Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Ποιος Δεκέμβρης

Περίεργος μήνας ο Δεκέμβρης. Διχασμένος και αμφίσημος. Γιορτινός και ιστορικός. Άσπρος και μαύρος. Επαναφέρει επίμονα τη διαπίστωση ότι ζούμε σε ένα κόσμο που έφτιαξαν άλλοι για εμάς, χωρίς να μας απαντάει πώς θα το αλλάξουμε αυτό. Χαρίζει απλώς τις μέρες του στα χέρια μας να πειραματιστούμε και να τεστάρουμε τις διαθέσεις μας. Κάπως έτσι η συλλογική πάλη παίζει μπουνιές με την ατομική διευκόλυνση, η αλληλεγγύη κοπανιέται με τη φιλανθρωπία και η εξέγερση χτυπιέται με την κανονικότητα. Από το 1944 μέχρι το 2008 και από το 2008 έως σήμερα δύο κόσμοι στριμώχνονται σε τριανταμία ημέρες. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε να είμαστε γιορτινό αντικείμενο του Δεκέμβρη, ή αν θέλουμε ο Δεκέμβρης να είναι εξεγερσιακό αντικείμενο δικό μας. Είναι μια περίεργη σχέση υποταγής και διεκδίκησης του ρόλου του υποκειμένου σε μια συγκεκριμένη ετήσια χωροχρονική κατάσταση με αντιπάλους το Δεκέμβρη των επιχειρήσεων με το Δεκέμβρη των εξεγέρσεων. Το κέρδος των αφεντικών με το κέρδος των υποταγμένων.

Δεν ξέρω αν ο Δεκέμβρης νοηματοδοτείται από τη γέννηση του Χριστού ή από το θάνατο του Αλέξη. Ξέρω όμως ότι το ενδιάμεσο διάστημα ανάμεσα σε μια γέννηση και ένα θάνατο λέγεται ζωή. Και η ζωή αποκτά νόημα όταν παλεύεις, όχι όταν προσμένεις.

Η ζωή αποκτά νόημα όταν ο Δεκέμβρης μας δε χωράει στο Δεκέμβρη τους.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Και γυρίζει και μυρίζει

Μάλλον είναι αλήθεια. Επιστρέφουμε στην ίσια άσπρη γραμμή στο άσπρο φόντο. Στο τίποτα δηλαδή. Η εποχή της ουδετερότητας, των ίσων αποστάσεων και της απολιτίκ θολοκουλτούρας ξαναζωντανεύει μέσα από τη σύγχυση και την κατάθλιψη της οργανωμένης οργής. Γεύματα λαοπλάνων με αστούς, μεγαλοπρεπείς υποδοχές αποικιοκρατών ηγετών και χρυσά ράσα σε ακριβά γραφεία, συνθέτουν μια μπαγιάτικη εικόνα που μυρίζει παρελθόν.

Όμως το παρελθόν δε μυρίζει το ίδιο. Το άλλοτε, το παλιό, το παρελθοντικό, δεν είναι κάτι ενιαίο. Υπάρχει το παρελθόν που βρωμάει ακριβά αρώματα, αρωματικά χώρων πολυτελείας, χαρτίλα lifestyleίστικου περιοδικού, βενζίνη ακριβού αυτοκινήτου και χλώριο πισίνας. Υπάρχει και το παρελθόν που μυρίζει ιδρώτα, φωτιά και γαρύφαλλο.

Τώρα τελευταία εμφανίστηκαν κάποια τυπάκια που προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν υφίσταται πλέον διάκριση στη μυρωδιά του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Ότι έτσι μυρίζει και σ'όποιον αρέσει. Ότι ο καθένας είναι υποχρεωμένος να αποδεχτεί αγόγγυστα τη μυρωδιά που του πασάρουν. Ότι ο βόθρος και η σοκολάτα μυρίζουν το ίδιο γιατί έχουν το ίδιο χρώμα. Ότι πατρίδα σημαίνει ταξική συναίνεση.

Πολύ ωραία λογική. Αλλά άοσμη. Απευθύνεται σε ρομπότ με την ιδιότητα του δούλου. Όχι σε ζωντανούς οργανισμούς. Οι άνθρωποι έχουν αισθήσεις. Μυρίζουν, ακούν και βλέπουν. Κάνουν όμως και κάτι πιο επικίνδυνο. Ακριβώς επειδή αισθάνονται, έχουν τη δυνατότητα και ονειρεύονται. Όσο και να προσπαθεί το σαλονάκι της "ευωδίας" να μας πείσει πως η οσμή του ονείρου είναι μια παραίσθηση, τόσο η βρώμα της επανάστασης θα φυτρώνει στην ακριβή αυλή του.

Στις τελευταίες φοιτητικές εκλογές, με πλησίασε ένας από αυτούς τους άχρωμους, άοσμους και άγευστους, να μου δώσει ένα τρικάκι της "Ανεξάρτητης Φοιτητικής Κίνησης". Ένας από αυτούς τους ξεφτίλες που έχουν πάρει εργολαβία το βούλωμα των ρουθουνιών. "Μη μου δώσεις, είμαι εξαρτημένος" του απάντησα. Εξαρτημένος από την ανάγκη να μυρίζω τη δουλοπρέπεια και να οσμίζομαι τη εξέγερση.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Το σκάκι

Το βαριέται το σκάκι. Την έβαζε ο θείος της να παίζουνε όταν ήτανε μικρή. Και την άφηνε να νικάει πάντα. Κάπως έτσι συνήθισε στις νίκες αλλά δεν τις αγάπησε κιόλας. Προτιμούσε να φάει μια γνήσια ήττα. Αυτό ήταν το κίνητρο που την οδήγησε να χώνεται σε διάφορα πράγματα και να δοκιμάζει τον εαυτό της. Από το να βρίζει ένα μπάτσο, μέχρι να φτύνει ένα σεξιστή. Άλλοτε έβγαινε νικήτρια, άλλοτε έχανε. Πάντως είτε με μπινελίκι είτε με φτύσιμο έδινε το λούμπεν αγώνα της. Αλλά ήταν αγώνας. Όχι χάρισμα.

Είχε την αξία του τελικά το σκάκι με το θείο της παρά το προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Η ψεύτικη νίκη την έκανε να λατρέψει την ήττα. Έμαθε από νωρίς να σκοτώνει βασιλιάδες και να αντιλαμβάνεται ότι ο βασιλιάς είτε είναι ο άσπρος είτε είναι ο μαύρος, πρέπει στο τέλος να πεθάνει. Κάπως έτσι μίσησε τους βολεμένους, τους ευκολάκηδες και τους ξερόλες. Αγάπησε τον πειραματισμό, την πιθανότητα της αποτυχίας και τον κίνδυνο του σφάλματος. Κάπως έτσι μπλέχτηκε και με την αριστερά. Κατέβηκε σε πορείες, μπήκε σε καταλήψεις, μίλησε σε συνελεύσεις, φώναξε σε απεργίες. Συγκεκριμενοποίησε το βασιλιά και τους κολαούζους του και χαιρόταν που ήταν πιόνι για τα πιόνια και όχι πιόνι για το βασιλιά.

Σήμερα γέρασε και είναι απογοητευμένη. Όσο εκείνη μεγάλωνε τόσο η αριστερά μίκραινε. Όχι ποσοτικά αλλά ποιοτικά. Βλέπει "συντρόφους" να οπαδοποιούν την πολιτική και να ορίζουν τα πάντα με έναν άκρατο μανιχαϊσμό που καθορίζει το καλό και το κακό ανάλογα με το που γέρνει το κομματικό συμφέρον. Κομματικό μέλος υπήρξε και ήταν βέβαιη για την ουσία της οργανωμένης πάλης. Κομματοφρουρός ποτέ. Είχε πάντα αυτό το αντιβασιλικό σύνδρομο ανεξάρτητα από το αν ο βασιλιάς εξουσίαζε με θράσος ή με ευγένεια. Αυτό το σύνδρομο που ανάλογα με το πώς θα το χειριστείς μπορεί να σε οδηγήσει από την παγκόσμια επανάσταση μέχρι το τοπικό περιθώριο. Όμως είναι σύνδρομο ατόφιο και μεροληπτικό από τη σκοπιά του απλού στρατιώτη που δίνει τη μάχη για τη ζωή του.

Τώρα τελευταία κάποιοι στρατιώτες δε πίστεψαν στη δύναμή τους. Έψαξαν για πύργους, αλογάκια, αξιωματικούς και βασιλικά ζεύγη για να τους κάνουν να ζήσουν ανθρώπινα. Άλλοι συνειδητά, άλλοι απελπισμένα και άλλοι από άγνοια. Πάντως σίγουρα όλοι αργά ή γρήγορα κατέληξαν ή θα καταλήξουν υπηρέτες του στέμματος.

Δεν αντέχει ούτε να τους βλέπει.
Σκέφτηκε απλώς να τους μπινελικώσει ή να τους φτύσει.
Δε θα το κάνει όμως.
Είναι πια αριστερή.
Και ξέρει πώς να τους τσακίσει αλλιώς...

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Άνθρωποι και ανθρωπάκια

Δεν είμαστε όλοι στο ίδιο καζάνι. Κάποιοι όντως βράζουμε στο ζουμί μας. Κάποιοι άλλοι κρατούν με χαρά την κουτάλα του Μάγειρα. Δυστυχώς, σε περιόδους κρίσης του καπιταλισμού εκτός από τις δύο αντιπαρατιθέμενες τάξεις, συγκρούεται και ο άνθρωπος με το ανθρωπάκι. Τη λέξη «ανθρωπάκι» χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν οι πάσης φύσεως ισχυροί προκειμένου να αποδώσουν μια υποτιμημένη ιδιότητα στους «άτυχους». Σε αυτούς που δε γεννήθηκαν δηλαδή σε οικογένεια με βίλλα, δεκάδες ακίνητα, αμάξια και άπειρα φράγκα. Επειδή όμως, οι καιροί αλλάζουν και το χρήμα παραφούσκωσε τις τσέπες κάποιων πλούσιων πατριωτών, το «ανθρωπάκι» πείνασε, αναρωτήθηκε και αγρίεψε. Με λίγα λόγια έπαψε να ζει για να υπηρετεί το αφεντικό του και αποφάσισε να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Κατέβηκε στο δρόμο, απήργησε, άλλαξε κόμμα, ύψωσε τη γροθιά του. Είναι η περίφημη φάση που η τάξη των συγκεκριμένων ανθρωπακίων παύει να είναι τάξη για τα κέρδη του εργοδότη, και συγκροτείται σε τάξη για τον εαυτό της. Σε αυτή την ιδιαίτερα όμορφη φάση κοινωνικής χειραφέτησης και ταξικής αντεπίθεσης, νομίζω πως το υποκοριστικό «-άκι», παύει να υπάρχει γιατί δεν έχει λόγο ύπαρξης. Γιατί οι εργαζόμενοι και όλη η κοινωνία των φτωχών σκίζει τις επιταγές με τα υπέρογκα ποσά των από πάνω που αναλογούν σε εκατομμύρια –άκια. Γιατί το ανθρωπάκι, γίνεται άνθρωπος που παλεύει για τις ανάγκες τις δικές του και των γύρω του. Γιατί η συλλογικότητα νικάει την ατομικότητα, και η αξιοπρέπεια τη γεμάτη τσέπη. Δυστυχώς, σε αυτό το σταυροδρόμι, οι ενδιάμεσοι καλούνται να επιλέξουν αν θα στρίψουν αριστερά ή δεξιά. Αυτοί που χρόνια έβραζαν στο καζάνι αλλά σε χαμηλή φωτιά χωρίς να νιώθουν το τσουρούφλισμα, πρέπει να αποφασίσουν τώρα που δυνάμωσε η φωτιά, αν θα επιλέξουν τη σαδομαζοχιστική οδό της φιλήσυχης και συνετής αυτοκτονίας τους, ή αν θα βγουν απ’ το καζάνι για να πνίξουν το μάγειρα. Αν θα συνεχίσουν να είναι φτηνά ανθρωπάκια, ή αν θα γίνουν άνθρωποι για την τάξη τους. Ο καθένας, λοιπόν, αναμετράται με το μπόι του. Αν η μονάδα μέτρησης είναι το χρήμα και η ευκολία τότε το μεγάλο ΝΑΙ στο μάγειρα είναι δεδομένο. Αν είναι η ανάγκη, το πάθος και η συνείδηση τότε το ΟΧΙ από μια απλή αλλά αμφίσημη λέξη, συγκεκριμενοποιείται και αρχίζει να χαλάει τη συνταγή τους. Το ΟΧΙ στο δυνάμωμα της φωτιάς, γίνεται όχι στη φωτιά, στο μάγειρα και στο μαγαζί του. Η προηγούμενη βδομάδα είχε τέτοια χαρακτηριστικά. Όποιος κάνει ότι δεν το βλέπει και το αγνοεί συνειδητά είναι ανθρωπάκι. Εν μέσω καθημερινής 24ωρης τρομοκρατίας από τα ΜΜΕ, απειλών των αφεντικών για μη πληρωμές, νεκρανάστασης ξοφλημένων αστών πολιτικών και τοποθετήσεων σύσσωμου του lifestyleισμού υπέρ του ΝΑΙ, ο κόσμος της εργασίας και η νεολαία, τους έριξαν μια γενναία κλωτσιά στο στομάχι. Σε αυτούς και στην πανάθλια χύτρα τους. Ακτιβισμοί, πορείες, συγκεντρώσεις, αφισοκολλήσεις, συνελεύσεις, παρεμβάσεις σε εργατικούς χώρους, δομές αλληλεγγύης και πολιτιστικά δρώμενα συναποτέλεσαν το μόνο όπλο που έχουν οι από κάτω, τη συλλογική οργάνωση και αντεπίθεσή τους. Αυτή τη δύναμη είναι πολύ μικροί για να την ανατρέψουν μια δράκα αστείων ευρωπαίων τεχνοκρατών, κάποιοι ξένοι και έλληνες κεφαλαιοκράτες, κάποιοι διαφημισμένοι σαν το Ρουβά και τον Αρναούτογλου, κάτι φιλόσοφοι του κώλου σαν το Ράμφο και κάτι καραγκιόζηδες σαν τον Ψαριανό, τον Τατσόπουλο και τη Σώτη Τριανταφύλλου. Αυτή τη δύναμη την ξέρουν από παλιά και τη φοβούνται. Μόνο που τα ζάναξ, τα ταβόρ και τα λεξοτανίλ τους, δε φτάνουν για να μας μαστουρώσουν. Όσο κι αν τα ανθρωπάκια τους συνεχίζουν να τα πασάρουν δωρεάν. Άλλωστε όπως έλεγε και η Κ.Γώγου «Όποιος δεν έχει τίποτα μονάχα αυτός ξέρει το τίποτα. Καμιά κουβέντα από κανέναν άλλο.».

Ήρθε η ώρα ο καθένας να διαλέξει, αν θα είναι με το Πέραμα, το Κερατσίνι, το Λαύριο, το Περιστέρι, το Μαδούρο, τον Μπαντιού, τον Τσόμσκι, τον Κάστρο, το ρεμπέτικο, το σωματείο, το πανό, την αλληλεγγύη και τις υψωμένες γροθιές, ή αν θα είναι απλώς ανθρωπάκι.

Δυστυχώς, όποιος επιλέγει το δεύτερο, είναι πολύ λίγος, μικρός και χέστης.

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Η κοινωνία δεν είναι διχασμένη, είναι ταξικά διαιρεμένη

Σε κάθε στιγμή κορύφωσης της ταξικής αντιπαράθεσης, είναι κλασικό φαινόμενο να εμφανίζονται οι μεσοβέζοι, οι ενωτικοί, οι μη διχαστικοί… Για ποιον ακριβώς όμως διχασμό μιλάμε;

-Από τη μια μεριά είναι οι φτωχοί, οι άνεργοι, οι άνθρωποι της δουλειάς και της αξιοπρέπειας. Αυτοί που κουράστηκαν να πληρώνουν τα σπασμένα των τραπεζών. Αυτοί που κουράστηκαν να τρώνε σανό μπροστά από μια οθόνη. Αυτοί που γνωρίζουν τι πάει να πει ιδρώτας και δάκρυ. Αυτοί που είχαν ένα παππού να τους διηγείται μάχες και να τους τραγουδάει αντάρτικα. Αυτοί που δε βάζουν το χρήμα πάνω απ’την ζωή τους. Αυτοί που σέβονται την τάξη τους και τους αγώνες της. Αυτοί που έχουν κάλλους στα χέρια από την πολλή δουλειά και όχι κάλλους στο μυαλό από τη ματαιόδοξη μικροαστίλα .Αυτοί που ξέρουν τι σημαίνει "καταστολή", "προσαγωγή", "μαλόξ" και τα σχετικά. Αυτοί που γνωρίζουν ότι ένα κομμάτι ψωμί και ένα ποτήρι κρασί κερδίζονται με αγώνες, όχι με παρακάλια και γλειψίματα. Αυτοί που τσακίζουν τους φασίστες, που τολμούν να απεργούν και που τους αρέσει να χαμογελούν. Αυτοί που δεν περιμένουν θείες λύσεις και ψεύτικες συμφωνίες. Αυτοί που παίρνουν τη ζωή τους στα χέρια τους και δε δίνουν λογαριασμό παρά μόνο στην ταξική τους συνείδηση. Αυτοί που δεν είναι ίδιοι μεταξύ τους αλλά είναι ίδιοι απέναντι στους απέναντι. Αυτοί που μεγάλωσαν με αριστερές εφημερίδες, με αντισυμβατικούς ποιητές και με ατόφια ρεμπέτικα. Αυτοί που προτάσσουν το συλλογικό, έναντι του ατομικού, αυτοί που δεν κοιτούν την πάρτη τους και την τσεπούλα τους. Αυτοί που κάποτε ήταν κομμουνάριοι, μπολσεβίκοι, ισπανοί επαναστάτες, ελασίτες και φοιτητοαλήτες του ’68 και του ’73. Αυτοί που έχουν μάθει να ζουν και όχι απλώς να επιβιώνουν. Αυτοί που τότε, τώρα και πάντα ξέρουν να λένε τα μεγάλα ΟΧΙ.

-Από την άλλη μεριά είναι αυτοί που μένουνε Ευρώπη και συγκεκριμένα ΕΕ-ΔΝΤ γωνία.

Δε διακρίνω, λοιπόν, διχασμό εντός ενός ενιαίου κοινωνικού υποκειμένου, αλλά χαοτική διαφορά ανάμεσα σε δύο διαφορετικά ταξικά στρατόπεδα με αντίπαλα συμφέροντα. Οι μεσοβέζοι, οι ενωτικοί και οι μη διχαστικοί τύποι, λοιπόν, δε διαπράττουν φιλανθρωπικό έργο με το να προσπαθούν να μας ενώσουν, αλλά επιχειρούν να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στο θύμα και στο θύτη. Και αυτό είναι έγκλημα.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Λερωμένο πατάκι

Μυρίζει προσφυγιά και αίμα το καθαρό σου πατάκι. Κάποιος έφτασε στην πόρτα σου. Πνιγόταν μα δεν του άνοιξες. Τον άφησες να πεθαίνει αργά και βασανιστικά. Κουβαλούσε λίγη αλμύρα, λίγο αίμα και λίγη ελπίδα μαζί με το πτώμα του. Δεν πειράζει, "τα πάντα καθαρίζονται" σκέφτηκες. Η αλμύρα με περισσότερη ζάχαρη στον καφέ, το αίμα με ταινίες πολέμου στον καναπέ και η ελπίδα με περισσότερη κατήφεια. Το πατάκι καθαριστήριο.

Τον άκουγες όλο το βράδυ είναι η αλήθεια. Τσαλαβουτούσε στην εξώπορτά της πολυκατοικίας. Σου ζητούσε τουλάχιστον να κρατήσεις το παιδί του. Στην αρχή φώναζε ακατάληπτα στην κυματώδη πιλοτή δίπλα από τα αυτοκίνητα στο πάρκινγκ. Βγήκες στο μπαλκόνι να δεις τι συμβαίνει αλλά προτίμησες να ποτίσεις τα λουλούδια και να ξαναμπείς μέσα. Όμως δεν το έβαλε κάτω, ήταν θέμα επιβίωσης άλλωστε. Έμαθε αγγλικά πάνω στη βάρκα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Όχι πολλά, μόνο τα βασικά για να σου μιλήσει, να ζητήσει βοήθεια όταν του ανοίξεις την πόρτα. Έκανε κουπί μέχρι το ασανσέρ και προσευχόταν να καταφέρει να μπει μέσα. Μάταια, το είχε προλάβει η κυρία του τρίτου που κάθε Τρίτη βράδυ πηγαίνει σινεμά. Τα φώτα έσβησαν. Με το ένα χέρι στο κουπί και με το άλλο στο παιδί δεν μπορούσε να πατήσει το διακόπτη. Συνέχισε προς τη σκάλα μες στο σκοτάδι ενώ η βάρκα του έμπαζε νερά. Πάση θυσία έπρεπε να μην καταλήξει στο υπόγειο. Τα νερά θα τον έπνιγαν. Κι όμως, αλλιώς φανταζόταν τα νερά στην άνυδρη και ξερή χώρα του. Είχε μαζέψει πάνω του πολύ άμμο και σκόνη, από το κυνήγι δικτατόρων και ιμπεριαλιστών. Δεν ήθελε να τα πλύνει με το νερό του πνιγμού του. Ο στόχος του τώρα ήταν η σκάλα. Έπρεπε οπωσδήποτε να κρατηθεί από την κουπαστή της που οδηγούσε στον πρώτο όροφο. Έριξε ένα σάλτο, τσαλαπάτησε πάνω σε ένα διαφημιστικό πιτσαρίας και δυο τρεις φακέλους κοινοχρήστων που επέπλεαν και πιάστηκε από το κάγκελό της. Άρχισε να σκαρφαλώνει, ενώ νερά έπεφταν στο κεφάλι του από τους πάνω ορόφους. Φτάνοντας με πολύ κόπο στον πρώτο όροφο απογοητεύτηκε. Το ένα διαμέρισμα είχε στην πόρτα την επιγραφή: "απαγορεύεται η είσοδος σε πλασιέ και ξένους", ενώ στο απέναντι αναβόσβηνε το φωτάκι του συναγερμού. Και οι δύο επιλογές ήταν πολύ κακές. Θα χαραμιζόταν όλη η προσπάθεια. Αποφάσισε, λοιπόν, παρά την εξουθένωση να έρθει σε σένα. Ίσως του πρόσφερες λίγο από το ζεστό σου φαϊ και μια κουβέρτα. Προσωρινά μόνο, μέχρι να βρει μια δουλειά, να ζήσει αξιοπρεπώς και να στα ξεπληρώσει. Πήρε, λοιπόν, το ρίσκο. Έσφιξε ακόμη περισσότερο το παιδί του στην αγκαλιά του και συνέχισε να κάνει μονόζυγο με το ένα χέρι στο κάγκελο της σκάλας, μέχρι να φτάσει στον όροφό σου. Υγρός, κουρασμένος και ταπεινωμένος. Άκουγες το λυγμό του κάθε φορά που έκανε το σάλτο καθώς και το τρανταχτό κουδούνισμα της κούφιας μεταλλικής κουπαστής. Μετά από καμιά ώρα έφτασε. Σύρθηκε στα απόνερα της πόρτας σου. Φώναζε "βοήθεια" στα αγγλικά, στα αραβικά, στα ελληνικά, σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Η ανάγκη για αξιοπρεπή ζωή, άλλωστε, δεν έχει εθνική ταυτότητα. Εκφράζεται σε όλες τις γλώσσες το ίδιο. Εσύ, όμως, με αυτές τις φωνές δεν μπορούσες να δεις άνετος και χαλαρός το ματσάκι σου. Όσο κι αν δυνάμωνες τη φωνή της τηλεόρασης, η φωνή της απόγνωσης και της απελπισίας ήταν πιο δυνατή. Είχες νευριάσει που ένας ξένος ερχόταν σπίτι σου. Θυμήθηκες και το σύνθημα: "να ξεβρωμίσει ο τόπος απ' τους ξένους" που είναι γραμμένο στην πλατεία και κατέληξες. Καρφώθηκες στον καναπέ, έβαλες μπαμπάκια στ' αυτιά και είδες τον αγώνα χωρίς ηχητική μετάδοση. "Πρέπει να προστατέψω το σπίτι μου" σκέφτηκες.

Όταν τελείωσε ο αγώνας, έκλεισες την τηλεόραση, σηκώθηκες, έβαλες τις παντόφλες σου και προχώρησες προς το δωμάτιό σου. Έβγαλες τα μπαμπάκια και προσπάθησες να κοιμηθείς. Όμως δεν ακουγόταν τίποτα. Νεκρική σιγή. Ούτε φωνές, ούτε χτυπήματα έξω από την πόρτα, ούτε τίποτα. Περίεργο. Ξανασηκώθηκες, περπάτησες στο διάδρομο και έφτασες μέχρι την εξώπορτα. Στην αρχή δίστασες, όμως τελικά αποφάσισες να κοιτάξεις από το ματάκι.

Είδες πατέρα και γιο να επιπλέουν αγκαλιασμένοι.

Ένα πτώμα αντί για δύο. Λιγότερη βρώμα. Σκέφτηκες.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Άνοιξη

Ένα άρωμα, μια σκέψη και ένα χαμόγελο είναι οι στυλοβάτες της νοσταλγίας, της επιμονής και του αδιεξόδου. Κάποτε το σημερινό νεκρό ήταν ζωντανό και το τότε νεκρό παντελώς αδιάφορο. Σήμερα ίσως το αδιάφορο να έχει γίνει κανονικό. Τέλμα. Ίσια γραμμή, άχρωμη και άοσμη κι ας μπήκε η άνοιξη. Το φόντο ωραίο, αλλά αν λείπει ο πρωταγωνιστής καταλήγει ένα βαρετό τοπίο. Σαν τα ποιήματα που μιλούν για ποταμάκια και ρυάκια δίχως να υπολογίζουν τον ψαρά, τον πνιγμένο, την κοπέλα που κολύμπησε. Το φως του ανοιξιάτικου ήλιου και φωτίζει και τυφλώνει, εσύ διαλέγεις ποια θα είναι η επίδρασή του πάνω σου. Εκτός αν σ'έκαψε.

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

ηρωϊκή αυταπάτη

Κάποιοι κρεμούν τα ρούχα στην κρεμάστρα. Κάποιοι κρεμούν την ενοχή στην ευκολία. Κάποιοι κρεμούν τον εαυτό τους στη θηλιά. Οι πρώτοι είναι αναίσθητοι, οι δεύτεροι δειλοί και οι τρίτοι αυτοκαταστροφικά ειλικρινείς. Υπάρχουν και κάποιοι που δεν ανήκουν σε καμία κατηγορία και τα κάνουν όλα τέλεια. Τους βρίσκει κανείς στα παραμύθια για παιδιά, στις χολιγουντιανές ταινίες και στα πορτρέτα του Στάλιν. Ανέκαθεν πίστευα ότι ο super man δεν είναι το αμερικανάκι με τη μπλε στολή και το κόκκινο βρακί αλλά κάτι ανάμεσα στο θεό και το διάολο που υπάρχει σε κάθε χώρα. Η αναθετική προσμονή της επίλυσης όλων των προβλημάτων από έναν "τέλειο", είναι η καλύτερη δικαιολογία για να κρεμάς τα ρούχα, τις ενοχές ή και τη μούρη σου. Με λίγα λόγια, η ανάθεση είναι μια εύκολη πρέζα, που δε χρειάζεται χρήμα, αλλά χαμένο χρόνο. Είναι μια ψευδαίσθηση ανεξαρτησίας αρκεί να κρέμεσαι από κάποιον για να μην πέσεις. Έτσι λοιπόν ο τέλειος, ο ικανός, ο χαρισματικός, το ταλέντο που "θα σαρώσει τις δυναμείς του κακού", δεν είναι γέννημα της αμερικάνικης φαντασίας αλλά του ανθρώπινου συμβιβασμού, του ανθρώπινου φόβου και της ανθρώπινης αυταπάτης. Ο super man μπορεί πριν 2015 χρόνια στην Ιερουσαλήμ να ήταν ο Χριστός, το 1821 στο Μοριά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, το 1935 στη Σοβιετική Ένωση o κομματικά πιστός γραφειοκράτης και το 2001 στην Αμερική ο πολέμιος της παγκόσμιας τρομοκρατίας Goerge Bush. Στην ύπαρξη, ή μάλλον στη δημιουργία των παραπάνω ηρώων, οφείλεται το δάκρυ του μουσάτου αντάρτη όταν παρέδωσε το όπλο του μετά τη συμφωνία της βάρκιζας, το κλάμα της παλαιστίνιας μάνας όταν διαπίστωσε ότι κανένας θεός δεν προστάτευσε το παιδί της και η καταπίεση κάθε ανθρώπου σε ένα σύστημα που δεν το ορίζει ο ίδιος αλλά, το είδωλο, το πρότυπο και ο σωτήρας του. Κάποιοι πρόσφατα ψήφισαν και μάλιστα την Αριστερά. Καλά έκαναν. Η ψήφος αποτυπώνει πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς, μπορεί να προκαλέσει πιέσεις, να δημιουργήσει ρήγματα, να φέρει νέους όρους αντιπαράθεσης, να μετριάσει το κακό. Η ψήφος όμως δε σκοτώνει το σούπερ ήρωα, τον αλάνθαστο, τον τέλειο, αυτόν που σε μαστουρώνει προσφέροντάς σου κανονικότητα, είτε σε συσκευασία ιλουστρασιόν είτε σε καλάθι λαϊκής. Ο τελευταίος δεν είναι πρόθυμος να αυτοκτονήσει, όσο εξαρτάσαι από αυτόν. Έχει καταλάβει ότι δεν είναι τίποτε άλλο από την αντανάκλαση της παθητικότητάς σου. Συνεπώς η καταστροφή του, δεν απαιτεί να γίνεις εσύ σούπερ ήρωας, ούτε να προσπαθήσεις να του μοιάσεις πέφτοντας από την ταράτσα με κόκκινη μπέρτα. Το αόρατο χέρι του που καθορίζει τα πάντα, παύει να υπάρχει όταν, όχι ο καθένας μόνος του, αλλά όλοι μαζί γίνουμε ορατοί. Όταν γίνουμε ορατοί στο χώρο δουλειάς, στο σχολείο, στη σχολή, στο σπίτι, στο καφενείο, στην τέχνη, στον έρωτα, στη φιλία, στη ζωή. Η στροφή του κόσμου προς τ'αριστερά αυτό ακριβώς πρέπει να σηματοδοτήσει. Την είσοδο του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο, και όχι την εκλογή ενός νέου super man. Ο αναίσθητος, ο δειλός και ο αυτοκαταστροφικά ειλικρινής, είναι άνθρωποι, με άγνοια, αδυναμίες και υπέρμετρες φιλοδοξίες. Μόνος του ο καθένας χάνεται στην επιφανειακή καθημερινότητα, στην διαρκή υπεκφυγή και στο συνειδητό θάνατο. Όλοι μαζί, όμως, με όπλο τη συλλογική οργάνωση ίσως κάτι αλλάξουν. Η ιστορία έχει δείξει ότι ή θα κρέμεσαι από την κόκκινη μπέρτα του αγαπημένου σου υπερήρωα με κίνδυνο να φας τα μούτρα σου, ή θα τη σκίσεις και θα την κάνεις σημαία σου. Κόκκινη σημαία. Αυτό, όμως, δεν μπορείς να το κάνεις μόνος σου. Δεν είσαι υπερήρωας.