Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Λοξοδρόμηση

Άνθρωποι,
πνίγονται στις σταγόνες του καθημερινού ιδρώτα τους
Φοβούνται,
το κουδούνισμα των κλειδιών στις σκουριασμένες πόρτες
Δε μιλούν,
για το πως σκαρφάλωσαν οι ρυτίδες στο πρόσωπό τους, πρόωρα, χωρίς ενοχή,
Απλώς ακούν,
γνέφοντας καταφατικά αλυσοδένουν την ιαχή του εσωτερικού τους ουρλιαχτού

Φιλάνθρωποι,
σε γυαλιστερά κλουβιά μοιράζουν ναρκωτικά ευτυχίας στους φτωχούς
Στο δρόμο,
δίπλα σε αγάλματα παγκακίων και εκκλησίες του δήμου απόρων, ο πολιτισμός μας
Βλέπουν τη θλίψη,
μονάδα μέτρησης το τετραγωνικό του διαμερίσματος, του υπαλληλικού γραφείου
Στο φανάρι,
έχει κολλήσει το κόκκινο εδώ και χρόνια, αντί στο χρώμα της ψυχής

Υπάνθρωποι,
φλερτάρουν με την ποινικά κολάσιμη αλήθεια
Καταζητούνται,
από μια πεσμένη ασπίδα και ένα κέρινο σπαθί, που λιώνει μέρα με τη μέρα
Σταυρώνονται,
από εκατομύρια ράσα και εκπροσώπους θρησκειών σε μικρόφωνα ναών
Μα σκέφτονται,
χωρίς κατευθυντήριες γραμμές και σύνορα, χωρίς προυποθέσεις και χάρτες διανόησης

Ανάμεσα τους εγώ, εσύ, αυτός,
συνθέτουμε το εμείς, την προσωπική αντωνυμία που πάντα φόβιζε
Αυτούς, που αρέσκονται στην εξουσιαστική αυταπάτη
Όμως μαζί, μορφοποιώντας τη γροθιά της προσδοκίας
ίσως μεθύσουμε και πάλι από την αίγλη της ουτοπίας...