσι είναι τώρα η κατάσταση".

Είναι που συνηθίσαμε να μισούμε το χάραμα και το δειλινό.
Να ζούμε σε ώρες αιχμής και να λειτουργούμε υπό πίεση.
Συνηθίσαμε στις προϋποθέσεις, στους όρους και τα όρια.

Είναι που συνηθίσαμε να ζούμε χωρίς ζάχαρη.
Χωρίς προσμονές, επιμονές αλλά και χρήσιμες εμμονές.
Συνηθίσαμε στα Σάββατα και ξεχάσαμε τις Πέμπτες.

Συνηθίσαμε να παρελαύνουμε διαρκώς. Όχι μόνο στις εθνικές επετείους.
Συνηθίσαμε στις σημαιοστολισμένες πασαρέλες,
είτε πρόκειται για τη Σταδίου είτε για το παράδρομο της γειτονιάς.

Είναι που συνηθίσαμε να υπάρχουν επίσημοι και πρόσωπα υψηλής προστασίας.
Μπράβοι με ακουστικά
και φτωχοί σεκιούριτι που θέλουν να τους μοιάσουν.

Συνηθίσαμε στις ράγες των τρένων να βρίσκεται λίγο ξεραμένο αίμα.
Να μας πατάνε τα βαγόνια και όχι να ταξιδεύουμε σε αυτά.
Συνηθίσαμε στις αποστάσεις, ιδιαίτερα αν είναι ίσες.

Είναι που συνηθίσαμε να μπερδεύουμε το αριστερό φλας με τη δεξιά στροφή.
Να πατάμε γκάζι στο αδιέξοδο και να κουτουλάμε στις ενοχές μας.
Συνηθίσαμε να δηλώνουμε αποφασισμένα πως είμαστε αναποφάσιστοι.

Είναι που συνηθίσαμε τον α' ενικό και ξεχάσαμε τον α' πληθυντικό.
Συνηθίσαμε να ξεφτιλίζουμε τον πληθυντικό στην αστική ευγένεια
και όχι να τον ορίζουμε στη συλλογική χειραφέτηση.

Ομως. Υπάρχει και κάτι που δε συνηθίζεται με Τίποτα.
Και είναι δυο μάτια αλμυρά που πνίγονται.
Χωρίς πατρίδα, σε καμιά πατρίδα.

Αυτό το τίποτα,
σημαίνει
τόσα πολλά.





Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Χάρτινο σπίτι


Φορούσε μια ποδιά από αυτές τις παλιές. Όχι αυτές που φοράνε οι γκουρμεδοσέφ και οι τηλεαστέρες. Την ποδιά που δε φοριέται τιράντα αλλά απ’ τη μέση και κάτω.

Ήρθε ο ίδιος να μας πάρει παραγγελία κρατώντας το παλιό τεφτέρι του. Αν μάζευε αυτά τεφτέρια ίσως να έχτιζε ένα όμορφο χάρτινο σπίτι. Όμως σπίτι του ήταν αυτό το μικρό ταβερνάκι. Είχε δυο λαμπίτσες απ’ έξω πάνω από την ταμπέλα με το όνομά του. Μέσα ήταν μικρό και ζεστό, ιδανικό για κρασοκατάνυξη ή ρακή, με λίγο Μάρκο ή Τσιτσάνη να χαϊδεύουν κουβέντες παθιασμένες. Κουβέντες για χαμένους έρωτες, πολιτικές ματαιότητες και λάθος αποφάσεις. Στον ένα τοίχο ήταν κρεμασμένος ένα τζουράς. Πρέπει να κάνει γκεστ εμφανίσεις τις Παρασκευές, ή κανα χειμωνιάτικο Σάββατο.

Δεν ήρθε σε μας πριν τελειώσει τις παραγγελίες στα άλλα δύο τραπέζια. «Όλα φρέσκα είναι να ξέρετε», μας είπε. Παρότι είναι ο μάγειρας, ήρθε ο ίδιος να πάρει την παραγγελία. Ίσως ψυχολογεί τους ουρανίσκους, ίσως λατρεύει τη διαδικασία, ίσως είναι απλή συνήθεια.

Φάγαμε, ήπιαμε. «Ευχαριστούμε πολύ» του είπαμε φεύγοντας. «Μισό λεπτάκι», έβαλε το χέρι στην τσέπη και μας έδωσε μια κάρτα. «Μετά από τριάντα χρόνια, το αφήνω το μαγαζί, να με θυμάστε».

«Για ποιο λόγο;» τον ρωτήσαμε. «Νιάρχος» απάντησε μονολεκτικά. «Ήρθανε εδώ και αγοράσανε τα πάντα, θέλουνε λέει να το κάνουνε ξενοδοχείο το μαγαζί μου επειδή είναι δίπλα στο ίδρυμα. Σκέφτηκα να τα βάλω μαζί τους αλλά δεν έχω τύχη. Θα μου στείλουνε λέει την εφορία, το υγειονομικό, που να μπλέκω και με δικηγόρους, δεν έχω τύχη».

«Και τώρα τι θα κάνετε;» τον ξαναρωτήσαμε.

«Βρήκα ένα μικρό χώρο λίγο πιο κάτω. Θα δούμε».

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

Άκρα

Ανάμεσα στο ένα και το πέντε είναι το δυόμισι
Ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο είναι το γκρι
Ανάμεσα στο πάθος και την αδιαφορία είναι η αμφιβολία
Ανάμεσα στο σωστό και το λάθος είναι η απραξία
Ανάμεσα στο πολύ και το λίγο είναι το μέτριο
Ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο είσαι εσύ

Απελπιστικά ακίνδυνος
Εγκληματικά ανιαρός

Κάπως, ακραίος

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Φεύγοντας


Φεύγοντας χαμήλωσε το βλέμμα.
Έβαλε αμήχανα το ένα χέρι στην τσέπη
και με το άλλο αναζήτησε αδέξια το ατράβηχτο χερούλι.
Η φυγή είναι απεγκλωβισμός ή λιποταξία;
Είναι άλμα προς το ακαταπίεστο ή βούλιαγμα στη λάσπη;
Προσπάθησαν πολλοί να το απαντήσουν αλλά δεν τα κατάφεραν.
Τους στοιχειώνουν ακόμη μυρωδιές, υφές και βλέμματα.
Μάτια που προκαλούν διαμπερή τραύματα στο θώρακα αριστερά.
Εκεί που το τικ τακ άλλοτε παίζει Χέντριξ και άλλοτε Σοπέν.
Το χειρότερο στοίχειωμα όμως είναι αυτή η κάμψη του λαιμού.
Το αργό κλείσιμο των βλεφάρων που συναντιέται σε έναν υγρό δραπέτη
που απορροφά τον κραδασμό. Το δάκρυ.
Είναι αυτή η στιγμιαία αμφιβολία της φυγής
που δημιουργεί την προσδοκία της επιστροφής.
Τόσο απατηλά, τόσο ψευδώς υποσχόμενα.





Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Μπάσταρδες λέξεις


Δύσκολο πράγμα οι ανακοινώσεις και οι εκμυστηρεύσεις. Δεν τις καθορίζεις, σε καθορίζουν. Στέκεις, ακούς, περιμένεις. Δεν έχεις τη δύναμη του αντεπιχειρήματος γιατί σε τσακίζει η έκπληξη. Παλεύεις από το άβολο πόστο του ακροατή να περάσεις στο υψωμένο βάθρο του ομιλητή. Όμως μάταιο. Τα χείλη ράβονται με την κλωστή των λέξεων αυτού που βρίσκεται απέναντί σου. Κάπου εκεί γυρνάς το κεφάλι. Ίσως κάποια κουρτίνα έχει μείνει μισόκλειστη και μπορέσεις να κοιτάξεις λίγο απ’ έξω, ίσως κάποιο κρεμασμένο κάδρο μπορεί να σου δώσει προσωρινό κατάλυμα στο πλαίσιό του. Έστω για λίγο. Έστω για να ξεχάσεις κάτι κακό που σου είπαν είτε με στόμφο ειδικού είτε με ψίθυρο εμπιστοσύνης. Και τα δύο είναι το ίδιο άλλωστε.

Μπάσταρδες λέξεις σε λάθος σειρά.

Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

Ακαθόριστη γραμμή τερματισμού



Φυγή. Οι δρόμοι αυτής της πόλης δεν είναι ίδιοι γι’ αυτούς που δεν ανησυχούν μην αργήσουν, που δεν κρατούν χαρτοφύλακα και δεν είναι συνεπείς στα κοινόχρηστα. Αποκτούν κενά, μαχαίρια, σφαίρες και σπασμένα γυαλιά που καρφώνονται στο περιθώριο μιας κανονικότητας. Άρρωστης, αλλά με καθαρό τσεκ απ.

Εκείνη τη μέρα έτρεχε. Ανάμεσα σε διερχόμενα ζόμπι, οχήματα τρόμου, κόρνες πανικού και βλέμματα ακούσια. Η Ομόνοια απ’ τη διχόνοια χωρίζεται από δυο στενά. Κάποιοι λένε ότι είναι και ταυτόσημες μισώντας το τσιμέντο που διώχνει, ασχημαίνει και καμιά φορά σκοτώνει. Έτρεχε, λοιπόν, χωρίς γραμμή τερματισμού. Όταν τρέχεις χωρίς σημείο εκκίνησης και προορισμού δεν είναι για καλό, γιατί σημαίνει ότι η αφετηρία και η λήξη καθορίζονται από άλλους με αντίστροφο τρόπο. Δεν ακούς το πιστόλι στον αέρα και ξεκινάς να τρέχεις, αλλά το ακούς στην πλειονότητα των περιπτώσεων ως καταληκτικό ήχο λίγο πριν κλείσεις τα μάτια σου.

Το μη αυτόβουλο τρέξιμο, λοιπόν, το προκαλούν οι κρετίνοι αυτής της γης. Αυτοί που επιβάλλουν τους κανόνες και τους νόμους τους χωρίς τη συνδρομή της νομοθετικής, της δικαστικής ή της εκτελεστικής εξουσίας. Αυτές λειτουργούν επικουρικά εκ των υστέρων ή δημιουργούν το υπόβαθρο εκ των προτέρων. Επιβάλουν τους κανόνες και τους νόμους τους με μια άναρθρη κραυγή που μετατρέπει το ζωώδες ένστικτο και την παρόρμηση της φρίκης σε πολιτική πράξη. Γιατί μια σφαίρα, ένα μαχαίρι στην καρδιά ή μια κλωτσιά στο κεφάλι είναι πολιτική πράξη. Όχι λόγω της αντικειμενικής υπόστασής του εγκλήματος αλλά λόγω των υποκειμένων που το τελούν. Λόγω αυτού του αφόρητου κενού που υπάρχει στα κρανία διαφόρων «κανονικών» αυτής της γης.

Όσοι τρέχουν, λοιπόν, εδώ και χιλιάδες χρόνια αναζητούν ένα άσυλο. Ένα χώρο αυτοπροστασίας. Αυτό προσπάθησε να κάνει. Ανάμεσα σε συγκρατημένους και ασυγκράτητους, παρατηρητές και αυτουργούς, περαστικούς και εγκατεστημένους, ο ίδιος έστεκε αλλότριος. Κυνηγημένος. Έστεκε ενώ έτρεχε. Γιατί το τρέξιμο επί της Πατησίων είναι μια στάση στη ρέουσα κανονικότητα των πολλών. Των φιλήσυχων ταραξιών της πόλης που κοστολογούν τη λαμαρίνα και το τζάμι παραπάνω από την ίδια τη ζωή. Αυτών που συνήθως φοράνε ένα αμάνικο πουκάμισο, μέσα από το παντελόνι. Αυτών που μέσα από το από μέσα αμάνικο φανελάκι κρύβουν το βαφτιστικό σταυρό παρότι κηδεύουν κάθε μέρα τη ζωή τους. Αυτών που αρέσκονται να μελετούν λογιστικά έντυπα, φορολογικές δηλώσεις και πιστοποιητικά κάθε είδους.

Εκτός όμως από τους παραπάνω, υπάρχουν κι άλλοι. Συνειδητοί αναχωρητές, τυχαία περιθωριοποιημένοι και αθόρυβα ξένοι προς την Ομόνοια μιας κοινωνίας μίζερης που στρώνει το τραπέζι κι ας μην έχει ψωμί. Μια πρωτοπόρα εξαίρεση των παραπάνω είναι αυτοί που είναι διαφορετικοί μεν, διεκδικούν όμως την ορατότητά τους μέσα σε μια κοινωνία από κανονικά βαμπίρ δε. Κι ας σηκώνουν το ρίσκο να τους αντιμετωπίζουν σαν μιάσματα ή σαν κατ’ εξακολούθηση δρομείς σε ένα βάναυσο κυνηγητό.

Κάπως έτσι, λοιπόν, εκείνη τη μέρα αναζήτησε ένα καταφύγιο για να πάρει μια ανάσα. Προσπέρασε το φούρνο. Εκεί τριγυρίζουν αυτοί που «βγάζουν τίμια το ψωμί τους». Λάθος μέρος. Χώθηκε στο στενό και κει βρήκε τη λύση του. Το ‘χε δει σε μια ταινία, αν κρατάς όμηρο κάτι πολύ σημαντικό δε σε σκοτώνουν. Μπήκε σε ένα μικρό κοσμηματοπωλείο. Σε ένα χώρο ιερό για τους περιουσιολάγνους και αυτούς που έχουν μάθει να σέβονται ό,τι λαμπυρίζει και όχι ό,τι λάμπει. «Εδώ δε θα τολμήσουν» σκέφτηκε. Εδώ είναι το οξυγόνο τους, το κίνητρο της ζωής τους και τα κρυφά τους όνειρα. Χωμένα μέσα σε χρυσάφι, ακριβά πετράδια και φωτεινές βιτρίνες.

Έσφαλε. Ο αγελοποιημένος όχλος εκτός από χρυσάφι διψάει και για αίμα. Όταν κάποιος που δεν ανήκει στην αγέλη μπαίνει σε ένα κοσμηματοπωλείο, δεν αναζητάει άσυλο αλλά επιτίθεται στο κάστρο της. Το κοσμηματοπωλείο δεν ήταν ενδιάμεση στάση. Ήταν ο τελικός προορισμός, η γραμμή τερματισμού που οι θύτες επέλεξαν για το θύμα. Όπως οι ύαινες παγιδεύουν το θήραμά τους, έτσι και ένας ιδιοκτήτης, ένας μεσίτης και μερικοί «περαστικοί» άρχισαν να επιτίθενται με μανία. Μια κοινωνία ψεύτικη δεν έχει πρόβλημα να σπάσει τη βιτρίνα της για να σκοτώσει ένα παράσιτο, κι ας κλαψουρίζει για τα σπασίματα και τα επεισόδια που προξενούν κάποια άλλα παράσιτα. Εκεί παίρνει πρωτοβουλία από μόνη της. Αυτοτραυματίζεται όχι για να τραυματίσει, αλλά για να σκοτώσει.

Κάπως έτσι λοιπόν, κλεισμένος στο ιερό άντρο μιας κοινωνίας που χρησιμοποιεί ως μονάδα μέτρησης των αξιών της ακόμη και το τελευταίο ευρώ, είδε να εκσφενδονίζονται προς το μέρος του πέτρες, βωμολοχίες και απειλές. Χτυπημένος και ταπεινωμένος προσπάθησε να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα ζωής. Προσπάθησε να συρθεί, να αποδράσει, να γλιτώσει. Ήταν όμως αρκετά αργά. Δυο τρεις κλωτσιές στο κεφάλι. Απότομη προσγείωση στα σπασμένα γυαλιά της βιτρίνας τους. Πόσο μοιάζουν αυτά τα γυαλιά με «εξοστρακισμένες» σφαίρες και μαχαίρια που «παραφέρθηκαν». Όμως δεν αρκούν τα παραπάνω. Το έγκλημα που τέλεσε ήτανε βαρύ. Τώρα ήταν η σειρά του κράτους να τιμωρήσει. Εκτός από τους καθημερινούς σούπερμαν υπάρχουν και οι πάγιοι ρόμποκοπ. Αυτοί που φτάνουν πάντα εκ των υστέρων για να τελειώσουν τη δουλειά. Και την τελείωσαν.

Ιατροδικαστικό πόρισμα θανάτου: «ισχαιμικό επεισόδιο, που προκλήθηκε από πολλαπλά τραύματα».
Πόρισμα κυρίου Γιώργου, μικρομαγαζάτορα της περιοχής του κέντρου, παντρεμένου με δυο παιδιά και ιδιοκτήτη ενός ακινήτου: «Υπερβολές. Ένα ανώμαλο πρεζάκι που μπήκε με μαχαίρι να ληστέψει ένα φιλήσυχο έμπορο ήταν. Το είπαν όλοι.»

Αυτοί οι όλοι, αυτός ο κανένας, εμείς οι σκυφτοί.

Το λάθος μας.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

Η θλίψη


γραμμές σε ξεχασμένο τετράδιο
μυρμήγκια που κάνουν την ίδια διαδρομή
ανησυχίες κρεμασμένες σε συνήθειες
και φωταψίες χωρίς διακόπτες

ειρωνείες που κρύβουν αλήθειες
υποτιμήσεις μέσα σε κοινωνίες υπερτίμησης
προσβολές, παρεξηγήσεις και φόβοι
αντίλαλοι σε κενά κεφάλια

κρυμμένα μυστικά κάτω από ράμματα
υποψίες, υπόνοιες και υπεκφυγές
αγχωτικά επεισόδια μέσα σε ασανσέρ
στασιμότητες μέσα σε εξελίξεις

παζαρεμένες σχέσεις και υποσχέσεις
ξεχασμένες συνέπειες σε συρτάρια με μπρελόκ
αναμνήσεις σε ασπρόμαυρο φόντο
και προσδοκίες πνιγμένες σε άδειο χαρτί

ιαχές, βουή του δρόμου και του παράδρομου
υποδείξεις μέσα σε αλληλουχίες εντολών
διασταυρωμένοι πανικοί σε φανάρια
τριβές, συρσίματα και χαραγματιές

πρόσωπα ανέκφραστα, τσιμέντο
συσπάσεις ανεκδήλωτες
μελωδίες σε τσίγκινες κονσέρβες
Θλίψη