Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Η θεωρία του σοσιαλφασισμού, η απομόνωση και η ήττα

Μία από τις μελανότερες σελίδες στην ιστορία του εργατικού κινήματος και της εργατικής τάξης γενικότερα, γράφτηκε στη Γερμανία στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Η νίκη της πιο αντιδραστικής και βάρβαρης μορφής του φασισμού στη Γερμανία, όπως εκφραζόταν από τους ναζί, και μάλιστα χωρίς κάποια ουσιαστική αντίδραση από την εργατική τάξη, σίγουρα δημιουργεί προβληματισμούς σχετικά με το πως έγινε δυνατή μια τέτοια καταστροφή και τι συμπεράσματα μπορούμε να εξάγουμε για το σήμερα.

Αξίζει σε πρώτο στάδιο να εξετάσουμε το κοινωνικό πλαίσιο της Γερμανίας στις αρχές της δεκαετίας του ’30 και το τι πολιτικές επιλογές υπήρχαν για την εργατική τάξη. Η Γερμανία ήταν μια ανεπτυγμένη χώρα και πιθανώς περιελάμβανε τον πιο ανεπτυγμένο βιομηχανικό καπιταλισμό των ημερών της. Οι βιομηχανικοί εργάτες αποτελούσαν το 30% του πληθυσμού ενώ μαζί με τους εργάτες γης έφταναν το μισό πληθυσμό της Γερμανίας. Ένα άλλο 20% αποτελούσε τη νέα μεσαία τάξη και το εναπομείναν 30% συγκροτούνταν από τις παλιές τάξεις. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό πως η εργατική τάξη στη Γερμανία είχε τις δυνατότητες να τσακίσει τόσο το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα εκμετάλλευσης, όσο και τους φασίστες.

Το μεγαλύτερο κομμάτι της υποστήριζε το ρεφορμιστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα SPD και οργανωνόταν στο προσκείμενο σε αυτό συνδικάτο ADGB. Παρότι το SPD είχε μια τεράστια εργατική βάση, στην πραγματικότητα δεν είχε κάποιο αντικαπιταλιστικό πρόταγμα και ήταν στρατευμένο στη διατήρηση της αστικής δημοκρατίας. Με το ξέσπασμα της κρίσης στα τέλη της δεκαετίας του ’20, το SPD, παρά τις βαθιές ρίζες του στα συνδικάτα, δε δίστασε να στραφεί ενάντια στους ίδιους τους υποστηρικτές του συμφωνώντας σε μια σειρά καταστροφικά μέτρα για τους εργαζόμενους. Το δημιούργημά του, η δημοκρατία της Βαϊμάρης, αποτέλεσε ένα από τα τελειότερα παραδείγματα ταξικής συνεργασίας που έχουν υπάρξει. Παρ’όλα αυτά, η θέση του SPD θα γινόταν ακόμη πιο δυσμενής μεταξύ του 1929-1932, όταν η κρίση οδήγησε στην πτώση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 42% και στην εμφάνιση έξι εκατομμυρίων ανέργων σε έναν εργατικό πληθυσμό είκοσι εκατομμυρίων.

Στο έδαφος αυτής της κατάστασης αναπτύχθηκε ταχύτατα ο ναζισμός με μια έκρηξη των ποσοστών του από 2,6% το 1928 σε 37,4% το 1932. Το ναζιστικό κόμμα πάτησε στην αγανάκτηση των μεσαίων στρωμάτων και των εργατών. Τα τάγματα εφόδου από μια απομονωμένη χούφτα τραμπούκων έφτασε να απαρτίζεται από 400.000 ένστολους φονιάδες, ενώ σχεδόν το σύνολο της μεσαίας τάξης εγκατέλειψε τα παραδοσιακά αντιδραστικά κόμματα και εντάχθηκε στο ναζιστικό κόμμα, το οποίο αποτελούσε μια σταθερή απειλή για το εργατικό κίνημα. Σε αυτές τις συνθήκες είναι προφανές ότι η εργατική τάξη θα έπρεπε να προτάξει ένα σχέδιο επιθετικής ενότητας ενάντια στους ναζιστές με πρωτοβουλία του πιο επαναστατικού κομματιού της, του KPD (ΚΚΓ). Το KPD, όμως, δεν προχώρησε ποτέ σε μια τέτοια κίνηση. Ήταν μέλος της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) και από το 1923 και έπειτα, υπαγόταν όλο και περισσότερο στον άμεσο έλεγχο της και στις πολιτικές που προωθούσε ο Στάλιν και οι υποστηρικτές του. Η γραμμή της Κομιντέρν εκείνη την περίοδο ανέπτυσσε τη θεωρία του «σοσιαλφασισμού», σύμφωνα με την οποία, δεν υπήρχαν περιθώρια συνεργασίας με την εργατική βάση της σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στο φασισμό καθώς προβαλλόταν το επιχείρημα ότι το SPD και το ναζιστικό κόμμα εξυπηρετούσαν το ίδιο σύστημα. Έτσι, λοιπόν, το KPD, υιοθετώντας την ίδια ρητορική απέναντι σε όλους τους πολιτικούς χώρους, βρέθηκε απομονωμένο και μικρό για να αντιμετωπίσει τόσο το καπιταλιστικό σύστημα όσο και τους φασίστες.

Ο λόγος που το KPD υιοθέτησε αυτή την αριστερίστικη και αυτοκτονική πολιτική για το ίδιο και την τάξη που εκπροσωπούσε, βρισκόταν στην περίφημη θεωρία του «σοσιαλφασισμού» που προωθούσε εκείνη την εποχή η Κομιντέρν υπό τις εντολές του Στάλιν. Η θεωρία αυτή υποστήριζε ότι σε περίοδο κρίσης, το αστικό κράτος μετατρέπεται σε όργανο φασιστικής κυριαρχίας και κατ’ αυτόν τον τρόπο σε χώρες με ισχυρές σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις, η φασιστική δικτατορία είναι οργανωμένη μέσα από τα ίδια τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αυτή η μορφή φασισμού είναι πολύ πιο επικίνδυνη από το χιτλερικό είδος, έλεγε η Κομιντέρν, επειδή το πλεονέκτημα που έχουν οι «σοσιαλφασίστες» στις μάζες, τους επιτρέπει να σταματούν την αντεπίθεση των μαζών στη φασιστική δικτατορία που ήδη υπάρχει. Η αστεία (εξετάζοντας τα μελλοντικά γεγονότα) αυτή θεωρία ουσιαστικά ταύτιζε το φασισμό με την αστική δημοκρατία και ο ενιαιομετωπικός αγώνας ενάντια και στους δύο, θα μπορούσε να προχωρήσει μόνο με βάση αυτή την παραδοχή. Οι σοσιαλδημοκράτες εργάτες, δηλαδή, έπρεπε να παραδεχτούν ότι οι ηγέτες τους ήταν το ίδιο με τους ναζί, προκειμένου να πολεμήσουν τους φασίστες μαζί με το KPD. Πρόκειται για μια σκέτη παράνοια που με βεβαιότητα θα οδηγούσε στην ήττα της εργατικής τάξης όπως και έγινε.

Υπάρχουν πολλοί λόγοι που αναδεικνύουν την ανεδαφικότητα της θεωρίας του σοσιαλφασισμού και της στρέβλωσης της ενιαιομετωπικής λογικής που ακολούθησε το KPD. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αξίζει να τονισθεί ότι η σοσιαλδημοκρατία της δεκαετίας του ’30, δεν είχε καμία σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, ή έστω πριν κάποια χρόνια (πχ ΠΑΣΟΚ). Η σοσιαλδημοκρατία της περιόδου εκείνης ήταν πολύ πιο ριζοσπαστική απ’ότι σήμερα, με δυναμική παρουσία στα συνδικάτα και ισχυρούς δεσμούς με την εργατική τάξη ως τέτοια. Παρά τις προδοσίες και τα πισωγυρίσματα του, οι εργάτες που ανήκαν στο SPD έδιναν μεγάλους εργατικούς αγώνες και με την κατάλληλη επαφή και ζύμωση με τους κομμουνιστές θα μπορούσαν να είχαν τσακίσει τη ναζιστική απειλή πριν προλάβει το φίδι να βγει από το αυγό του. Δυστυχώς, όμως, η γραμμή της Κομιντέρν οδήγησε την εργατική τάξη της Γερμανίας στη διάσπαση, στην αδράνεια και στην ήττα. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η αντίφαση της θεωρίας του σοσιαλφασισμού αναδεικνύεται από το ότι, παρά το γεγονός ότι οι ρεφορμιστικές πολιτικές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων άνοιξαν το δρόμο για το φασισμό, οι ίδιες οι σοσιαλδημοκρατικές οργανώσεις επρόκειτο να διαλυθούν από την άνοδο του φασισμού στην εξουσία. Αυτό αναδεικνύει τη δυνατότητα αλλά και τη σημασία που θα είχε ο εξαναγκασμός της ηγεσίας της σοσιαλδημοκρατίας για ενιαίο μέτωπο κόντρα στους φασίστες υπό την πίεση της επαναστατικής πρωτοπορίας του KPD. Τέλος, σε τρίτο επίπεδο, οι επαναστάτες αντιλαμβάνονται το ενιαίο μέτωπο ως μια μέθοδο κινητοποίησης των εργατών «από τα κάτω». Κανένας αληθινός κομμουνιστής δεν ενδιαφέρεται για τον ηθικό ή πολιτικό «προσηλυτισμό» των λίγων σοσιαλδημοκρατών ηγετών. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η κίνηση των μαζών σε επαναστατική κατεύθυνση και αυτό επιτυγχάνεται μέσα από το ενιαίο μέτωπο, που θα βασίζεται στην πραγματική πολιτική ζύμωση με τη βάση της σοσιαλδημοκρατίας αντιμετωπίζοντάς την ως τμήμα της εργατικής τάξης και όχι ταυτίζοντάς τη με τον φασισμό. Γιατί τότε ένα μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης αντιδραστικά θα γυρίσει την πλάτη στην επαναστατική προοπτική. Ο Τρότσκι πολύ πετυχημένα τόνιζε ότι «όποιο κόμμα αντιπαραθέτει μηχανιστικά τον εαυτό του, στην ανάγκη της εργατικής τάξης για ενότητα στη δράση, θα κερδίσει δίχως άλλο την περιφρόνηση των εργατών» και είχε απολύτως δίκιο. Τα μετέπειτα γεγονότα με μια τραγική ειρωνεία τον δικαίωσαν.

Το αποτέλεσμα της πολιτικής του KPD υπό την καθοδήγηση της Κομιντέρν και του Στάλιν ήταν οδυνηρά και καταστροφικά για το προλεταριάτο. Ο Χίτλερ μετά τη νίκη του διέλυσε πρώτα το KPD, έπειτα την ADGB και τέλος το SPD. Πρόκειται για ένα ολοκληρωτικό τσάκισμα της εργατικής τάξης και κάθε δυνατότητάς της στη διεκδίκηση. Αμέσως μετά την ήττα στη Γερμανία η Κομιντέρν δήλωνε : «Η ηρεμία που διαδέχθηκε το θρίαμβο του φασισμού είναι μόνο ένα μεταβατικό φαινόμενο .... η εγκαθίδρυση της ανοιχτά φασιστικής δικτατορίας.... αυξάνει τους ρυθμούς προέλασης προς την προλεταριακή επανάσταση». Είναι ιδιαίτερα αστείο το γεγονός ότι η σταλινική Κομιντέρν θεωρούσε πως η καταστροφή των συνδικαλιστικών οργανώσεων, των πολιτικών κομμάτων και των τεράστιων κατακτήσεων των εργαζομένων μετά από εκατοντάδες χρόνια εργατικών αγώνων, ήταν μια «απελευθέρωση» που θα άνοιγε το δρόμο για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Δυστυχώς πλέον ήταν πολύ αργά. Η εργατική τάξη είχε τη δυνατότητα να αντεπιτεθεί ως ενιαίο σύνολο απέναντι στο φασισμό και δεν το έκανε. Τραγική συνέπεια ήταν η συντριβή της και η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου