Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

κάποιοι

κάποιοι απαιτούν, δε ζητιανεύουν
έχουν μάθει στην αγένεια από μικροί

κάποιοι σφίγγουν το μαχαίρι και δε βγάζουν αίμα,
αλλά δύναμη

κάποιοι είναι περήφανοι για τα λάθη τους
και όχι ξεφτίλες για τα σωστά τους

κοκκινίζουν μόνο όταν οργίζονται και όταν τρέχουν

κάποιοι ακούν, μιλούν και ονειρεύονται
ακόμα

απαντούν κοιτώντας στα μάτια,
όχι με τα χέρια στις τσέπες

κάποιοι γουστάρουν να είναι "κάποιοι"
και όχι "συγκεκριμένοι"

παραξενιά τους

κάποιοι πονάνε και είναι επιλογή τους,
όχι από μαζοχισμό αλλά από συνείδηση

πνίγουν την πείνα τους

στις κραυγές των εξεγερμένων
και στο αυριανό ψωμί στο ξύλινο τραπέζι

κάποιοι δεν ανέχονται το χτύπημα στην πλάτη,
προτιμούν τη μαχαιριά

η υποκρισία είναι χειρότερη από την τίμια έχθρα

κάποιοι σκοντάφτουν και πέφτουν
ματώνουν και ξανασηκώνονται

ιδρώνουν και στεγνώνουν
νικούν και νικιούνται

λυπούνται και αγωνίζονται
φωνάζουν και φοβούνται

πεθαίνουν και ζωντανεύουν
πολλές φορές

αλλά στην ίδια ζωή.

η αμφισβήτηση του θανάτου
είναι προτιμότερη

από μια ζωή στη νεκροφόρα.

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Πολεμώντας το αυτονόητο

Η εφηβεία γέρασε όπως το ωμέγα 23 γράμματα μετά το άλφα. Περιπλέχθηκε σε λέξεις και φράσεις αλλά τελικά προτίμησε την τελεία. Ζούμε στον κόσμο του αυτονόητου, χωρίς να γνωρίζουμε ποιος το όρισε. Μάλλον και αυτό θεωρείται αυτονόητο. Φυλακισμένοι σε αυτό αρνούμαστε να δούμε το νοητό αλλά και το αδιανόητο. Αρνούμαστε να δούμε την πείνα και την επανάσταση, τη μοναξιά και τον έρωτα, την ξεφτίλα και τη ζωή.

Πλέουμε σε έναν απέραντο βόθρο ουδετερότητας πεπεισμένοι για το μεγαλείο του προγενέστερου που κατευθύνει το καθημερινό μας "τώρα". Οι άνθρωποι θαυμάζουν περισσότερο το παρελθόν παρά το μέλλον και αυτό ίσως είναι η θηλιά που τους μαντρώνει στο αστικό καλούπι. Ίσες αποστάσεις, φόβος για τις ιδέες και υπακοή στο νόμο είναι η κυρίαρχη αντίληψη, γιατί απλούστατα έτσι πρέπει. Το "πρέπει" υλοποιεί το "αυτονόητο" στις παραγωγικές, στις σεξουαλικές, στις φυλετικές και σε οποιεσδήποτε άλλες σχέσεις. Ζούμε φιλήσυχα και συνετά στην υπηρεσία ενός θέσφατου που νομίζουμε ότι μας επιτρέπει την ελευθερία του "θέλω". Μόνο που όταν το "θέλω" μου ετεροκαθορίζεται από το "πρέπει" τους, δεν ικανοποιώ την ανάγκη μου, αλλά αναπαράγω την κυρίαρχη αντίληψη.

Όμως, πραγματικά, αξίζει μια τόσο βαρετή κανονικότητα; Στο νηπιαγωγείο όταν ζωγραφίζαμε δεν κάναμε μια ευθεία γραμμή αλλά σχήματα, δε χρησιμοποιούσαμε μόνο ένα χρώμα αλλά πολλά, δεν αφήναμε το έργο μας ανυπόγραφο αλλά γράφαμε το όνομά μας κάτω δεξιά. Κι όμως, σήμερα ζούμε πάνω σε μια ευθεία μαύρη γραμμή έχοντας ξεχάσει και όνομα και επίθετο. Θέλω να πιστεύω ότι η συγκεκριμένη εθελόδουλη μονοτονία δεν είναι συνέπεια της ενηλικίωσης αλλά συνέπεια της ασυνείδητης υποταγής στο "αυτονόητο". Άλλωστε, γραφειοκράτες, υπάλληλοι και γραφιάδες το υπηρετούν με μανία. Πολιτικάντηδες, μεγαλοεκδότες και παππάδες το διακηρύττουν με μανία. Στρατοκράτες, μπάτσοι και δικαστές το εφαρμόζουν με μανία. Είναι λογικό κάποιος να συνηθίσει αυτή τη μανία, όχι όμως να συναινέσει με αυτήν.

Ορισμένοι ποιητές, μουσικοί και ζωγράφοι προσπάθησαν να παρακάμψουν κάθε τι αυτονόητο μέσα από την τέχνη τους. Κάποιοι κατάφεραν να ζουν ατομικά σε έναν παράλληλο κόσμο και άλλοι αυτοκτόνησαν μην αντέχοντας την εισβολή του σε στίχους, νότες και πινελιές. Αν και αφετηριακά σωστοί, οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες μεθοδολογικά φάνηκαν ελλιπείς. "Η ουσία της τραγωδίας", έγραψε κάποτε ο Τρότσκι, "είναι η αντίθεση ανάμεσα στους μεγάλους σκοπούς και τ' ασήμαντα μέσα". Οι παραπάνω καλλιτέχνες βρίσκονταν ακριβώς σε αυτή την κατάσταση. Αναγνώριζαν τη βρώμα, τη σαπίλα και τη στασιμότητα της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων αλλά προσπαθούσαν να την αποφύγουν μέσα από ατομικές καλλιτεχνικές διαδρομές. Η ποιητική, η μουσική και η ζωγραφική τους ικανότητα, υποσκελιζόταν από την ιδιότητα του ηθοποιού σε μια τραγωδία που δεν έχει επιλέξει.

Όταν πάψουμε να είμαστε κακοί ηθοποιοί σε ένα έργο που δεν έχουμε επιλέξει και γίνουμε σκηνοθέτες της δικής μας ζωής, ίσως να αρχίσουν να καταρρέουν αυτά που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα. Η μετάβαση, όμως, από το αναγκαστικό ηθοποιηλίκι στη συνειδητή σκηνοθεσία δεν είναι μια απλή διαδικασία ούτε αυτονόητη. Χρειάζεται συλλογική οργάνωση, πολιτικό σχέδιο κι επαναστατική προοπτική. Όταν η αριστερά ξεπεράσει το σκόπελο του δογματικού από τη μία και του αναθετικού από την άλλη αυτονόητου, που δεν είναι παρά αντανάκλαση του αστισμού στον τρόπο σκέψης της, ίσως μπορέσουμε να μιλήσουμε σοβαρά και για τα τρία. Ίσως ξανακαταλάβουμε την ουσία της νηπιακής μας καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Τετάρτη, 1 Οκτωβρίου 2014

Ποιος είναι ο ρακένδυτος;

Προλαβαίνω να μπω στο τρένο λίγα δευτερόλεπτα πριν κλείσουν οι πόρτες. Άλλη μια φορά αργοπορημένος για τη σχολή. Ψάχνω απεγνωσμένα να βρω μια θέση για να κάτσω. Είχα αρκετές στάσεις μέχρι την Ομόνοια. Κοιτάζω από την αριστερή τετράδα καθισμάτων. Πάω να κάτσω μέχρι που συνειδητοποιώ ότι δίπλα στο παράθυρο κάθεται μια ρακένδυτη γυναίκα που ακουμπάει τα βρώμικα ξυπόλητα πόδια της στο απέναντι κάθισμα. Τελείως μηχανικά επιλέγω να κάτσω στην απέναντι δεξιά τετράδα καθισμάτων. Προχωρώντας προς την επόμενη στάση την παρατηρούσα. Ήταν βρώμικη, με μεγάλα επίσης βρώμικα νύχια, ταλαιπωρημένα ρούχα και χωρίς δόντια. Έμοιαζε με τις μάγισσες των παραμυθιών, μόνο που της έλειπε το σκουπόξυλο και η έμφυτη κακία. Η διαδρομή συνεχιζόταν. Σε κάποια στάση, μπαίνει στο τρένο ένας ψηλός 55άρης με μουστάκι, άσπρο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι. Αυτός ήταν καθαρός. Πλησιάζει να κάτσει, την κοιτάει και της λέει:
-Κατέβασε τα πόδια σου από το απέναντι κάθισμα. Ορίστε μας! Εγώ που θα κάτσω μου λες; Κατέβασε τα τώρα γιατί το βρωμίζεις.

Εκείνη τα κατεβάζει. Ο τύπος της ρίχνει ένα υποτιμητικό βλέμμα και δεν καταδέχεται καν να κάτσει δίπλα της. Προτιμά να πάει πίσω και να σταθεί όρθιος δίπλα στην πόρτα. Ήταν από τις στιγμές που ήθελα να μιλήσω, όμως σκέφτηκα πως ο τυπάς είναι ένας από τους κλασικούς περίεργους του τρένου και το σκηνικό μια κανονικότητα στην καθημερινή σιδηροδρομική διαδρομή μου προς το κέντρο. Ένας τέτοιος τσακωμός σε ημερήσια βάση μπορεί να με οδηγήσει είτε στο ψυχιατρείο λόγω έλλειψης λογικής, είτε στο νοσοκομείο λόγω σωματικής αντιπαράθεσης, είτε στην απογοήτευση λόγω του αυξανόμενου κοινωνικού αυτοματισμού. Προτίμησα να μη μιλήσω αν και ήμουν έτοιμος. Αμέσως, όμως, μετά τον τυπά, πλησιάζει τη γυναίκα άλλος ένας κύριος, γύρω στα 60, ο οποίος γνωρίζοντας ότι έχει την κάλυψη του από πίσω, αρχίζει να ειρωνεύεται τη ρακένδυτη γυναίκα:
-Μεγάλα νύχια έχεις... Και καθαρά..., της λέει κοιτώντας τον άλλο για επιβεβαίωση. Δε μου λες από που είσαι; Ε; Για πες...
-Τι σημασία έχει από που είναι; Τι σημασία έχει από που είναι; Απ' όπου θέλει είναι!, αρχίζω να φωνάζω μη αντέχοντας άλλο ομολογουμένως.
-Α αλήθεια; Δεν έχει; μου απαντά ο 60αρης.
-Μερικοί άνθρωποι, του λέω, δεν έχουν πολυθρόνα για να ξεκουράσουν τα πόδια τους, δεν έχουν καν σπίτι. Δεν μπορείτε να απαιτείτε από όλους την ίδια ευγένεια και το ίδιο τακτ!
Τότε έρχονται οι ενισχύσεις από πίσω. Με πλησιάζει ο 55αρης και μου λέει:
-Ωραία πάρε θέση νεαρέ, πρέπει να έχει τα πόδια πάνω στο κάθισμα; Λέγε!
-Για το αν πρέπει κάποιος να έχει τα πόδια του πάνω στο κάθισμα είμαστε όλοι λαλίστατοι βλέπω, στο αφεντικό όμως πάντα κάτι μας πιάνει και δε λέμε τίποτα... του απαντάω.
Με κοιτάει λες και ήμουν παράσιτο και επιστρέφει στην ασφαλή του θέση δίπλα στην πόρτα. Η γυναίκα γυρίζει και μου λέει:
-Ευχαριστώ πολύ κύριε.

Η αλήθεια είναι πως η προσφώνηση "κύριε" μου είναι απεχθής, όχι μόνο επειδή δε μου ταιριάζει ηλικιακώς αλλά και γενικώς. Ο "κύριος" και η "κυρία" είναι κάποια από τα λεκτικά κατάλοιπα του αστικού καθωσπρεπισμού. Το γεγονός, όμως, ότι στα μάτια της συγκεκριμένης γυναίκας εκείνη την ώρα ήμουν "κύριος", ομολογώ ότι μου έδωσε μια ικανοποίηση. "Κύριος" ήμουν εγώ και όχι δύο καλοβαλμένοι μεσήλικες. Μπορώ να πω ότι αυτή η αντίφαση έκρυβε ένα ενδιαφέρον. Όμως πραγματικά, πόση μικροαστίλα μπορεί να χωρέσει σε ένα καθαρό πουκάμισο, σε ένα βαγόνι, σε ένα τρένο, σε μια κοινωνία. Πόσο νταβατζιλίκι και μαγκιά εκκολάπτεται καθημερινά απέναντι σε ανθρώπους που πληρώνουν την κρίση που δημιούργησαν κάποιοι άλλοι γι αυτούς. Πόση υπεροψία και ανάγκη για επιβολή από ανθρώπους που αντί να γίνουν επαναστάτες, επιλέγουν να γίνουν κομπλεξικοί. Αυτή η κανονικότητα είναι που με τρομάζει και όχι τα βρώμικα πόδια μιας άπορης γυναίκας στο απέναντι κάθισμα του τρένου. Η κανονικότητα που πάει στη δουλειά της, στην εκκλησία, στο γήπεδο και στο προποτζίδικο και ενοχλείται από κάποια "μιάσματα" που της χαλούν την κανονική εικόνα. Είναι μια κανονικότητα, πολύ πιο ρακένδυτη από τη βρώμικη γυναίκα στο τρένο. Μια κανονικότητα που αντιμετωπίζει την εξαθλίωση κάποιων ανθρώπων με μίσος επειδή της χαλάει τις συνήθειες και όχι με κατανόηση για να βρει τις αιτίες της ύπαρξής της.

Σήμερα το πρωί ήταν μία από τις μέρες που πίστεψα ακόμη περισσότερο ότι ο "γύφτος", η "ρακένδυτη", ο "πούστης" και ο "αράπης" είναι πολύ πιο αξιοπρεπείς από τους κανονικούς ανθρώπους. Όχι επειδή έχουν ένα χαρακτηριστικό στοιχείο που τους διαφοροποιεί, αλλά επειδή έχουν ένα κοινό στοιχείο που τους συνέχει, είναι άνθρωποι που έχουν υποστεί καταπίεση και εκμετάλλευση. Από αυτούς τους αγωνιστές της ζωής, η λέξη "άνθρωπος" ξαναποκτά το νόημά της σε σχέση με τις ανθρωποποιημένες μηχανές που καθημερινώς κουρδίζονται και ξεκουρδίζονται είτε για να πουλάνε νταηλίκι σε αδύναμους, είτε για να αποφέρουν κέρδη αγόγγυστα στα αφεντικά τους.

Μετά το σκηνικό άρχισα να κοιτάω έξω από το παράθυρο. Απέναντί μου καθόταν ένας τύπος γύρω στα 45 με τη μητέρα του. Τον άκουσα να της ψιθυρίζει: "σε τέτοια σκηνικά, δεν τους ξέρουμε και δε μιλάμε, άσε μη μπλέξουμε πρωινιάτικα".

Σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή η ρακένδυτη γυναίκα είχε κατεβασμένα τα πόδια της και σε κάθε στάση καλούσε όποιον έμπαινε στο τρένο να καθίσει απέναντί της. Δεν ξέρω αν το έκανε από φόβο προς τους δύο τύπους που την ειρωνεύονταν ή για να με δικαιώσει που την υπερασπίστηκα. Πάντως όπως και να 'χει, ένα πράγμα που έχω μάθει είναι ότι η εκτίμηση και ο σεβασμός στις ανθρώπινες σχέσεις, δεν επιβάλλεται αλλά κερδίζεται... Ένας άλλος κόσμος και μια καλύτερη ζωή, δεν επιβάλλεται αλλά κερδίζεται...

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Σκισμένα παπούτσια

Φόρεσε τα σκισμένα του παπούτσια. Κλείδωσε την πόρτα, κατέβηκε τη σκάλα της πολυκατοικίας και βγήκε στο δρόμο. Άρχισε να περπατάει άσκοπα. Οι σόλες του είχαν βαρεθεί να έρχονται μούρη με μούρη με τις ίδιες κολλημένες τσίχλες στις πλάκες του πεζοδρομίου, τα ίδια κάτουρα των μεθυσμένων της προηγούμενης νύχτας στις γωνίες και τις ίδιες γόπες από τσιγάρα που κάπνισαν πριν λίγο κάθε λογής αλήτες και κύριοι. Σταμάτησε και χάζεψε λίγο τις εφημερίδες στο περίπτερο. Ίδιοι τίτλοι, ίδιες εικόνες, ίδια ψέματα. Μια αηδία ως προς το "έτοιμο" τον έκανε ανέτοιμο να ανταποκριθεί στις ανάγκες τις δικές του και στις προσδοκίες των άλλων από αυτόν. Υπ' αυτή την έννοια η αποχή του από τη συσκευασμένη ζωή του εκλαμβανόταν κατά διάφορους τρόπους από τον περίγυρο. Με φοβερή ευκολία ο "τεμπέλης", ο "απελπισμένος", ο "λούμπεν", ο "άτυχος", ο "κοπρίτης" και ο "καταθλιπτικός" συνενώνονταν σε ένα και μόνο πρόσωπο. Όλοι έψαχναν το λάθος σε αυτόν και όχι στο έξω από αυτόν. Συνέχισε να περπατάει. Περίμενε υπομονετικά το κόκκινο ανθρωπάκι του φαναριού και αφού πρασίνισε πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Παλιά διαφωνούσε με τη συγκεκριμένη εναλλαγή χρωμάτων. Στην απέναντι μεριά του δρόμου πρέπει να περνάμε όταν το ανθρωπάκι είναι κόκκινο από οργή και όχι όταν είναι πράσινο από τη μιζέρια, πίστευε. Τώρα το μόνο οξύμωρο των δρόμων το βρίσκει στις λακούβες στο κέντρο της πόλης.

Μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο από αυτά τα μεγάλα που έχουν από συνταγές μαγειρικής και χάρτες μέχρι τόμους φιλοσοφίας και πανεπιστημιακά συγγράμματα. Πήγε στον τομέα της λογοτεχνίας. Δεν έψαχνε κάτι συγκεκριμένο. Έτσι αναρωτιόταν τι διαβάζεται αυτή την περίοδο. Άρχισε να γελάει με τους τίτλους των γλυκανάλατων μυθιστορημάτων που παρουσιάζουν τον έρωτα σαν υποχρέωση, σα ταμπού, σαν επιδίωξη, σα φτηνό συναίσθημα και όχι σαν απρόσμενη κατάσταση. Ένα από αυτά τα κλασικά βιβλία που απευθύνονται σε κοριτσάκια της εφηβείας και σε προσφάτως χωρισμένες μεσήλικες κυρίες υπό τον τίτλο "Το κυνήγι των αφορμών" ήταν το αποκορύφωμα. Ήταν ένα βιβλίο τετρακοσίων σελίδων γεμάτων μπούρδες και με φωτογραφία εξωφύλλου ένα παλιό γράμμα πάνω στο οποίο ήταν ριγμένο ένα τριαντάφυλλο. "Το κυνήγι των αφορμών; για καμία αφορμή!", ξεστόμισε ειρωνικά. Ο υπάλληλος του έγνεψε να κάνει ησυχία. Συγκρατήθηκε. Πέρασε και από τους υπόλοιπους τομείς αλλά γι άλλη μια φορά κατέληξε στα παιδικά βιβλία. Του άρεσε την ασχήμια της ζωής να τη βλέπει υπό το φόβο των δράκων, των μαγισσών και των ξωτικών. Όχι από την καθημερινότητα.

Βγήκε από το βιβλιοπωλείο και συνέχισε να περπατάει κοιτώντας προς τα κάτω. Αφηρημένος καθώς ήταν χτύπησε με τον ώμο του έναν αντίθετα διερχόμενο. Εισέπραξε ένα βλέμμα μίσους δευτερολέπτων και αισθάνθηκε τυχερός που ο ψηλός κουστουμάτος που χτύπησε μιλούσε στο κινητό και δεν είχε όρεξη για καβγά. Είχε καιρό να καβγαδίσει. Η εικόνα του τσακωμού για τη θέση στο λεωφορείο ή για τη σειρά στο μίνι μάρκετ είχε υποβαθμίσει τελείως μέσα του την έννοια του καβγά. Προτιμούσε ο καβγάς τρίτων να αποτελεί μουσικό χαλί στην καθιερωμένη βόλτα του παρά ο ίδιος να χαρακτηρισθεί ως "γνωστός καβγατζής". Δεν υπήρχε αφορμή. Παλιά τσακωνότανε. Τώρα ή κουράστηκε ή βαρέθηκε. Ούτε κι αυτός έχει κάποια εξήγηση για την πρόθυμη απέχθειά του σε κάθε τι συγκρουσιακό. Μάλλον έχει αποδεχθεί ότι η σύγκρουση εξαντλείται είτε στο ακούραστο ξύλο των αμερικάνικων ταινιών είτε στους τσακωμούς των γριών της πολυκατοικίας του. Δυστυχώς ο ίδιος δε χωράει ούτε στο ένα ούτε στο άλλο. Όμως που χωράει; Ποιος είναι ο χώρος του; Αυτός πως ορίζει τον εαυτό του μέσα στον κόσμο; Δεν ξέρει. Σήμερα τουλάχιστον προσδιορίζει τον εαυτό του ως έναν αδιάφορο περαστικό. Χθες δε θυμάται και αύριο άγνωστο. Υπάρχει περισσότερο μέσα του ο ρόλος του θεατή παρά του δράστη. Του θεατή ακόμη και του εαυτού του. Βλέπει τη ζωή του σα ντοκιμαντέρ μέσα από τους βολβούς των ματιών του. Όμως αν πεθάνει ποιος θα του αλλάξει κανάλι;

Στρίβει δεξιά και βλέπει δυο μπάτσους να τραμπουκίζουν μετανάστες ζητώντας τα στοιχεία τους. Απέναντι ο περιπτεράς διαβάζει αθλητική εφημερίδα. Πλησιάζει στο σημείο να δει τι συμβαίνει. "Δρόμο φίλε δική μας υπόθεση" φώναξε ο μπάτσος. "Δεν υπάρχει αφορμή", σκέφτηκε, "η αστυνομία τα κανονίζει αυτά". Πήγε στο περίπτερο και αγόρασε μια αθλητική εφημερίδα. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και προχώρησε συνετά. Όμως η εφημερίδα στη μασχάλη ήταν εκείνη την ώρα γι αυτόν ο,τι είναι η βίβλος στα χέρια ενός άθεου. Δεν μπορούσε να φύγει έτσι. Λίγο πριν στρίψει στην επόμενη στροφή κοίταξε πίσω. Μάταια, οι μετανάστες ήταν ήδη στα γόνατα και με χειροπέδες. Έστριψε. Πέταξε την εφημερίδα στον πρώτο κάδο. Σκέφτηκε τις γριές του από πάνω ορόφου που τσακώνονται διαρκώς. Γι άλλη μια φορά απέδειξε στον εαυτό του ότι αντιλαμβάνεται τη σύγκρουση μόνο σε αυτό το επίπεδο. Κι όμως κάτι μέσα του τον κλώτσαγε στο στομάχι. Κάτι μέσα του, του έλεγε ότι είναι δειλός και συμβιβασμένος. "Σκάσε" φώναξε μόνος του στη μέση του δρόμου. Ευτυχώς δεν υπήρχε κανένας. Δεν χρειάστηκε να τσακωθεί.

Συνέχισε να προχωράει. Δουλειά δεν είχε, λεφτά δεν είχε. Είχε τουλάχιστον τη δυνατότητα να περπατάει χωρίς να τον τραμπουκίζουν οι μπάτσοι. Εκμεταλλευόταν αυτό το προνόμιο. Μόνο που μετά την αγορά της αθλητικής εφημερίδας το έκανε πολύ ενοχικά. Στο επόμενο στενό βρέθηκε σε μια εκκλησία. Αποφάσισε να μπει. Δεν είχε να χάσει τίποτα. Τον πήγαινε μια θεία του όταν ήταν μικρός και από τότε δεν ξαναπήγε. Δεν πίστευε στο θεό αλλά εκείνη τη μέρα ήθελε να πιστέψει σε ένα θαύμα. Ψιλά για το κερί δεν είχε. Κάθισε. Κυρίες που ξέρουν να τσακώνονται, όπως οι γριές του τρίτου, άρχισαν να κοιτούν επικριτικά τα σκισμένα του παπούτσια. "Ας προσευχηθούν αυτές για το καλό όλων μας" σκέφτηκε. Σηκώθηκε και έφυγε. Βγαίνοντας είδε στην είσοδο μια ζητιάνα. Δεν του κλάφτηκε ούτε του ζήτησε τίποτα. Είχε κι αυτός άλλωστε σκισμένα παπούτσια. Αισθανόταν κουρασμένος χωρίς να έχει κάνει τίποτα. Έκατσε για λίγο σε ένα παγκάκι στην πλατεία μπροστά από την εκκλησία. Στο απέναντι παγκάκι καθόταν ένα ζευγάρι ομοφυλόφιλων. Σκέφτηκε πως ποτέ ένα γλυκανάλατο μυθιστόρημα όπως "Το κυνήγι των αφορμών" δε θα καταπιανόταν με έναν τέτοιο έρωτα.

Βάδισε προς τα πίσω. Πολύ περίεργη η σημερινή βόλτα. Ίδια με τις προηγούμενες αλλά με κάτι διαφορετικό, με μια αίσθηση αυτοαπογοήτευσης για τη συνειδητή του απραξία. Το μυαλό του, τα χέρια του και η γλώσσα του έμειναν στάσιμα για μια ακόμη μέρα σε μια σειρά περιπτώσεων. Σήμερα, όμως, ενοχλήθηκε γι αυτό. Έτσι, όμως, ήταν η καθημερινότητα. Είχε συνηθίσει.

Κόντευε για το σπίτι όταν ξαφνικά έφαγε το στραπάτσο που έφαγε και η σόλα του όταν κόλλησε με την τσίχλα του πεζοδρομίου. Λίγο πριν φτάσει πρόσεξε από μακριά μια απρόσμενη κατάσταση, ή μάλλον την τελευταία του "απρόσμενη κατάσταση". Είχε αλλάξει αρκετά και είχε να της μιλήσει καιρό. Παρέμενε όμορφη και με την ίδια ζωντάνια στο βλέμμα. Τώρα που το καλοσκέφτεται εκείνη ήταν η τελευταία σύγκρουση στην οποία συμμετείχε κι αυτός. Η τελευταία ίσως φορά που είχε κάποιο ρόλο στο χωροχρόνο. Το γεγονός ότι βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά της κατάφερε να τον ορίζει στον κόσμο, να τον μετατρέψει από θεατή της ζωής του σε πρωταγωνιστή. Είχε ιδρώσει. Πώς να την πλησίαζε; Τι να της έλεγε; Έστεκε για λίγο και την περιεργαζόταν από μακριά. Έπρεπε να σπάσει την απραξία και την απάθεια που μαστίγωναν την έως τώρα μέρα του και την πρόσφατη ζωή του. Η προσέγγισή της ήταν ένα πολύ καλό πρώτο βήμα. Δεν έπρεπε να χάσει χρόνο. Εκείνη στεκόταν δυο γωνίες παραπάνω, όχι όμως για πάντα. Έπρεπε να προλάβει να της μιλήσει πριν φύγει. Άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος της. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά μετά από καιρό. Από μέσα του σκεφτόταν τι να της πει και έψαχνε μια αφορμή για να της πει να βγούνε. Το μυαλό του ήταν κενό και σε σύγχυση. Πέρασε την πρώτη γωνία. Λίγο ακόμη και θα την έφτανε, έπρεπε να σκεφτεί γρήγορα κάτι καλό. Μια αφορμή. Ένας δρόμος πλέον τον χώριζε από εκείνη που περίμενε έξω από το γωνιακό καφέ. Κινήθηκε προς το μέρος της όταν ξαφνικά λίγο πριν τη φτάσει, από την άλλη μεριά του δρόμου εμφανίζεται ένας τύπος πιο γρήγορος στο βήμα από εκείνον αλλά με τον ίδιο προορισμό. Ο τύπος φτάνει πρώτος φιλάει την κοπέλα και μπαίνουν στο καφέ.

Πολύ κακό τέλος για έναν πολύ δύσκολο αγώνα δρόμου. Στάθηκε μόνος του στη μέση του δρόμου άπραγος. Ο προσδιορισμός του για σήμερα παρέμεινε αυτός του "αδιάφορου περαστικού". Δεν κατόρθωσε να τον αλλάξει. Δεν κατάφερε καν να της μιλήσει. Δεν είχε βρει καν την αφορμή που έψαχνε για να της πει να βγούνε.

Τι ειρωνεία, σκέφτηκε, είμαι ένας αποτυχημένος κυνηγός αφορμών σε ένα γλυκανάλατο μυθιστόρημα.

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

απλό και πολύπλοκο

Είναι φορές που η απλότητα γοητεύει γιατί είναι πολύπλοκη και άλλες που η πολυπλοκότητα γοητεύει επειδή είναι απλή. Η γοητεία γίνεται ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο λιτό και στο σύνθετο αντανακλώντας διαφορετικές στιγμές μιας ίδιας ζωής. Αυτής που δε φυλακίζεται στο δίπολο άσπρου-μαύρου αλλά ξεσπάει στην εξέγερση των χρωμάτων. Κατ'αυτό τον τρόπο το απλό βλέμμα μιας γνωριμίας μπορεί να ταυτιστεί με το πολύπλοκο βλέμμα ενός αποχωρισμού εφόσον και στις δύο περιπτώσεις παράγεται συναίσθημα. Η ελευθερία του ανθρώπου δε βρίσκεται στη μόνιμη ευτυχία του, αλλά στη δυνατότητά του να καθορίζει πότε θα είναι χαρούμενος και πότε λυπημένος. Αυτή η διαστρέβλωση της έννοιας της ελευθερίας από το κράτος και τους εκφραστές του, επιτρέπει στο σύστημα να σφηνώνει την ελευθερία στο θεσμό της ιδιοκτησίας, στη σήψη του σεξισμού, στην περηφάνια του πατριωτισμού και στη ματαιοδοξία του κέρδους, φορώντας της το ένδυμα της ευτυχίας. Κάπως έτσι οι απολύσεις γίνονται "διαθεσιμότητα", το ξύλο από τους μπάτσους "επιβολή της τάξης" και τα μνημόνια "μηχανισμός στήριξης". Όλα για την "ελευθερία". Μια ελευθερία κενή και αδιάφορη. Μια ελευθερία προβλέψιμη. Μια ελευθερία που βρίσκεται στην τσέπη του εργοδότη, στους νόμους του κράτους και στην αντρίλα του νταβατζή. Το κακό με την "ελευθερία" τους είναι ότι δεν υπάρχει η ερωτοτροπία ανάμεσα στο απλό και στο πολύπλοκο. Είναι μια ελευθερία εναρμονισμένη με την εκμετάλλευση στο χώρο δουλειάς και το ριάλιτι στην τηλεόραση. Οι άνθρωποι δεν αποφασίζουν για τις ζωές τους, απλώς τις εξυπηρετούν. Δε βιώνουν τη χαρά και τη λύπη. Απλώς τη μαθαίνουν. Όμως η αέναη και ευθύγραμμη "ευτυχία" που τους παρέχει ο σύγχρονος φιλελεύθερος τρόπος ζωής δεν αντέχει αρκετά. Σε κάποιες συγκεκριμένες στιγμές καταρρέει από μια μικρή σύγκρουση απλότητας και πολυπλοκότητας που λέγεται ανάγκη. Ανάγκη για φαγητό, για αλληλεγγύη, για ίσα δικαιώματα και κυρίως για ελευθερία. Όταν η ανάγκη γίνει συνείδηση και δύναμη, ίσως από την "ελευθερία" τους να περάσουμε στην ελευθερία μας. Ίσως από το κόσμο τους να περάσουμε στο δικό μας. Απλό ή πολύπλοκο; Μάλλον και τα δύο.

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

χωρίς απάντηση

Ρώτησε
τη μοναξιά του

αν η μοναχικότητα
είναι
συνειδητή επιλογή
ή απρόσμενη κατάσταση.

Δεν του απάντησε.

Ισορρόπησε μόνη της
ανάμεσα στα δύο ενδεχόμενα
επιβεβαιώνοντας την ύπαρξή της

στο μυαλό
και στη ζωή
του ερωτώντος.

Σιωπή.

Άσχημη νότα
κι ας μη βγάζει ήχο.

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Ποιος είναι πραγματικά ΑΕΚ



Υπάρχει ακόμη αυτή η φωτογραφία. Εγώ ενός έτους χωμένος σε ένα κιτρινόμαυρο κασκόλ. Από τη μία να με κρατά ο θείος μου κι από την άλλη ο πατέρας μου. Όσο αστείο κι αν ακούγεται, η πρώτη σκληρή πόρωση που γνώρισα στη ζωή μου ονομάζεται ΑΕΚ.

Παρά το γεγονός ότι ο θείος μου με έπαιρνε από τριών ετών στη Φιλαδέλφεια και φρόντιζε να έχω όλες τις νέες εμφανίσεις της ομάδας (ναι και αυτές με τον ολόσωμο δικέφαλο), στο νηπιαγωγείο αισθανόμουν κάπως περίεργα όταν έλεγα πως είμαι ΑΕΚ καθώς όλοι οι υπόλοιποι ήταν ολυμπιακοί ή παναθηναϊκοί. Η αλήθεια είναι, πάντως, πως δεν είχα πλήρη συναίσθηση της απάντησής μου στην κλασική ερώτηση: "τι ομάδα είσαι;". Απαντούσα περισσότερο μηχανικά όπως απαντάει ένα παιδί όταν το ρωτάνε ποιο χρώμα του αρέσει.

Η συνειδητοποίηση της οπαδικής μου ταυτότητας ήρθε στην πρώτη δημοτικού. Με είχε πάρει ο θείος μου σε τρία παιχνίδια τα οποία τα θυμάμαι ακόμη (ΑΕΚ-Εθνικός Αστέρας:1-0, ΑΕΚ-ΠΑΣ Γιάννινα:4-2 και ΑΕΚ-Ηρακλής 2-0). Απίστευτο συναίσθημα. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που αναγνώριζα τον εαυτό μου ως κομμάτι ενός συνόλου. Ήμουν ΑΕΚ. Λάτρευα τα γκολ του Ντέμη στον Ολυμπιακό, τρελαινόμουν να φωνάζω τα συνθήματα της σκεπαστής, τσακωνόμουν την επόμενη μέρα στο σχολείο για τις φάσεις του ματς, γούσταρα να μπαίνω σφήνα στους καυγάδες των "αιωνίων", διάβαζα οπαδικές εφημερίδες και γενικότερα διαμόρφωνα την πρώτη μου ταυτότητα, να είμαι ΑΕΚ.

Καθώς τελείωνα το δημοτικό προσπάθησα να ιδεολογικοποιήσω τη συγκεκριμένη μου επιλογή. Έψαξα τις ιστορικές ρίζες της ομάδας και είδα σε τι διαφέρει από τις άλλες. Η ΑΕΚ δεν ήταν πολυτέλεια για τους ιδρυτές της αλλά ανάγκη. Φτωχοί άνθρωποι, πρόσφυγες από τη Μ.Ασία ήθελαν να έχουν ένα σημείο αναφοράς, καθώς οι εθνικισμοί τους είχαν σπρώξει στον ξεριζωμό, στην πείνα και στην εξαθλίωση. Πλέον, γυρνώντας στους δρόμους της Φιλαδέλφειας καταλάβαινα γιατί τα σπίτια ήταν μικρά, διώροφα, με ξύλινα μπαλκόνια, εξωτερική σκαλίτσα και ενιαίους χώρους. Οι κιτρινόμαυρες Κυριακές αποτέλεσαν το έναυσμα ώστε να αρχίσω να διαβάζω για τη μικρασιατική καταστροφή, για την αθλιότητα του πολέμου και τα συμφέροντα των από πάνω που χωρίζουν τους λαούς όπως οι φασίστες τους ανθρώπους σε άσπρους-μαύρους.

Φτάνοντας στο γυμνάσιο, είχα μια πιο καθαρή εικόνα για την ομάδα μου. Ήμουν ΑΕΚ και γούσταρα και ας μην έπαιρνα πρωτάθλημα, ούτε κύπελλο, και ας μην είχα ακριβούς ποδοσφαιριστές στο ρόστερ, και ας μην είχα πρόεδρο με πολλά φράγκα. Αρκούσε που γούσταρα. Μια μέρα στο σχολείο ήρθε ο Μανώλης Γλέζος. Όλοι είχαμε ετοιμάσει ερωτήσεις από πριν ώστε να μας διηγηθεί τις ιστορίες του από την κατοχή. Κάπου στο τέλος της εκδήλωσης, ένας μαθητής (από αυτούς του τελευταίου θρανίου) σήκωσε το χέρι του και τελείως αυθόρμητα χωρίς καμία προεργασία ρώτησε το Γλέζο "τι ομάδα είναι". Οι καθηγήτριες κοίταζαν αμήχανα το Γλέζο και επικριτικά τον μαθητή πιστεύοντας ότι ήταν μια πολύ αφελής ερώτηση. Ο Γλέζος χωρίς ίχνος ελιτισμού απάντησε σοβαρότατα: "Εγώ δεν ασχολιόμουν με το ποδόσφαιρο. Απ' όταν όμως η ΑΕΚ ταξίδεψε στο Βελιγράδι για να παίξει με την Παρτιζάν, εν μέσω των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ στη Σερβία, προκειμένου να στείλει αντιπολεμικό μήνυμα, δηλώνω ότι είμαι ΑΕΚ!". Γι άλλη μια φορά η λέξη ΑΕΚ με έκανε να μ'αρέσει που είμαι συνέχειά της. Μετά από την απάντηση αυτή του Γλέζου, τα προσωπικά μου ψαξίματα και τις στιγμές μου στο γήπεδο κατάλαβα πλήρως τι σημαίνει η φράση: "Είναι διαφορετικό να είσαι ΑΕΚ...". Η ΑΕΚ δεν είναι τα βίτσια του προέδρου, ούτε τα φράγκα των χορηγών, ούτε τα κατευθυνόμενα πρωτοσέλιδα των αθλητικών εφημερίδων. Η ΑΕΚ είναι μια ομάδα που φτιάχτηκε από γνήσια κίνητρα προσφύγων, ανθρώπων φτωχών, που βίωσαν σκληρό ρατσισμό από τους καθαρόαιμους Έλληνες του μεσοπολέμου. Η ΑΕΚ είναι τα προσφυγόσπιτα της φιλαδέλφειας και της ιωνίας, το καταφύγιο των καθημερινών δυσκολιών και η ανάμνηση μια άλλης ζωής. Η ΑΕΚ είναι μια ζωντανή ιστορία. Όχι με όρους εθνικιστικούς όπως αυτούς που προσπαθούν να της προσδώσουν κάποιοι τώρα τελευταία. Αλλά με όρους γνήσιους, εργατικούς, λαϊκούς και αντιφασιστικούς.

Μπαίνοντας στο λύκειο η ομάδα δε βλεπόταν αγωνιστικά. Απογοήτευση. Παρακμή. Υποβιβασμός στη Γ'Εθνική. Κι όμως ο κόσμος δίπλα της στα εύκολα και στα δύσκολα.

Σήμερα η ΑΕΚ ξαναγεννιέται, λένε όλοι. Ο Τίγρης θα τη βγάλει από τα δύσκολα. Θα χτιστεί και το γήπεδο. Όλα μια χαρά.

Όμως κάτι δε μου πάει καλά. Κάτι μου φαίνεται οξύμωρο. Φίλαθλοι της ΑΕΚ, συνέχεια της ιστορίας της, κομμάτια της εργατικής τάξης, εγγόνια προσφύγων, ακολουθούν και υπερασπίζονται τυφλά έναν επιχειρηματία που με όχημα την ΑΕΚ και την ιστορία της, κάνει μπίζνες. Πόσο συμβαδίζει αυτό άραγε με την ιστορία του συλλόγου; Σε καμία περίπτωση δεν αναγάγω την ποδοσφαιρική μου επιλογή σε πολιτική μου ταυτότητα, όμως δεν μπορώ να παραγνωρίσω τις ιστορικές καταβολές και τον κόσμο της ΑΕΚ. Πριν λίγες μέρες κάποιοι, πάλι στο όνομα της ΑΕΚ, σαν ιδιωτικός στρατός ενός μεγαλοεπιχειρηματία, κυνήγησαν κατοίκους της φιλαδέλφειας που εναντιώθηκαν στο ξεπούλημα της περιουσίας της φιλαδέλφειας στον Μελισσανίδη. Πραγματικά αναρωτιέμαι, ποιος είναι περισσότερο ΑΕΚ: αυτός που τα χώματα που ίδρωναν οι παπππούδες του για να χτίσουν τα σπίτια τους και το γήπεδο δε θέλει να τα χαρίσει σε έναν μεγαλοεπιχειρηματία που ψάχνει για κέρδη ή αυτός που ως αυτόκλητος εκφραστής της ΑΕΚ τραμπουκίζει κόσμο στην υπηρεσία ενός καπιταλιστή που πουλάει αεκοφροσύνη για λαϊκή κατανάλωση και ατομικά κέρδη. Το ανησυχητικό είναι ότι ο λαός της ΑΕΚ διαβρώνεται, ξεχνάει τις ρίζες του, τις καταβολές του και την ιστορία του για λίγο παραμύθι που του πουλάνε εντεταλμένοι δημοσιογράφοι.

Και για να μην παρεξηγηθώ. Προφανώς και θέλω το γήπεδο. Αλλά ένα γήπεδο που να πληροί τις πολεοδομικές προϋποθέσεις και να σέβεται το περιβάλλον. Ένα γήπεδο που να ανήκει στο λαό της ΑΕΚ και που δε θα έχει ως προαπαιτούμενο για την ανέγερσή του, το ξεπούλημα όλου του άλσους και της ευρύτερης περιοχής στον Μελισσανίδη. Ένα γήπεδο όπως αρμόζει στον κόσμο και στην ιστορία της ΑΕΚ.

Η ΑΕΚ δεν έχει σχέση με μπράβους, απειλές, δημοσιογραφικές συκοφαντίες, πάρε-δώσε με κυβερνητικά νομοσχέδια και ιδιωτικούς στρατούς επιχειρηματιών.

ΑΕΚ σημαίνει προσφυγιά ξεριζωμένη. Ας δείξουμε τι σημαίνει αυτό.



Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

ανεξίτηλα

Το μέσα της
λευκή σελίδα.

Περαστικοί, φίλοι,
γνωστοί, εχθροί
και καιροσκόποι

ζωγραφίζουν πάνω
με μανία.

Την ομορφιά.

Την ασχήμια.

Τη μέρα.

Τη νύχτα.

Όταν πάψει
να εξαρτάται
από το μελάνι τρίτων
ίσως αρχίσει
να αφήνει το δικό της σημάδι.

Όχι σε λευκές σελίδες,
αλλά στην πολύχρωμη πραγματικότητα.

Όχι πρόσκαιρα.
Ανεξίτηλα.

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Θα φυσάει

τσαλακωμένο χαρτί στο παρακμιακό ασανσέρ
και ξεραμένο αίμα στο καρτοτηλέφωνο της πλατείας

απελπισμένοι και τρελοί αρχίζουν να μοιάζουνε
στον τρόπο που ονειρεύονται την απόδραση

μια μπύρα στην ταράτσα σκέφτεται να πέσει
καθώς περνάει από κάτω μια κυρία με τα ψώνια

στο γραμματοκιβώτιο έχει ξεμείνει ένα διαφημιστικό πίτσας
και στο ψυγείο ένα παλιό μήλο

κυνηγοί πτυχίων και πτυχία κυνηγών
τσακώνονται σε υφάκια ανωτερότητας και μούσκουλα ανδρείας

περιφερόμενες στολές στους δρόμους
επιβεβαιώνουν τη μονιμότητα των αποκριών

μπάτσοι, κλόουν, ρακένδυτοι και πόρνες
γεμίζουν το αθηναϊκό πάρτυ

κάποιοι αρέσκονται στον ετεροπροσδιορισμό,
άλλοι γράφουν μόνοι τους τα στοιχεία τους

κάποιοι παλεύουν με τη σημαία στην κωλότσεπη,
άλλοι με την ταξική τους ιδιότητα

η κυρία του τρίτου που έχει νευριάσει με το διαχειριστή
δεν αντέχει το θόρυβο των παιδιών στον τέταρτο

κουρασμένες καλημέρες φλερτάρουν με τις πρόθυμες καληνύχτες
σε μια περίεργη ώρα που δεν είναι ούτε πρωί ούτε βράδυ

η καταπιεσμένη συνήθεια εκτονώνεται στη βόλτα με το σκύλο,
στα κινηματογραφικά ποπκόρν και στο σεξιστικό κρεσέντο

συνετά ζευγαράκια ψάχνουν για μεσίτες
μπας και στεγάσουν τον καμουφλαρισμένο φόβο τους

η σχιζοφρένεια και η κανονικότητα γίνονται συνώνυμες
ενώ στο πικάπ τραγουδάει η πρέζα του '70

τελικά ποιος άκουσε τι καιρό θα κάνει σήμερα;
νομίζω θα βρέξει, μπορεί να έχει και ήλιο

πάντως σίγουρα θα φυσάει

Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014

Εργάτης

Εργάτης. Είναι αυτός που φτιάχνει τους δρόμους και τα σπίτια. Αυτός που δεν αποθηκεύει το κέρδος του ώστε να το επανεπενδύσει αλλά αρκείται στην επιβίωση. Εργάτης είναι αυτός που έκανε την Παρισινή κομμούνα, τον Οκτώβρη του '17, την Ισπανία του '36, το Μάη του '68 και συνεχίζει ακάθεκτος. Αυτός που ο Νταλάρας τον υμνεί και μειώνεται η αξία του και αυτός που ο Πανούσης τον βρίζει και αναδεικνύεται η αξία του. Εργάτης είναι αυτός που καλοπιάνουν οι ρουφιάνοι, αυτός που στοχοποιούν οι φασίστες και αυτός που εκμεταλλεύονται τα αφεντικά. Αυτός που σκοτώνεται για να γίνουν οι ολυμπιακοί αγώνες και το μουντιάλ. Εργάτης σημαίνει ότι το ψωμί που τρώω το έχει φτιάξει κάποιος άλλος σαν εμένα. Σημαίνει ότι βλέπω σβάστικα και αντιδρώ σαν το Φύσσα. Εργάτης δεν είναι το λεπτό καρτούν με το κράνος που παλεύει ενάντια στους παχύσαρκους με τα ψηλά καπέλα. Εργάτης είναι ο ιδρώτας που χύνεται στους χώρους εργασίας, η πάλη που δίνεται ενάντια στην καταπίεση και ο παλμός που δονεί το σύμπαν στις γενικές απεργίες. Είναι αυτός που παλεύει ενάντια στο σύστημα που κλέβει την εργασία του για να πλουτίζουν οι νόμιμοι κλέφτες. Εργάτης είναι τα ροζιασμένα και πρησμένα χέρια του ογδοντάχρονου γέρου στη γωνία του δρόμου και το βλέμμα του όταν θυμάται τη Μακρόνησο. Εργάτης δεν είναι το τσιράκι και ο επαγγελματίας απεργοσπάστης. Εργάτης είναι ο "Λένιν" στη βιβλιοθήκη και ο "Τσιτσάνης" στο παλιό πικάπ. Είναι το εξαπατημένο πασόκ μα και το συνειδητό προλεταριάτο. Εργάτης είναι αυτός που δε χρησιμοποιεί πληθυντικό ευγενείας αλλά ξέρει να σέβεται τον διπλανό του. Είναι αυτός που απεχθάνεται το κουστούμι γιατί η γραβάτα τον πνίγει, το σακάκι τον σκάει και το άσπρο πουκάμισο θα το λερώσει εύκολα. Εργάτης είναι αυτός που δεν είναι μπάτσος και αυτός που δε χτυπάει την τάξη του. Είναι αυτός που απέναντι στη λέξη έθνος βάζει τη λέξη τάξη. Εργάτης είναι ο πακιστανός στη Μανωλάδα, ο αλβανός στη οικοδομή και ο κενυάτης στα φανάρια. Εργάτης είναι αυτός που δουλεύει στο εργοστάσιο αλλά και αυτός που δουλεύει στο σχολείο και στο νοσοκομείο. Αυτός που δε ζει εις βάρος άλλων. Εργάτης είναι η Μαρία και ο Γιώργος αλλά και ο Γιώργος που αισθάνεται Μαρία ή Μαρία που αισθάνεται Γιώργος. Είναι η ιδιότητα που μόνιμα είναι ριγμένη σε σχέση με την ιδιότητα του εκμεταλλευτή της. Εργάτης είναι αυτός που μετά τη δουλειά πιάνει το κομπολόι γιατί τα χέρια του δεν έχουν συνηθίσει να είναι άπραγα. Είναι αυτός που η λέξη πίεση δεν τον παραπέμπει στο πιεσόμετρο αλλά στην εντατικοποίηση. Εργάτης είναι αυτός που δε χρειάζεται ρολόι γιατί έχει μάθει να υπολογίζει το οχτάωρο με το μυαλό του. Είναι το μισοτελειωμένο τσιγάρο στο διάλειμμα και η ελπίδα πως μια μέρα θα το τελειώνει με την ησυχία του. Εργάτης εν τέλει είναι αυτός που πάραγει όλο τον πλούτο σε αυτή την κοινωνία αλλά όχι για τον εαυτό του. Είναι αυτός που από την Αθήνα μέχρι τη Σεούλ και από τη Σεούλ μέχρι το Σάο Πάολο, πιστεύει σε μία μόνο λέξη, στην ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Ο "κύριος Δήμαρχος"

Κάποιοι νομίζουν πως είμαστε ακόμη στην εποχή του Γκόρτσου, του Μαντά και του Μαυρογιαλούρου. Έχουν την αίσθηση πως το πόπολο ψάχνει απεγνωσμένα έναν αστό ηγέτη με κύρος, προκειμένου να λύσει τα άπειρα προβλήματά του. Παράγοντες των δήμων, πολιτικάντηδες τοπικής εμβέλειας με βλέψεις ανέλιξης καθώς και άνθρωποι του "διπλανού καναπέ", μπήκαν σε καθώς πρέπει κουστουμάκια και ταγεράκια με στόχο "έναν καλύτερο δήμο".

Είναι πραγματικά αστείος ο τρόπος με τον οποίο μεταλαμπαδεύεται ο παραγοντισμός του κεντροδεξιού χώρου από γενιά σε γενιά. Άνθρωποι συσπειρώνονται γύρω από ένα όνομα και αυτό είναι όλο. "Θα θα θα". Καμία πολιτική προσέγγιση των προβλημάτων της τοπικής κοινωνίας παρά μόνο τυφλή εναπόθεση των ελπίδων του κάθε δημότη είτε στον πιο συμπαθή, είτε στον πιο ρουσφετολόγο είτε στον πιο "γείτονα" υποψήφιο.

Η κλασική εικόνα του υποψήφιου δημάρχου έχει κάθε τέσσερα χρόνια τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά. Ο δήμαρχος πρέπει πάση θυσία να είναι άνδρας. Το κύρος, η αποφασιστικότητα και το αγνό αλλά συνάμα επίμονο βλέμμα το έχει μόνο ένας άνδρας. Επίσης ένας άνδρας γύρω στα 50. Είναι επιβεβλημένο να είναι ψημένος στη ζωή έχοντας ασκήσει το επάγγελμα του γιατρού, του δικηγόρου ή του αρχιτέκτονα. Σίγουρα πρέπει να προέρχεται από πολιτική οικογένεια ή να είναι ενταγμένος στο πράσινο ή στο γαλάζιο πολιτικό κάστρο από μικρός. Τα κάστρα αυτά, βέβαια, σήμερα έχουν ξεβάψει και οι χρόνιοι υπερασπιστές τους σηκώνουν την παντιέρα της "ανεξάρτητης κίνησης", αλλά ίδιον του σωστού πολιτικού ανδρός είναι η ικανότητά του να ελίσσεται ανάλογα με τας συνθήκας. Άλλο χαρακτηριστικό είναι ότι ο υποψήφιος δήμαρχος πρέπει να τραβήξει μια λαοφιλή φωτογραφία που να εμπνέει εμπιστοσύνη. Ένα καλοπροαίρετο χαμόγελο, ένα καλό χτένισμα, ένα καλό ζευγάρι γυαλιά μυωπίας και ένας καλός φωτογράφος να εξαφανίσει τις όποιες ατέλειες του προσώπου, είναι αυτά που αρκούν για να πείσουν τον κόσμο για τις αγνές προθέσεις του και την εργατικότητά του. Σε κάθε περίπτωση ο υποψήφιος δήμαρχος πρέπει να τα έχει καλά με τη νέα γενιά και τα ΚΑΠΗ. Στην πρώτη τάζοντας το χτίσιμο γηπέδων, τη δημιουργία στούντιο ηχογράφησης και τη διάθεση δημοτικών χώρων για πάρτι και στα δεύτερα υποσχόμενος εκδρομές και απαγόρευση των πάρτι. Επιπρόσθετα, αυτό που πρέπει να προσδιορίζει έναν υποψήφιο δήμαρχο αυτής της κοπής δεν είναι άλλο από το σύνθημά του. Το συγκεκριμένο λόγο του που θα αγγίξει τον κάθε νοικοκυραίο και θα εστιάζει στα προβλήματα. Φράσεις όπως "όραμα για την πόλη", "προοπτική για το δήμο", "ανάσα για την τοπική κοινωνία", "οξυγόνο στην τοπική δύσπνοια" κλπ είναι τσιτάτα που αδιαμφισβήτητα πιάνουν. Άλλο βασικό χαρακτηριστικό που απαιτείται να έχει ο σωτήρας του εκάστοτε δήμου είναι το να μην είναι ομοφυλόφιλος ή εργένης, αλλά οπωσδήποτε παντρεμένος με θρησκευτικό γάμο και να έχει τουλάχιστον δύο παιδιά. Η κεφαλή του δήμου δεν μπορεί να είναι ξεχάρβαλη. Πρέπει να προωθεί τα ορθά πρότυπα και να επικροτεί τις ηθικά και κοινωνικά αρμόζουσες συμπεριφορές που δεν προσεγγίζουν ποικιλοτρόπως τον τοιουτισμό ή την πάσης φύσεως κομμουνιστική αντίληψη για τη ζωή. Αυτό, όμως, που αναμφισβήτητα πρέπει να υποδηλώνει την αξία του εν δυνάμει δημάρχου είναι η σιγουριά της νίκης και το πρεστίζ του. Στα σουαρέ σε διάφορα σπίτια ο υποψήφιος πρέπει να είναι αλλαζονικός αλλά ταυτόχρονα και Βασιλάκης Καϊλας. Πρέπει να αποκτήσει τον τίτλο του "καλού παιδιού" που όμως ξέρει και μπορεί να τα βάλει με τη διαπλοκή. Χωρίς αμφιβολία ο δήμαρχος καλείται να μη δείχνει ανασφαλής και να μην έχει υψοφοβία. Το μεγάλο βράδυ της νίκης είναι νόμος το να βγει σε κάποιο μπαλκόνι και να σηκώσει στα χέρια το μικρό του γιο στέλνοντας υποσυνείδητο μήνυμα πως "δε θα γλιτώσετε ποτέ από το όνομά μου γιατί ακολουθούν απόγονοι". Τέλος ακόμη και αν το ΠΑΣΟΚ ψυχορραγεί, πρέπει ο ίδιος να μην απαλλαγεί ποτέ από τη νοοτροπία που το κομματικό αυτό "τέρας του σοσιαλισμού" δίδασκε με αριστερή φρασεολογία και δεξιά συνείδηση επί δεκαετίες.

Εκατοντάδες τέτοιες γραφικές φιγούρες, όπως το προαναφερθέν πρότυπο του σωστού δημάρχου, έχουν γεμίσει τους τοίχους στις γειτονιές, τις σελίδες στις τοπικές εφημερίδες και τα διαφημιστικά φυλλάδια που τρυπώνουν κάτω από τις πόρτες των σπιτιών. Πρόκειται για μια καθαρή εισβολή της πιο κακόγουστης πολιτικής πρακτικής και αισθητικής στην ζωή μας. Μια νοοτροπία που καλλιεργούσε επί χρόνια την παράλογη λογική της ανάθεσης, τον ωχαδερφισμό και την καναπεδοποίηση μιας μεγάλης μερίδας του κόσμου. Όταν η εξαπάτηση γίνεται επάγγελμα και η κοροϊδία πολιτική καριέρα, το συντριβάνι στην πλατεία, οι λάμπες στους δρόμους και οι δημοτικές επιχειρήσεις θα λειτουργούν μόνο τους τρεις μήνες της προεκλογικής περιόδου. Έτσι για τη φιγούρα και την επιβράβευση του προηγούμενου τετράχρονου αράγματος στην καρέκλα του τοπικού άρχοντος. Μόνο που πια οι καιροί άλλαξαν. Πλέον το σιντριβάνι, η λάμπα και η δημοτική επιχείρηση δεν πείθουν. Άνθρωποι μένουν χωρίς φαγητό, ρεύμα ή νερό. Οι επιπτώσεις της πιο βάρβαρης νεοφιλελεύθερης επίθεσης αποτυπώνονται στη φτώχεια, την ανέχεια και τα προβλήματα του απλού κόσμου. Ενός κόσμου που κάποτε πίστεψε στον κάποιο "κύριο δήμαρχο" και τώρα πληρώνει τα χρέη που ο τελευταίος μαζί με τον πολιτικό του φορέα και τους "σπόνσορές" του δημιουργούσε επί χρόνια.

Ο "κύριος δήμαρχος" έχει πεθάνει. Αυτοί που κυκλοφορούν είναι το φάντασμά του που πλέον δεν προκαλεί θαυμασμό αλλά αποστροφή και αηδία. Όσοι ψάχνουν ακόμη τον "κύριο δήμαρχο" μπορούν να πάνε να χωθούν στο πολιτικό του νεκροταφείο και να αναλάβουν το όποιο κόστος για τη συνειδητή αυτοκτονία τους. Όσοι όμως θέλουν μια άλλη κοινωνία οφείλουν να απαλλαγούν από τις αυταπάτες του παρελθόντος και να πάψουν να ζητούν τους σωτήρες. Οφείλουν να ενταχθούν σε ένα μαζικό κίνημα, εν προκειμένω, ένα αυτοδιοικητικό πολιτικό κίνημα ανατροπής σε τοπικό επίπεδο. Σε ένα κίνημα που την ανατροπή δε θα την κάνουν "κυρίες και κύριοι" αλλά "συντρόφισσες και σύντροφοι". Σε ένα κίνημα που ο στόχος του δε θα είναι το όραμα για το συντριβάνι αλλά η πάλη για τις ανάγκες του κόσμου.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Φαύλος κύκλος

Το ψυγείο και το συναίσθημά του
είναι άδεια.

Είπε να ετοιμαστεί αναλόγως μπας και τα γεμίσει.

Ντύθηκε με την ακριβή φτήνια του,
κουβάλησε τη βολική αυταπάτη του,
επωμίστηκε το πατριωτικό καθήκον του
και ξεκίνησε.

Βγαίνοντας απ΄την πόρτα
βρήκε τον εαυτό του να τον περιμένει
καθιστός στην άνετη πολυθρόνα.

Ένιωσε λίγο άσχημα.

Ξανακοιμήθηκε.

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Ραγισμένο ποτήρι

ποτήρι
στη μέση του τραπεζιού
ραγισμένο
με θρυμματισμένες άκρες

γύρω του χείλη
θέλουν να σμίξουν
μαζί του
αλλά διστάζουν

τα θελκτικά
φοβούνται
ότι το έντονο κόκκινο
θα ξεβάψει στη γυάλινη ρωγμή

τα γέρικα
και αφυδατωμένα
έχουν ξεχάσει
να διψάσουν

τα κραγιοναρισμένα
εξαρτούν
τη διακινδύνευση
από το περιεχόμενο του ποτηριού

τα φοβικά
δεν πίνουν
χωρίς
καλαμάκι

μόνο τα ματωμένα
ήπιαν χωρίς δισταγμό.
έχουν μάθει
και από πληγές
και από αίμα

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

"κολάσιμος" ερωτισμός

Ζεις
Στην παράνομη σαρκική επαφή

Στο άθρησκο άγγιγμα του ομόφυλου βλέμματος
Ανθίζεις

Φοβάσαι
Το φοβικό κρεσέντο του αυτάρεσκου μουστακιού

Τα χαμόγελα της πρωτόγονης σεξουαλικής περηφάνιας
Ανέχεσαι

Κρύβεσαι
Σε πληρωμένα στερεότυπα ή σε ξεπουλημένα κορμιά

Στα συκοφαντημένα κελιά της προσδιοριζόμενης ανωμαλίας
Κλειδώνεσαι

Πληγώνεσαι
Από την ορθότητα της κανονικότητας

Από τον πρότερο καθορισμό του ηθικά σωστού
Στιγματίζεσαι

Ακούς
Την τριβή χαρτονομισμάτων στις τσέπες διάσημων ομοίων σου

Τη διαπόμπευση μιας πραγματικότητας όμοιας με τη δική σου
Αισθάνεσαι

Θυμώνεις
Ο ερωτισμός σου πουλιέται στις αγορές του κανιβαλισμού, σαν κλισέ φιγούρα, σαν αστείο

Όμοιος σου είναι αυτός που λατρεύει την αγάπη ανεξαρτήτως προσδιορισμού, όχι άλλος
Συμπεραίνεις

Σκέφτεσαι
Τα μάτια κοιτούν με τον ίδιο τρόπο το φως και το σκοτάδι

Όχι όμως τον έρωτα
Καταλήγεις.


Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Η θεωρία του σοσιαλφασισμού, η απομόνωση και η ήττα

Μία από τις μελανότερες σελίδες στην ιστορία του εργατικού κινήματος και της εργατικής τάξης γενικότερα, γράφτηκε στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Η νίκη της πιο αντιδραστικής και βάρβαρης μορφής του φασισμού στη Γερμανία, όπως εκφραζόταν από τους ναζί, και μάλιστα χωρίς κάποια ουσιαστική αντίδραση από την εργατική τάξη, σίγουρα δημιουργεί προβληματισμούς σχετικά με το πως έγινε δυνατή μια τέτοια καταστροφή και τι συμπεράσματα μπορούμε να εξάγουμε για το σήμερα.

Αξίζει σε πρώτο στάδιο να εξετάσουμε το κοινωνικό πλαίσιο της Γερμανίας στις αρχές της δεκαετίας του ’30 και το τι πολιτικές επιλογές υπήρχαν για την εργατική τάξη. Η Γερμανία ήταν μια ανεπτυγμένη χώρα και πιθανώς περιελάμβανε τον πιο ανεπτυγμένο βιομηχανικό καπιταλισμό των ημερών της. Οι βιομηχανικοί εργάτες αποτελούσαν το 30% του πληθυσμού ενώ μαζί με τους εργάτες γης έφταναν το μισό πληθυσμό της Γερμανίας. Ένα άλλο 20% αποτελούσε τη νέα μεσαία τάξη και το εναπομείναν 30% συγκροτούνταν από τις παλιές τάξεις. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό πως η εργατική τάξη στη Γερμανία είχε τις δυνατότητες να τσακίσει τόσο το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα εκμετάλλευσης, όσο και τους φασίστες.

Το μεγαλύτερο κομμάτι της υποστήριζε το ρεφορμιστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD και οργανωνόταν στο προσκείμενο σε αυτό συνδικάτο ADGB. Παρότι το SPD είχε μια τεράστια εργατική βάση, στην πραγματικότητα δεν είχε κάποιο αντικαπιταλιστικό πρόταγμα και ήταν στρατευμένο στη διατήρηση της αστικής δημοκρατίας. Με το ξέσπασμα της κρίσης στα τέλη της δεκαετίας του ’20, το SPD, παρά τις βαθιές ρίζες του στα συνδικάτα, δε δίστασε να στραφεί ενάντια στους ίδιους τους υποστηρικτές του συμφωνώντας σε μια σειρά καταστροφικά μέτρα για τους εργαζόμενους. Το δημιούργημά του, η δημοκρατία της Βαϊμάρης, αποτέλεσε ένα από τα τελειότερα παραδείγματα ταξικής συνεργασίας που έχουν υπάρξει. Παρ’όλα αυτά, η θέση του SPD θα γινόταν ακόμη πιο δυσμενής μεταξύ του 1929-1932, όταν η κρίση οδήγησε στην πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 42% και στην εμφάνιση έξι εκατομμυρίων ανέργων σε έναν εργατικό πληθυσμό είκοσι εκατομμυρίων.

Στο έδαφος αυτής της κατάστασης αναπτύχθηκε ταχύτατα ο ναζισμός με μια έκρηξη των ποσοστών του από 2,6% το 1928 σε 37,4% το 1932. Το ναζιστικό κόμμα πάτησε στην αγανάκτηση των μεσαίων στρωμάτων και των εργατών. Τα τάγματα εφόδου από μια απομονωμένη χούφτα τραμπούκων έφτασε να απαρτίζεται από 400.000 ένστολους φονιάδες, ενώ σχεδόν το σύνολο της μεσαίας τάξης εγκατέλειψε τα παραδοσιακά αντιδραστικά κόμματα και εντάχθηκε στο ναζιστικό κόμμα, το οποίο αποτελούσε μια σταθερή απειλή για το εργατικό κίνημα. Σε αυτές τις συνθήκες είναι προφανές ότι η εργατική τάξη θα έπρεπε να προτάξει ένα σχέδιο επιθετικής ενότητας ενάντια στους ναζιστές με πρωτοβουλία του πιο επαναστατικού κομματιού της, του KPD (ΚΚΓ). Το KPD, όμως, δεν προχώρησε ποτέ σε μια τέτοια κίνηση. Ήταν μέλος της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) και από το 1923 και έπειτα, υπαγόταν όλο και περισσότερο στον άμεσο έλεγχο της και στις πολιτικές που προωθούσε ο Στάλιν και οι υποστηρικτές του. Η γραμμή της Κομιντέρν εκείνη την περίοδο ανέπτυσσε τη θεωρία του «σοσιαλφασισμού», σύμφωνα με την οποία, δεν υπήρχαν περιθώρια συνεργασίας με την εργατική βάση της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στο φασισμό καθώς προβαλλόταν το επιχείρημα ότι το SPD και το ναζιστικό κόμμα εξυπηρετούσαν το ίδιο σύστημα. Έτσι, λοιπόν, το KPD, υιοθετώντας την ίδια ρητορική απέναντι σε όλους τους πολιτικούς χώρους, βρέθηκε απομονωμένο και μικρό για να αντιμετωπίσει τόσο το καπιταλιστικό σύστημα όσο και τους φασίστες.

Ο λόγος που το KPD υιοθέτησε αυτή την αριστερίστικη και αυτοκτονική πολιτική για το ίδιο και την τάξη που εκπροσωπούσε, βρισκόταν στην περίφημη θεωρία του «σοσιαλφασισμού» που προωθούσε εκείνη την εποχή η Κομιντέρν υπό τις εντολές του Στάλιν. Η θεωρία αυτή υποστήριζε ότι σε περίοδο κρίσης, το αστικό κράτος μετατρέπεται σε όργανο φασιστικής κυριαρχίας και κατ’ αυτόν τον τρόπο σε χώρες με ισχυρές σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις, η φασιστική δικτατορία είναι οργανωμένη μέσα από τα ίδια τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αυτή η μορφή φασισμού είναι πολύ πιο επικίνδυνη από το χιτλερικό είδος, έλεγε η Κομιντέρν, επειδή το πλεονέκτημα που έχουν οι «σοσιαλφασίστες» στις μάζες, τους επιτρέπει να σταματούν την αντεπίθεση των μαζών στη φασιστική δικτατορία που ήδη υπάρχει. Η αστεία (εξετάζοντας τα μελλοντικά γεγονότα) αυτή θεωρία ουσιαστικά ταύτιζε το φασισμό με την αστική δημοκρατία και ο ενιαιομετωπικός αγώνας ενάντια και στους δύο, θα μπορούσε να προχωρήσει μόνο με βάση αυτή την παραδοχή. Οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες, δηλαδή, έπρεπε να παραδεχτούν ότι οι ηγέτες τους ήταν το ίδιο με τους ναζί, προκειμένου να πολεμήσουν τους φασίστες μαζί με το KPD. Πρόκειται για μια σκέτη παράνοια που με βεβαιότητα θα οδηγούσε στην ήττα της εργατικής τάξης όπως και έγινε.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που αναδεικνύουν την ανεδαφικότητα της θεωρίας του σοσιαλφασισμού και της στρέβλωσης της ενιαιομετωπικής λογικής που ακολούθησε το KPD. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αξίζει να τονισθεί ότι η σοσιαλδημοκρατία της δεκαετίας του ’30, δεν είχε καμία σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, ή έστω πριν κάποια χρόνια (πχ ΠΑΣΟΚ). Η σοσιαλδημοκρατία της περιόδου εκείνης ήταν πολύ πιο ριζοσπαστική απ’ότι σήμερα, με δυναμική παρουσία στα συνδικάτα και ισχυρούς δεσμούς με την εργατική τάξη ως τέτοια. Παρά τις προδοσίες και τα πισωγυρίσματα του, οι εργάτες που ανήκαν στο SPD έδιναν μεγάλους εργατικούς αγώνες και με την κατάλληλη επαφή και ζύμωση με τους κομμουνιστές θα μπορούσαν να είχαν τσακίσει τη ναζιστική απειλή πριν προλάβει το φίδι να βγει από το αυγό του. Δυστυχώς, όμως, η γραμμή της Κομιντέρν οδήγησε την εργατική τάξη της Γερμανίας στη διάσπαση, στην αδράνεια και στην ήττα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η αντίφαση της θεωρίας του σοσιαλφασισμού αναδεικνύεται από το ότι, παρά το γεγονός ότι οι ρεφορμιστικές πολιτικές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων άνοιξαν το δρόμο για το φασισμό, οι ίδιες οι σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις επρόκειτο να διαλυθούν από την άνοδο του φασισμού στην εξουσία. Αυτό αναδεικνύει τη δυνατότητα αλλά και τη σημασία που θα είχε ο εξαναγκασμός της ηγεσίας της σοσιαλδημοκρατίας για ενιαίο μέτωπο κόντρα στους φασίστες υπό την πίεση της επαναστατικής πρωτοπορίας του KPD. Τέλος, σε τρίτο επίπεδο, οι επαναστάτες αντιλαμβάνονται το ενιαίο μέτωπο ως μια μέθοδο κινητοποίησης των εργατών «από τα κάτω». Κανένας αληθινός κομμουνιστής δεν ενδιαφέρεται για τον ηθικό ή πολιτικό «προσηλυτισμό» των λίγων σοσιαλδημοκρατών ηγετών. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η κίνηση των μαζών σε επαναστατική κατεύθυνση και αυτό επιτυγχάνεται μέσα από το ενιαίο μέτωπο, που θα βασίζεται στην πραγματική πολιτική ζύμωση με τη βάση της σοσιαλδημοκρατίας αντιμετωπίζοντάς την ως τμήμα της εργατικής τάξης και όχι ταυτίζοντάς τη με τον φασισμό. Γιατί τότε ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης αντιδραστικά θα γυρίσει την πλάτη στην επαναστατική προοπτική. Ο Τρότσκι πολύ πετυχημένα τόνιζε ότι «όποιο κόμμα αντιπαραθέτει μηχανιστικά τον εαυτό του, στην ανάγκη της εργατικής τάξης για ενότητα στη δράση, θα κερδίσει δίχως άλλο την περιφρόνηση των εργατών» και είχε απολύτως δίκιο. Τα μετέπειτα γεγονότα με μια τραγική ειρωνεία τον δικαίωσαν.

Το αποτέλεσμα της πολιτικής του KPD υπό την καθοδήγηση της Κομιντέρν και του Στάλιν ήταν οδυνηρά και καταστροφικά για το προλεταριάτο. Ο Χίτλερ μετά τη νίκη του διέλυσε πρώτα το KPD, έπειτα την ADGB και τέλος το SPD. Πρόκειται για ένα ολοκληρωτικό τσάκισμα της εργατικής τάξης και κάθε δυνατότητάς της στη διεκδίκηση. Αμέσως μετά την ήττα στη Γερμανία η Κομιντέρν δήλωνε : «Η ηρεμία που διαδέχθηκε το θρίαμβο του φασισμού είναι μόνο ένα μεταβατικό φαινόμενο .... η εγκαθίδρυση της ανοιχτά φασιστικής δικτατορίας.... αυξάνει τους ρυθμούς προέλασης προς την προλεταριακή επανάσταση». Είναι ιδιαίτερα αστείο το γεγονός ότι η σταλινική Κομιντέρν θεωρούσε πως η καταστροφή των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των πολιτικών κομμάτων και των τεράστιων κατακτήσεων των εργαζομένων μετά από εκατοντάδες χρόνια εργατικών αγώνων, ήταν μια «απελευθέρωση» που θα άνοιγε το δρόμο για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Δυστυχώς πλέον ήταν πολύ αργά. Η εργατική τάξη είχε τη δυνατότητα να αντεπιτεθεί ως ενιαίο σύνολο απέναντι στο φασισμό και δεν το έκανε. Τραγική συνέπεια ήταν η συντριβή της και η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία.

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

παράξενη μέρα

ανακύκλωση διαλόγων καθημερινότητας
απειλεί το εξεγερσιακό σκουπίδι

η επαναστατημένη άνοιξη
σκλαβώνεται στην υποχρέωση

και η κατσαρόλα σιγοβράζει
και η τηλεόραση παίζει το ίδιο κανάλι

αυτό που δείχνει σκοτωμούς κάπου μακριά
και τους δικαιολογεί

μάλλον η δύναμη της αυταπάτης
περιορίζεται στο ακίνητο, το στατικό

κάποιος έγδαρε το χέρι του
για να δει αν βγάζει ακόμη αίμα

στην άκρη του πεζοδρομίου
στέκουν μπάτσοι και πρεζέμποροι με τον ίδιο σκοπό

νόμιμο και παράνομο χαστούκι
στο αριστερό μάγουλο

η φυλλάδα στο περίπτερο δίνει δώρο cd
και κουπόνια για το σούπερ μάρκετ.

ξέχασε να φορτίσει και το κινητό
και θα τον ψάχνουν οι ενοχές του

μπήκε στο σύστημα για να το γκρεμίσει από μέσα
και τελικά προτίμησε το ρετιρέ του

και ας έβριζε τους μπουρζουάδες
και τα βρώμικα φράγκα

κάποιοι καθάρισαν για πάντα
ρουφώντας τη βρώμα του χαρτονομίσματος με μανία

μόνο που μετά την εισπνοή ακολουθεί η εκπνοή
και η βρωμιά σκορπίζεται

στα κτίρια, στο ύφος των γραφειοκρατών
και στις βιβλιοθήκες των μικροαστών.

σάπια πόλη, σάπιες ιδέες
κι όμως ακόμη μερικοί μιλούν για επανάσταση

η ταμπέλα έγραφε "στοπ"
κάποιος, λένε, το παραβίασε και δε σκοτώθηκε





Πέμπτη, 6 Φεβρουαρίου 2014

Σοκολατάκι με λικέρ

Πριν από μερικές μέρες έφαγα ένα σοκολατάκι με λικέρ και τη θυμήθηκα. Τη βλέπαμε περίπου δύο με τρεις φορές το χρόνο όταν μας καλούσε στο σπίτι της πίσω από την πλατεία Αμερικής σε διάφορες γιορτές. Κυρίως του αγίου Ιωάννου στη γιορτή του άντρα της. Ο λόγος για τη θεία μου την Αντριάννα, κατα κόσμον "Ντάνα" που πέθανε πριν από λίγους μήνες.

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που τους γνωρίζεις στην παιδική και εφηβική σου ηλικία και παρότι δεν έχεις τίποτα κοινό με αυτούς, σου αφήνουν κάτι γλυκό να θυμάσαι. Η θεία μου, αδερφή της γιαγιάς μου, σίγουρα ήταν μία από αυτούς. Είχε τον τύπο της κλασικής αστής. Μεγάλωσε στην Πάτρα και αργότερα ήρθε στην Αθήνα. Δούλευε στη νομαρχία, ήταν ανεξάρτητη και παντρεύτηκε σχετικά μεγάλη το θείο μου, που αφού τελείωσε η ζωή του στα πλοία, έγινε λογοτέχνης. Δεν έκανε παιδιά και πάντα φρόντιζε τον εαυτό της. Όταν πηγαίναμε σπίτι της οικογενειακώς στη γιορτή του θείου μου, πάντοτε έβαζε τα καλά της ρούχα, φόραγε οπωσδήποτε κραγιόν, έβαφε τα νύχια της και φόραγε τα αγαπημένα της κοσμήματα. Μικρός τη θεωρούσα κάπως περίεργη, γιατί πάντοτε θα σχολίαζε κάποια καινοτομία της εμφάνισής μου. Κυρίως δεν της άρεσαν τα "καρφάκια" που έκανα τα μαλλιά μου στο δημοτικό. Πάντοτε όμως είτε θετικά είτε αρνητικά θα σχολίαζε το ντύσιμο ή την κόμμωση εμένα και του αδερφού μου από τη ματιά μιας καθως πρέπει μεγάλης ηλικιακά κυρίας. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν και το αγαπημένο μου. Μάλλον τη θεωρούσα κάπως συντηρητική, δίχως να αντιλαμβάνομαι πλήρως τότε την έννοια του όρου.

Στις 7 Γενάρη κάθε χρόνο άνοιγε το σπίτι της και από τις οκτώ ως τις εννιά το βράδυ εκείνης της μέρας, εγώ και ο αδερφός μου για μία ώρα μπαίναμε σε έναν τελείως άλλο κόσμο. Κάπως ξένο για την ηλικία μας και διαφορετικό. Κυρίες και κύριοι άνω των εβδομήντα, καλοντυμένοι, άλλοι σοβαροί και άλλοι πιο οικείοι κάθονταν στο σαλονάκι της, έπιναν κάποιο λικέρ και συζητούσαν. Η παρουσία μας στο σπίτι ήταν χαρακτηριστική. Οι γονείς μου μιλούσαν με άλλους παρευρισκόμενους, ενώ εγώ με τον αδερφό μου καθόμασταν στο μεγάλο καναπέ όπου μας περιεργάζονταν οι υπόλοιποι, καθ'ότι η ηλικιακή διαφορά μαζί τους ήταν γύρω στα εξήντα χρόνια. Μας ρωτούσαν τι τάξη πηγαίναμε, αν πήραμε καλούς βαθμούς και ποιο είναι το αγαπημένο μας μάθημα. Ήμασταν δυο μικροί που μας αντιμετώπιζαν σα μεγάλους. Παρόλα αυτά το λικέρ ήταν απαγορευμένο για τους δύο νεαρούς και αντ'αυτού η θεία μου μας σέρβιρε δύο ποτήρια πορτοκαλάδα. Στη συνέχεια καθόταν δίπλα μας και παρά το γεγονός ότι είχαμε κυρίως τυπικές σχέσεις, το ένιωθα πως χαιρόταν που ήμασταν εκεί. Μετά από λίγη ώρα έβγαινε το γλυκό. Δυστυχώς πάντοτε είχε κάτι περίεργο για τα γούστα μου. Είτε το πορτοκάλι, είτε τα κεράσια που περιείχε με απομάκρυναν από αυτή την επιλογή. Έτσι κάθε χρόνο την ώρα του γλυκού φλέρταρα με τα σοκολατάκια που βρίσκονταν στο τραπεζάκι μπροστά μου. Έπαιρνα, λοιπόν, ένα να δοκιμάσω καθώς η σοκολάτα με δελέαζε, όμως πάντα έπεφτα στην παγίδα. Το σοκολατάκι είχε λικέρ.

Τα τελευταία χρόνια λόγω του φόρτου εργασίας εξαιτίας των πανελληνίων αλλά και για διάφορες άλλες αιτίες είχαν αραιώσει οι επαφές με τη θεία μου. Μιλούσαμε κάπου κάπου τηλεφωνικώς ή μάθαινα τα νέα της από τους δικούς μου. Μια μέρα ο πατέρας μου με ενημέρωσε ότι έπεσε και χτύπησε και ότι το μυαλό της δεν είναι τόσο διαυγές όσο πριν. Καταλάβαινε τα πάντα αλλά μερικές φορές ξεχνούσε ή το μυαλό της κόλλαγε. Στεναχωρήθηκα και ανησύχησα. Το σχετικά μεγάλο διάστημα που είχα να τη δω μου δημιουργούσε μια αλλόκοτη ασφάλεια καθώς η εμφάνισή μου είχε γίνει πολύ πιο ακραία για τα γούστα της και δεν ήξερα πώς θα με σχολίαζε. Άφησα μακριά μαλλία, έκανα τζίβα και σκουλαρίκι. Παρ'όλα αυτά μετά το δεύτερο πέσιμό της, ο ενδόμυχος φόβος μου για τη συνάντηση δύο ανθρώπων τελείως διαφορετικής ηλικίας, γούστου και αμφίεσης νικήθηκε από τη θέλησή μου να τη δω.

Ένα μεσημέρι πήγαμε με τον πατέρα μου να την επισκεφθούμε. Μπαίνοντας φίλησε και χαιρέτησε τον πατέρα μου ενώ εμένα δε με αναγνώρισε. "Το παιδί ποιο είναι;" ρώτησε, "ο Νικόλας ρε θεία!" αποκρίθηκε ο πατέρας μου. Εγώ την πλησίασα, τη χαιρέτησα και ένιωσα μια περίεργη και ακατανόητη ενοχή για τη συνειδητή επιλογή της εμφάνισής μου. Κάτσαμε στον καναπέ. Η συζήτηση ήταν η ίδια μόνο που είχε αλλάξει η βαθμίδα της εκπαίδευσης. Με ρώτησε σε ποια σχολή είμαι, τι βαθμούς πήρα και ποιο ήταν το αγαπημένο μου μάθημα. Αντιλαμβανόμουν ότι με επεξεργαζόταν και περίμενα με μια αναπάντεχη χαρά να σχολιάσει κάτι πάνω μου. Άλλωστε αυτό θα έδειχνε και τη ζωντάνια της παρά τα προβλήματα υγείας που είχε. Ακολούθησε μια παύση. Καταλάβαινα ότι η κριτική της για τις "στυλιστικές" μου επιλογές πλησίαζε. Ήταν όντως μία αμήχανη στιγμή για μένα αφού πριν ακόμη φτάσουμε στο σπίτι της σκεφτόμουν πώς να αντιδράσω. Μάλιστα είχα πιάσει τα μαλλιά μου κότσο ώστε να μην την τρομάξω. Με κοίταξε και μου έκανε νόημα να μου πει κάτι στο αυτί. Πλησίασα γνωρίζοντας το πιθανό επικριτικό περιεχόμενο του επικείμενου λόγου της και νιώθωντας κάπως άβολα. "Έχεις ένα ή δύο κοτσιδάκια;" με ρώτησε αναφερόμενη στη τζίβα μου. "Ένα έχω θεία" της απάντησα, "δε σ'αρέσει, να το κόψω;". Εκείνη τότε μου αποκρίθηκε "εσύ παιδί μου ό,τι θέλεις κάνε, να ξέρεις ότι εγώ σε αγαπάω...".

Ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Είσοδος-Έξοδος

Η πόρτα έκλεισε
Μια ενοχή και ένας δισταγμός απαγχονίζονται στο ατράβηχτο χερούλι

Ποιος έφυγε και ποιος ήρθε
Κανείς ποτέ δε θα μάθει

Οι άνθρωποι εμφανίζονται όταν πρέπει
Και χάνονται όταν ξεκινάει η μουσική

Η απώλεια είναι μουσική
Ακανόνιστη και αποκρουστική

Χρειάζεται ένα πρόσωπο
Να την κάνει μελωδία

Όμως αυτό λείπει
Ή ήρθε προχθές επειδη έβρεχε

Το πατάκι είναι ρουφιάνος
Ξέρει ποιες σόλες είναι καθαρές και ποιες βρώμικες

Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Στο τηλέφωνο...

Το είδες; Άλλα δώδεκα πτώματα στο Φαρμακονήσι. Εννιά παιδιά και τρεις γυναίκες. Τουλάχιστον θα κοιμηθούμε ήσυχοι το βράδυ. Φαντάζεσαι να έρχονταν και αυτοί;

Ξέρω, τους χρειαζόσουν αυτούς τους πνιγμούς για να νιώσεις λίγη ασφάλεια μετά την απόδραση Ξηρού. Έγινε το χατήρι σου. Το είχε προαναγγείλει και ο πρωθυπουργός.

Λίγο αίμα στη θάλασσα δε βλάπτει. Έτσι; Αν είναι να σωθεί το γαλανόλευκο ελληνόπουλο από τους λαθροεισβολείς ας γίνουμε λίγο πιο σκληροί. Να δουν κι Ευρωπαίοι ότι αν θέλουμε τα καταφέρνουμε.

Αν κάτσεις και το σκεφτείς είναι θέμα χρώματος και σταυρού. Γιατί το γαλανόλευκο να γίνει μαύρο ή κίτρινο ή καφέ και ο σταυρός να χάσει την αξία του;

Γλίτωσες και από μπελάδες. Αυτοί οι ξένοι που ευτυχώς πέθαναν, θα ήταν στο ίδιο σχολείο, στο ίδιο νοσοκομείο και στην ίδια πλατεία με το παιδί σου. Άσε που μπορεί να ερωτεύονταν κιόλας και τότε τι;

Όχι όχι, καμια φορά χρειάζεται και λίγη σκληράδα έχεις δίκιο. Τους δεχόμαστε, τους βάζουμε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους φοβερίζουμε με τα καλά παλικάρια της χρυσής αυγής, τους βάζουμε να πλένουν πιάτα, να καθαρίζουν αυτοκίνητα, να χτίζουν, να δουλεύουν γενικώς τζάμπα, αλλά αυτοί τίποτα. Ακόμα εδώ.

Σε καταλαβαίνω μερικές φορές φοβάσαι τι θα γίνει με την πατρίδα. Που θα πάει αυτή η κατάσταση; Στο Σκάι λέει τρεις αλβανοί έκλεψαν μια γριούλα. Και στον αντ1 είπαν ότι δύο πακιστανοί σκότωσαν έναν έλληνα. Καλά στο μέγκα είπαν ότι οι δολοφόνοι ήταν πακιστανοί και αλβανοί ταυτόχρονα.

Έχεις δίκιο. Πρέπει να δείχνουμε ότι δε μασάμε για να μην παίρνουν θάρρος και οι Τούρκοι. Άσχετα που κάνουν καλές σειρές στην τηλεόραση. Ο γιος σου που υπηρέτησε;

Μωρέ ένας παπαδόπουλος μας χρειάζεται. Όλοι αυτοί οι βρωμιάρηδες δε θα ήταν εδώ αλλά θα έκαναν παρέα στους άλλους στον πάτο της θάλασσας. Έτσι είναι. Τι μαγείρεψες σήμερα;

Ο Θάνος μου τώρα τελευταία γυρνάει με αυτους τους χρυσαυγίτες. Στην αρχή ανησύχησα με τα μαύρα ρούχα και τις αρβύλες. Τελικά όμως χάρηκα. Βοηθάνε γριούλες στις δουλειές τους και δουλεύουν για το έθνος. Απ'το να έτρεχε στα γήπεδα ή να γινόταν κουκουλοφόρος καλύτερα.

Άργησε πάλι και η καθαρίστρια πέντε ολόκληρα λεπτά. Ναι πρόφανώς και θα της τα κόψω από το ημερομίσθιο. Δε φτάνει που της δίνουμε δουλειά στη χώρα μας αργεί κιόλας.

Πλησιάζει και η παρέλαση. Μου εξασφάλισε ο δήμαρχος ότι θα είμαι στην εξέδρα των επισήμων γιατί κατάφερα να πείσω τη δασκάλα να μη σηκώσει τη σημαία ο Αλί. Ξέρεις το πακιστανάκι.

Τις προάλλες άσε μπήκα στο τρένο. Δε φτάνει που όλοι αυτοί οι βρωμιάρηδες χρησιμοποιούν τα μέσα χωρίς εισιτήριο, τόλμησαν και να με ακουμπήσουν όταν στριμωχτήκαμε. Αηδία. Λες να κόλλησα τίποτα;

Εννοείται πως δε θα στείλω το Θάνο σε αυτό το φροντιστήριο. Αυτό είναι γεμάτο αλβανάκια. Θα τον στείλω στο καλό το ακριβό να μάθει σωστά γράμματα.

Φωνάζουν κάτι τελειωμένοι της αριστεράς για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τα δικά μας τα δικαιώματα θα τα θυμηθεί κανείς; Ναι το απόγευμα θα πάω κομμωτήριο.

Μη μου το θυμίζεις. Μα να βάλουν το μαυράκι στο πρώτο το θρανίο και το Θάνο μου στο τρίτο; Μώρε θα τη ρίξω στο Μιχαλολιάκο την ψήφο.

Ναι το είδα άνοιξαν κάτι πακιστανοί ένα μίνι μάρκετ με πάμφθηνες τιμές. Είσαι καλά; Δεν πάω, στηρίζω την ελληνική αγορά και τα ελληνικά προϊόντα.

Προχθές έξω από την εκκλησία ήταν μια τσιγγάνα και ζητιάνευε με το μωρό την αγκαλιά. Δεν είχε καν την ευθιξία να καταλάβει ότι βρίσκεται σε ιερό χώρο η αστοιχείωτη.

Δεν ξέρω τώρα τελευταία φοβάμαι και να κυκλοφορήσω μετά τις εννιά. Ξέρεις οι αφρικανοί δεν καταλαβαίνουν. Σε σφάζουν με τη μία, είναι στη φύση τους.

Τίποτα η λύση είναι μία. Να φύγουν όλοι και όσοι έρχονται να τους σκοτώνουμε. Είναι σκληρό το ξέρω αλλά δεν πάει άλλο. Είμαι άνεργη δύο χρόνια, χρωστάω πενήντα χαράτσια και τρία νοίκια. Άντε να φύγουν οι βρωμιάρηδες μπας και δούμε καμια άσπρη μέρα.

Ω σε κλείνω σε κλείνω έχει τον Αντώνη μας στην τηλεόραση!

περίεργο χάσμα

Είναι φορές που κλαίει,
φωνάζει και ονειρεύεται

Ακουμπάει τα χέρια της στο τραπέζι
και περιμένει

Ένα μενταγιόν δένει στο λαιμό της
ίδιο χρώμα με το κόκκινο κρασί

Στον απέναντι τοίχο κρέμεται ένας καθρέφτης
πάνω απ'το παλιό έπιπλο

Νομίζει πως βλέπει τον εαυτό της
όμως ο εαυτός της την κοιτά μέσα από τη σκόνη του γυαλιού

Μα είναι όμορφη
και τα χείλη της ξεσμίγουν για να χαμογελάσει

Το δίπλα παράθυρο έχει σαπίσει και
η πόρτα τρίζει όταν περνά αέρας από τις χαραμάδες

Δεν την πειράζει
έχει συνηθίσει

Γύρω της έπιπλα καλυμμένα με σεντόνια
δηλώνουν την παρελθούσα ζωή

Αυτή που δεν έζησε
ζώντας τώρα μέσα στη σκόνη και τις αράχνες

Κι όμως το άρωμά της
δίνει χρώμα στο ασπρόμαυρο δωμάτιο

Μια γνήσια ομορφιά
σφηνωμένη σε ένα παλιό σκηνικό

Ένα παλιό σκηνικό
σφηνωμένο σε μια γνήσια ομορφιά

Όπως και να 'χει
οι απόψεις διίστανται