Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Διαπιστώσεις

Έχουμε γίνει ζόμπι συμφερόντων και μικρόμπατσοι του δρόμου. Χοντρόπετσοι επαίτες του κέρδους κι ας είναι ψιλοφαρδύ το πορτοφόλι μας. Τύποι που αναγνωρίζουν τους ανθρώπους με την ιδιότητα και όχι με το βλέμμα. Νομοταγείς ληστές. Καταγραφόμενοι σε φόρους και λογαριασμούς σε εισόδους πολυκατοικιών. Σωστοί σε μια κοινωνία ψευτιάς.

Έχουμε γίνει ρουφιάνοι αν χρειαστεί, αν αυτό μας εξασφαλίζει κάτι. Επίδοξοι πλούσιοι, με μικροπεριουσίες που περιμένουμε να αυγατίσουν. Περιπατητές επί πτωμάτων, και λάτρεις της τσεπούλας μας. Ψεύτες με την αλήθεια, μονομανείς με την πολυμανία και άρχοντες σε πλαστική καρέκλα.

Έχουμε γίνει μη ανώμαλοι. Κανονικοί λάτρεις της κανονικής κανονικότητας. Τύποι που ενοχλούνται για την τσίχλα στο πεζοδρόμιο και όχι γιατί κάποιος κοιμάται πάνω σε αυτήν. Γραβατάκηδες με χαρτοφύλακες γεμάτους σκατά. Λάτρεις του πληθυντικού υποτέλειας και του ενικού επιβολής. Ψευτόμαγκες και χέστες ανάλογα με τη χωροχρονική κατάσταση.

Έχουμε γίνει αντικείμενα εξευτελισμού από κριτικές επιτροπές ειδικών. Σβηστές σειρήνες σε εμπόλεμη κατάσταση. Σουλατσαδόροι μέσα σε μια πόλη σκουπίδι. Συνετοί παρατηρητές μιας ξεπεσμένης συνήθειας. Μπράβοι της περιουσίας μας και τραπεζίτες χωρίς θησαυροφυλάκειο.

Έχουμε γίνει πλαστικά σημαιάκια σε παρελάσεις από κλόουν. Χειροκροτητές, υποτακτικοί και γιέσμαν. Μισοκοιμισμένοι που ξυπνάνε μόνο για τη θεσούλα τους. Φυλακισμένοι σε μια γυάλινη βιτρίνα. Ελεύθεροι μέσα σε μωβ χαρτονομίσματα και πλαστικές κάρτες. Κομπάρσοι μπροστά σε κάμερες ασφαλείας με τα ψώνια στο χέρι.

Έχουμε γίνει ακριβά κοσμήματα που φτήνυναν απότομα.

Γιατί ρε μπάσταρδοι το αίμα θα ‘ναι πάντα πιο ακριβό.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Η παλαιότητα

Μια παλιά φωτογραφία, μια παλιά κάρτα, μια παλιά υπόσχεση. Η ουσία της παλαιότητας έγκειται στην ανθεκτικότητά της. Αν δεν επιβίωνε θα ήταν νεκρή. Και αν ήταν νεκρή δε θα ήταν παλιά, θα ήταν ανύπαρκτη. Η ύπαρξη της παλαιότητας είναι ένα φάντασμα γερασμένο και μάταιο. Όμως υπαρκτό. Το παλιό δίνει αξία στο νέο διατηρώντας τη μοναδικότητά του. Η διαλεκτική μεταξύ παλαιού και νέου επιβεβαιώνει την ύπαρξη και των δυο. Η επικράτηση του ενός εξαρτάται από το υποκείμενο. Η διάδραση και των δυο εξαρτάται από το επικείμενο. Η διάλυση και των δυο εξαρτάται από το προκείμενο. Το παλαιό κρύβεται σε ένα γυμνό λαιμό, σε ένα στιγμιαίο φως πάνω στο δέρμα. Ακόμη κι αν το δέρμα γέρασε, ρυτίδιασε ή ζάρωσε. Το παλιό επιβιώνει σε ένα απρόσμενο εγκεφαλικό φλας. Σε ένα άρπισμα και σ' ένα ριτενούτο.

Σε μια λανθάνουσα νίκη επί του αλτσχάιμερ.


Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2018

Η Σοφία

Η Σοφία. Η Σοφία είναι το ξωτικό του νησιού. Ανεβοκατεβαίνει τα σκαλιά της Χώρας σα ζαρκάδι. Οι υποψιασμένοι λένε ότι τα χει χάσει. Οι πονηροί τη βάζουν να τους κάνει τα θελήματα. Οι επισκέπτες την κοιτούν περίεργα. Η Σοφία έχει ένα μικρό σπιτάκι σκαρφαλωμένο στο βουνό. Λευκό όλο με μπλε παράθυρα. Μαζεύει εκεί μέσα τα παραπεταμένα αυτών που έχουν πολλά πεταμένα. Η Σοφία έρχεται καμια φορά στο σπίτι μας τα καλοκαίρια και μας φέρνει φρέσκα αυγά. Μας αγαπά, ίσως γιατί δεν είμαστε υποψιασμένοι, πονηροί ή επισκέπτες. Η Σοφία ζει με το όνειρο του γαμπρού από την Αθήνα που θα την βγάλει από τον κύκλο του νησιού. Δουλεύει σα καθαρίστρια στο ιατρικό κέντρο για λίγα λεφτά. Παραπονιέται αλλά δεν γκρινιάζει. Η Σοφία παρότι ντόπια διαφέρει. Όχι τόσο γιατί δεν κάνει δεύτερες σκέψεις, όσο γιατί δεν τη νοιάζουν τα κληρονομικά, τα κουτσομπολιά και τα ψεύτικα χαμόγελα. Η Σοφία μια μέρα ερωτεύτηκε τον θείο μου. Δεν είχε καμία τύχη η προσδοκία της αλλά δεν έπαυε να ελπίζει. Κάθε καλοκαίρι του έφερνε ένα δώρο από το μικρό μαγαζάκι στη Χώρα, που ήταν ο παράδεισός της. Αγόραζε συχνά πυκνά μικροπράγματα για τον εαυτό της από εκεί ελπίζοντας ότι αυτή θα είναι η προίκα της. Η Σοφία δεν καταλάβαινε τα υποτιμητικά βλέμματα των τρίτων όταν μας έβλεπε να της μιλάμε ισότιμα. Ίσως εκεί κρυβόταν η ευτυχία της. Μια καλοκαιρινή μέρα ο θείος μου ποτίζοντας τη βουκαμβίλια στην αυλή μας είπε στη Σοφία ότι τα φυτά αισθάνονται τη φροντίδα όπως οι άνθρωποι. Η Σοφία το κράτησε. Αρκετά αργότερα, μια χειμωνιάτικη Κυριακή μετά τη θεία λειτουργία άρχισε να φωνάζει μόνη της ότι τα φυτά αισθάνονται τη φροντίδα όπως οι άνθρωποι. Οι πιστοί την κοίταζαν δύσπιστα, οι δύσπιστοι την κοίταζαν άπιστα. Αυτή ήταν στο νησί και ο θείος μου στην Αθήνα. Αυτή η φράση όμως τη συνέδεε μαζί του. Περιττά τα τηλεγραφήματα, τα τηλεφωνήματα και τα λοιπά. Η Σοφία σταυρώνεται κάθε μέρα σα το Χριστό, από εκατοντάδες θρησκόληπτους του νησιού. Παρότι άθεος, στο πρόσωπό της είδα πολλές φορές τα τρυπημένα χέρια. Η Σοφία έχει πλύνει σκάλες, έχει κουβαλήσει ψώνια, έχει χάσει λεφτά, έχει κάνει θελήματα. Είναι όμως η Σοφία. Η Σοφία που αισθάνεται, που δουλεύει, που ονειρεύεται, που ζει.

Ίσως έχει βάλει έναν άλλο κόσμο μέσα στον πραγματικό. Όμως ο δικός της κόσμος την κρατάει αμόλυντη, από την πραγματικότητα των πολλών.

Και αυτό είναι μεγάλη σοφία.

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Στη γωνία


Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων.

Αυτοί που ακροβατούν σε στιγμές
και αυτοί που ισορροπούν σε διάρκειες.

Παλεύουν μεταξύ τους σε άσχημες πόλεις
σε ουρλιαχτά και ψίθυρους.

Οι πρώτοι σχετικοποιούν.
Οι δεύτεροι σχετίζονται.

Άλλες φορές κερδίζουν οι μεν, άλλες οι δε
αλλά ποτέ και οι δυο.

Ασυμβίβαστες οι νίκες τους
αναντίστοιχες οι πληρότητες.

Πάντως υπάρχει και ο κύριος στη γωνία,
που δεν ακροβατεί, ούτε ισορροπεί.

Απλώς στέκεται στην άκρη του δρόμου
κοιτάζοντας να τον προσπερνούν.

Άσχετος και στατικός
μέσα σε στιγμές και διάρκειες.

Δεν το μετανιώνει όμως.
Επέλεξε να απέχει από το λέρωμα

ενός ακίνδυνου ιδρώτα.